Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βυζαντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Άλωση του Βυζαντίου και Κερκόπορτα: Τι συνέβη τότε;

Αλωση: Κερκόπορτα; Αστεία πράγματα!

[άρθρο από Κατερίνα Καναβού
PSD -Sorbonne]



Καθώς η καταγωγή του ονόματος είναι άμεσα συνδεδεμένη με το Βυζάντιο, θα πρότεινα να δούμε μια ακόμα πτυχή της ιστορίας του και πιο συγκεκριμένα, κατά την στιγμή της οριστικής του πτώσης. Πρόκειται για μια μελέτη της Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ (εντάξει, ούτε εγώ την έχω σε εκτίμηση, αλλά οι επιστημονικές της έρευνες είναι αποδέκτες), η οποία όπως αναφέρει:

θυμάται παλαιότερα τους- ξένους φοιτητές της στη Σορβόννη να της στέλνουν… συλλυπητήριο τηλεγράφημα κάθε 29η Μαΐου, την ίδια ώρα που τα περισσότερα Ελληνόπουλα αν τα ρωτούσες τι έγινε τη μέρα εκείνη δεν ήξεραν ακριβώς.
Τα τελευταία χρόνια η κατάσταση αντιστράφηκε. Στην Ελλάδα έγινε, λίγο έως πολύ, μόδα να θυμόμαστε κάθε χρόνο τέτοια μέρα την Αλωση της Πόλης- μερικοί από κεκτημένη ταχύτητα ή άγνοια μιλούν για «εορτασμό», αντί για επέτειο, και να μην αρκούμαστε στον εορτασμό της έναρξης της Επανάστασης, κάθε 25 του Μαρτίου. Μεγάλη η σημασία της Πόλης, θα πει κανείς, για τους Ελληνες. Σωστό.
Οπότε και η συμβολική σημασία της Αλωσης είναι εξίσου μεγάλη. Έστω και αν η πολιορκία της από τους Οθωμανούς ήταν απλώς μία από τις πολλές, έστω και αν το κλίμα της εποχής ήταν τέτοιο, η κατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν τέτοια, που έκπληξη θα ήταν το να μην αλωθεί η Πόλη.

-Να δούμε λοιπόν τι συνέβη, με βάση όλα τα καταγεγραμμένα και γνωστά στοιχεία της εποχής, όπως τα αφηγείται στα «ΝΕΑ» η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ, επιχειρώντας να βάλει για λογαριασμό μας τα πράγματα στη θέση τους, να καταγράψει αλήθειες και μύθους της Άλωσης έτσι όπως μόνο μία βυζαντινολόγος με τη δική της διαδρομή μπορεί να κάνει.

 «Βρισκόμαστε στα μέσα του 15ου αιώνα, γύρω στο 1450. Η Πόλη είναι μια μικρή πόλη πια- έχει δεν έχει 70.000 κατοίκους, όταν άλλοτε είχε περάσει το μισό εκατομμύριο. Η Πόλη έχει αποδεκατιστεί από την πανώλη και τις αλλεπάλληλες πολιορκίες των Τούρκων. Αλλά και από τις διαμάχες των Δυτικών, αφού οι προστριβές Γενοβέζων και Βενετσιάνων γίνονταν στο λιμάνι της μέσα. Υπήρχε και μια τάση ανεξαρτητοποίησης των λίγων χωρών που παρέμεναν ελεύθερες- όχι μόνο του Μυστρά που παρεμπιπτόντως έπεσε το 1460, επίσης στις 29 Μαΐου! Η κατάσταση ήταν μιας ανασφάλειας γενικής».

 Ο διχασμός. Και σαν να μην έφθαναν αυτά, «υπήρχε μια μεγάλη ενωτική και ανθενωτική διαμάχη, υπέρ και εναντίον της Ένωσης των Εκκλησιών. Οι αντίθετοι στην Ένωση συμμαχούσαν και με τους Τούρκους ήταν οι λεγόμενες παρά φύσιν συμμαχίες. Οι υπέρμαχοι της Ένωσης διακήρυσσαν:

“Όταν οι δύο Ρώμες ήταν ενωμένες διαφεντεύαμε τον κόσμο. Όταν διχάστηκαν, χάσαμε τα πρωτεία”. 

Με αυτή την έννοια η πραγματική πτώση της Πόλης χρονολογείται από το 1204 και μετά. Η ανθενωτική διαμάχη πήρε μάλιστα τεράστιες διαστάσεις μετά το 1438 και τη Σύνοδο της Φερράρας. Εκεί ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ ξεσήκωσε την Εκκλησία σε μια τελευταία προσπάθεια Ενωσης, αλλά ενώ η διανόηση ήθελε να είναι αναγεννησιακή, η Εκκλησία παρέμενε προσηλωμένη στα πάτρια κατά τρόπο φανατικό, αν όχι τίποτα παραπάνω»

λέει χωρίς να μασάει τα λόγια της η ελληνίδα βυζαντινολόγος, η πρώτη γυναίκα πρύτανης της Σορβόνης στα 700 χρόνια ιστορίας του μεγάλου γαλλικού πανεπιστημίου.
 Και συνεχίζει:

 «Υπήρχε όμως ακόμη ένας παράγοντας παρακμής. Ήταν η γενική δεισιδαιμονία που τρεφόταν από τις προφητείες. Ήδη από τον 6ο αιώνα υπήρχαν προφητείες, τότε ήταν όμως αισιόδοξες. Τώρα προφήτευαν το τέλος της Πόλης και μαζί το τέλος του κόσμου και της Ιστορίας.
Αυτό ήταν, λοιπόν, το κλίμα στην Κωνσταντινούπολη της εποχής. Δεισιδαιμονία, διχόνοια, φτώχεια, κακομοιριά. Οι Βυζαντινοί ζούσαν σε μια πόλη ερημωμένη. Και στα ανάκτορα του Πορφυρογέννητου πολύ λίγα δωμάτια χρησιμοποιούνταν. Οπως λέει και ο Παλαμάς στον “Δωδεκάλογο του Γύφτου”:

“Και ήταν οι καιροί που η Πόλη/ πόρνη σε μετάνοιες ξενυχτούσε/ και τα χέρια της δεμένα τα κρατούσε/ και καρτέραγ΄ ένα μακελάρη (…) Και καρτέραγε τον Τούρκο να την πάρει”».

Η Πόλη θα μπορούσε να είχε πέσει πολύ νωρίτερα
Η Πόλη θα μπορούσε να είχε πέσει στα χέρια των Τούρκων πολύ νωρίτερα. Ο λόγος που δεν έγινε αυτό και ανάσανε για πενήντα χρόνια ήταν ότι ο Βαγιαζίτ έπεσε στα χέρια των Μογγόλων.

λέει η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ.

 «Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να σταθεί μόνη της όρθια. Ο Μανουήλ έτρεχε να δει τους Καρόλους, ο Ιωάννης πήγε στη Φερράρα. Είναι η εποχή των επαιτών αυτοκρατόρων. Πήγαιναν επαίτες στη Δύση, έστω και αν τους δέχονταν εκεί με τιμές και δόξες. Κάτι που συνήθως οι Ελληνες δεν δέχονται είναι ότι ο Πάπας προσπάθησε να βοηθήσει. Διέθεσε τις ιντουλγκέντσιες- τα επί πληρωμή συγχωροχάρτια- του 1450, που ως ιντουλγκέντσιες Ιωβηλαίου ήταν πιο προσοδοφόρες, στον πόλεμο κατά των Τούρκων.  Άλλο αν αυτό δεν ήταν αποτελεσματικό, αφού έδωσε τα χρήματα στους Αραγωνέζους που τα χρησιμοποίησαν για δικούς τους σκοπούς.

 Πολλοί λένε ότι η Δύση δεν βοήθησε. Όταν όμως μιλάμε για Δύση τι εννοούμε;
Οι Βυζαντινοί ήταν όλη η Ανατολή. Η Δύση ήταν πολυδιασπασμένη και ο Πάπας είχε ένα σχίσμα στην πλάτη του και την Ανατολική Εκκλησία εναντίον του. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο Παλαιολόγος πολεμάει τους Τούρκους μαζί με τον απεσταλμένο του Πάπα, Ισίδωρο του Κιέβου, και τους Γενοβέζους, ο Γεννάδιος- ο Γεώργιος Σχολάριος, πρώτος Πατριάρχης μετά την Αλωση τοιχοκολλούσε ανάθεμα εναντίον του Παλαιολόγου. Και επίσης: μετά την πτώση της Πόλης, οι Δυτικοί έτρεμαν.
Όταν ανέλαβε Πάπας ο Ενιο Σίβλιο Πικολομίνι, δηλαδή ο Πίος Β΄, έγραψε μια πραγματεία για την Αλωση στην οποία μιλούσε για καταστροφή της Χριστιανοσύνης. Αντίθετα οι Ρώσοι, που είναι μάλιστα φανατικοί ανθενωτικοί, δεν γράφουν σχεδόν τίποτα για την πτώση της Πόλης. Πέρασαν χρόνια για να αρχίσουν οι σλαβικοί θρήνοι. Εκείνοι που θρήνησαν από την αρχή για την Πόλη είναι στην Τραπεζούντα.

“Πάρθεν η Πόλη, πάρθεν η Ρωμανία”

 έλεγαν.

Η συμφωνία του σουλτάνου με τον Πατριάρχη

Το Ρούμελι Χισάρ, το κάστρο που έχτισε ο Μωάμεθ το 1452 για να ελέγχει το πέρασμα ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και τη Θάλασσα του Μαρμαρά, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην έκβαση της πολιορκίας
 λέει η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ. «Διούλκησε και τον στόλο περνώντας τα πλοία του στον Κεράτιο. Από την άλλη πλευρά, μόνο 3-4 πλοία γενοβέζικα πέρασαν και αυτά για να φέρουν τροφή στους πολιορκημένους». Βέβαια, δεν ήταν μόνο αυτή η αιτία της ήττας των Βυζαντινών.
«Ο Μωάμεθ είχε μαζέψει Σέρβους, Αλβανούς, Τούρκους. Απέναντι στους τουλάχιστον 100.000 άντρες του- μερικοί μιλούν για 120.000, άλλοι τους ανεβάζουν σε 200.000- αντιπαρατάσσονταν περίπου 4.500 άνθρωποι το πολύ, μαζί με τους ξένους. Και πολλοί ήταν παιδιά και γυναίκες που πολεμούσαν με αγκωνάρια. Μεγάλη ήταν η βοήθεια των Γενοβέζων, αλλά όταν σκοτώθηκε ο Τζουστινιάνι έχασαν το ηθικό τους και υποχώρησαν. Όσοι πολέμησαν, πάντως, πολέμησαν ηρωικά. Όταν ο Μωάμεθ έστειλε αποκρισάριο στον Παλαιολόγο ζητώντας του να παραδώσει την Πόλη, πήρε την απάντηση ότι:

 η Πόλη δεν είναι δικό του πράγμα και πως “με τη δική μας θέληση αποφασίσαμε να πεθάνουμε”.
Ακόμη και ο περίφημος Νοταράς που είχε τρεις υπηκοότητες και όλη του την περιουσία στο εξωτερικό, και που είπε ότι είναι καλύτερο το τουρκικό καφτάνι από τη λατινική τιάρα, πολέμησε και εν τέλει εκτελέστηκε από τους Τούρκους. Χαρακτηριστικό του ηρωισμού είναι ότι όταν στην Πύλη του Ρωμανού οι Τούρκοι άρχισαν να ανεβαίνουν πάνω και πέρασαν μέσα, έψαχναν τους αντίπαλους πολεμιστές και δεν πίστευαν ότι ήταν τόσοι λίγοι. Και πρέπει να πούμε και για τον Μωάμεθ, που συνηθίζουμε να τον ταυτίζουμε με τη βαρβαρότητα, ότι δεν ήταν βάρβαρος ή δεν ήταν μόνο βάρβαρος. Ήταν από τους μεγαλύτερους μεταρρυθμιστές της Τουρκίας. Ήξερε τι ήθελε και πώς να το κάνει». Οσο για την Κερκόπορτα… «Ανοιγμένη ή ξεχασμένη. Αστεία πράγματα. Ηταν χιλιάδες έξω, τα καράβια τους στον Κεράτιο, οι Γενοβέζοι έφευγαν. Τι να πεις για την Κερκόπορτα; Σε συμβολικό επίπεδο μόνο μπορείς κάτι να πεις. Αλλά είναι σαν να λέμε ότι αντί να σκοτώνονταν τρεις Τούρκοι κατά την είσοδό τους στην Πόλη, θα σκοτώνονταν δέκα αν η πόρτα ήταν κλειστή. Και λοιπόν; Αφού είχαν ανεβάσει σκάλες και έμπαιναν από όπου ήθελαν».

«Ο Μωάμεθ έδωσε το πατριαρχικό αξίωμα στον Γεννάδιο Σχολάριο, ορίζοντάς τον αμέσως αρχηγό του Μιλιέτ, δηλαδή όλων των ορθοδόξων. Κάπως έτσι ξέρουμε γιατί η Εκκλησία κράτησε όλα τα κτήματά της και η αυτοκρατορία τα έχασε»

λέει δηκτικά η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ.
«Κάπως έτσι φτάσαμε και στα σημερινά βατοπεδινά βακούφια. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε, σε αντίθεση με άλλες συμπεριφορές της πολιτείας, ότι όταν ο Μανουήλ Παλαιολόγος είναι στη Θεσσαλονίκη και υπάρχει κίνδυνος καταστροφής, δημεύει όλα τα κτήματα του Αθω. Και ότι ο Κομνηνός δημεύει όλη την εκκλησιαστική περιουσία για να αντιμετωπίσει τους Σελτζούκους». Την εποχή της Άλωσης, εξάλλου, υπήρχε έξαρση του μοναχισμού.

«Σε όλη τη διαμάχη των ανθενωτικών οι καλόγεροι στα μοναστήρια της Πόλης και του Αθω ήταν πρώτοι. Είναι πολλοί και δεν πολεμούν. Αντίθετα με τους δυτικούς μοναχούς που μπορούν να φέρουν όπλα, οι ορθόδοξοι δεν μπορούν»

σημειώνει η ελληνίδα βυζαντινολόγος.

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος τῆς Ξυλόπορτας, «τοῦ Κανάβη ἐπιλεγόμενος»



Ὁ Ἅγιος Δημήτριος τῆς Ξυλόπορτας, «τοῦ Κανάβη ἐπιλεγόμενος», ἀναφέρει ὁ Πασπάτης, «ἧτο ἀρχαῖος ναὸς μετὰ τρούλου καὶ ἔσωθεν καθιστορημένος διὰ μωσείου. Ὁ ναὸς οὗτος κατεστράφη, καὶ περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 18ου αἰῶνος ἀνηγέρθη ὁ νῦν ξυλόστεγος». Ἐν τούτοις στὶς πηγὲς δὲν ὑπάρχει πουθενὰ ἀναφορὰ περὶ ναοῦ βυζαντινοῦ - «οὐδέποτε μνημονεύεται ἐν τοῖς συγγράμμασι τῶν Βυζαντινῶν» - καὶ ἡ μόνη σύνδεση ποὺ μπορεῖ νὰ γίνῃ εἶναι ἀπὸ τὸ προσωνύμιο «Κανάβης», συσχετίζοντάς το μὲ τὸν πατρίκιο Νικόλαο Καναβό, ποὺ ἔζησε στὰ χρόνια τῆς πρώτης Ἅλωσης (1204).



Ἀνακαινισμένη διαδοχικὰ τὸ 1730, τὸ 1835, τὸ 1933 καὶ τὸ 1960, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὶς ἐντοιχισμένες ἐπιγραφές, ἀνακαινίζεται γιὰ τελευταία φορὰ τὸ 1995, δαπάναις Γερασίμου Βασιλόπουλου.




Ὁ ναὸς εἶναι μεγάλης ἱστορικῆς σημασίας, ἀφοῦ φιλοξένησε γιὰ τρία ὁλόκληρα χρόνια τὸ Πατριαρχεῖο. Γιατί, γιὰ μιὰ περίοδο ἑκατὸν σαράντα χρόνων περίπου μετὰ τὴν Ἅλωση τοῦ 1453, τὸ Πατριαρχεῖο «περιπλανᾶται». Ὕστερα ἀπὸ τὴν μετατροπὴ τῆς Ἁγίας Σοφίας σὲ μωαμεθανικὸ τέμενος, ἡ ἕδρα τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας στεγάζεται, γιὰ ἕνα διάστημα, στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, ὑποχρεώνεται ὅμως, ἀργότερα, νὰ ἐγκαταλείψῃ κι᾽ αὐτὸν τὸν μέγιστο βυζαντινὸ ναὸ καὶ νὰ φιλοξενηθῇ στὴν Παναγία τὴν Παμμακάριστο.



Ἀπὸ ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν παρέλευση ἑνὸς περίπου αἰῶνα, θὰ μεταφερθεῖ στὴν περιοχὴ τοῦ Κερατίου· ἀπὸ τὸν Ἅγιο Δημήτριο τῆς Ξυλόπορτας στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου καὶ βρίσκεται μέχρι σήμερα.

 [πηγή]

AYVANSARAY AYIOS KANANU RUM KILISESI



Ayios Dimitrios Kananu Rum Ortodoks Kilisesi; İstanbul Suriçi Ayvansaray Kırkambar Sokakta 1204 tarihlerinde inşa edilmiştir. Esas kayıtlarda Kilisenin adı Ayios Dimitrios Kananu olarak geçmektedir. Kananu 1204 tarihlerinde Bizans İmparatoru olarak seçilmiş ve kısa süre görev yapmıştır. Yapının ilk devirlerinde kubbeli olarak yapıldığı bilinmektedir. Zaman süreci içinde birçok defa yanmıştır. Patrik Paisios döneminde 1730 tarihinde yeniden baştan inşa edilmiştir. Kapısının Ahşap olması nedeniyle Ksiloporta olarak anılmıştır. Kilise kitabelerine göre 1933 ve 1960 yıllarında restore edilmiştir.

 Mimarı bilinmeyen kilisenin kuzeyinde Profitis İlias ayazması bulunur. Bu yapı Fenerdeki Ayios Yeoryios kilisesinden önce 3 yıl süreyle Patrikhane Kilisesi olarak hizmet vermiştir. Geniş bir arazi içinde yer alan kilisenin etrafında duvarlarla çevrilidir. Kilise doğu ve batı ekseninde inşa edilmiş üç nefli bir bazilikadır. Yapı malzemesi olarak kırmataş kullanılmıştır. Sadece kilisenin Batı cephesi sıvalıdır. Naosta orta nef yan neflerin iki misli genişliktedir. Orta nef ile yan nefler arasında 8 adet taşıyıcı sütun bulunur. Sütun başlıkları komposit olup, sütunlar kare kaidelere oturmaktadır. Sütunlar sivri kemerlerle birbirine bağlanmıştır. Kilise yapıları ile ilgili bilgiler Prof. Eva Şarlak tarafından yazılmış olan İstanbul’un 100 kilise isimli kitabından alınmıştır.

Church St Demetrius of Kanabus - Second book of A. Van Millingen

Alexander VAN MILLINGEN, Byzantine Churches in Constantinople: Their History and Architecture, London, Read books, 2006 [1st éd. 1912], p. 148, 191, 192, 205.



See : http://www.gutenberg.org/files/29077/29077-h/29077-h.htm#Page_205

Church St Demetrius Kanabus - maps and views of Constantinople

Church of Kanabus is well localized on 19th century map.



F.R. VON HUBNER, Map of Byzantine Constantinople, in A. VAN MILLIGEN, Byzantine Constantinople: The Wall of the City, London, John Murray, 1899, p. 18

The Walls of Blacherbae connect the Theodosian Walls, which terminate at the height of the Palace of the Porphyrogenitus, with the sea wall at the Golden Horn. Historically, the original fortified quarter of Blachernae can thereby be roughly traced to have comprised the two northern spurs of the city's Seventh Hill in a triangle, stretching from the Porphyrogenitus Palace to the Anemas Prison, from there to the church of St. Demetrios Kanabos and thence back to the Porphyrogenitus Palace


The section of the Theodosian Walls that adjoins the walls of Blacherbae, with the Palace of the Porphyrogenitus in the background.


St Demetrius and Wall

The known gates of the Golden Horn wall may be traced in order from the Blachernae eastwards to the Seraglio Point, as follows: The first gate, very near the land walls, was the Koiliomene Gate (Κοιλιωμένη Πόρτα, "Rolled Gate", in Turkish Küçük Ayvansaray Kapısı). Shortly after stood the Gate of St. Anastasia (Πύλη τῆς ἁγίας Ἀναστασίας, Pylē tēs hagias Anastasias), located near the Atik Mustafa Pasha Mosque. In close proximity on the outer side of the walls lay the Church of St. Demetrios Kanabos.




Church St Demetrios Kanabos - The Walls of Blachernae

Walls of Blachernae

"The section of the Theodosian Walls that adjoins the walls of Blachernae, with the Palace of Porphyrogenitus in the background, as they appear today in suburban Istanbul.

The Walls of Blachernae connect the Theodosian Walls, which terminate at the height of the Palace of the Porphyrogenitus (Turkish: Tekfur Sarayı), with the sea wall at the Golden Horn. They consist of a series of single walls built in different periods, which cover the suburb of Blachernae. Generally they are about 12–15 meters in height, thicker than the Theodosian Walls and with more closely spaced towers. Situated on a steep slope, they lacked a moat, except on their lower end towards the Golden Horn, where Emperor John VI Kantakouzenos had dug one.

The question of the original fortifications in this area has been examined by several scholars, and several theories have been proposed as to their course. It is known from the Notitia Urbis Constantinopolitanae that the XIV region, which comprised Blachernae, stood apart and was enclosed all around by a wall of its own. Further it is recorded that originally, and at least as late as the Avar siege of 626, when they were burned down, the important sanctuaries of Panagia Blachernitissa and St. Nicholas lay just outside the quarter’s fortifications. Traces of the quarter’s walls have been preserved, running from the area of the Porphyrogenitus Palace in straight line to the so-called Prison of Anemas. The original fortified quarter can thereby be roughly traced to have comprised the two northern spurs of the city’s St. Demetrios Kanabos and thence back to the Porphyrogenitus Palace. These fortifications were apparently older than the Theodosian Walls, probably dating to sometime in the 4th century, and were then connected to the new city walls under Theodosius II, with the western wall forming the outer face of the city’s defences and the eastern wall fell into disrepair." 

(http://www.whereist.com/blachernae/)



Church St. Demetrius of Kanabus - Turkishe book


Doğan Kuban, Istanbul, an urban history: Byzantion, Constaninopolis, Istanbul, Türkiye İş Bankasi Kültür yayınları, 2010, p. 62




Βυζαντινές Αριστοκρατικές Οικογένειες


Η Αριστοκρατία στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: Την Επαρχιακή Αριστοκρατία και την Κεντρική Αριστοκρατία.

Οι Οικογένειες της Κεντρικής Αριστοκρατίας του Βυζαντίου ήταν οι ακόλουθες:
  1. Αργυρόπουλων
  2. Γαβαλάδων
  3. Γαβράδων
  4. Δαλασηνών
  5. Επιφανών
  6. Κομνηνών
  7. Κουκουζέληδων
  8. Μεταξάδων
  9. Νοταράδων
  10. Σκορδίλων
  11. Δουκών
  12. Ζυβών
  13. Καναβών
  14. Κορέσηδων
  15. Λασκάραιων
  16. Αγγέλων
  17. Μανιάκηδων
  18. Σκληρών
  19. Στυλαίων
  20. Νικηταίων
  21. Νέστογγων
  22. Φωκάδων
  23. Μελητών
  24. Καντακουζηνών
  25. Φιλανθρωπινών
  26. Παλαιολόγων
  27. Λεκαπηνών
  28. Βατάτζηδων
  29. Χανδρηνών

Pouvoir et contestations à Byzance (963-1210) [Nikolaos Kanabos]




Informations importantes concernant Nikolaos Kanabos (documents):









[source]

Nicola Canabo: Imperatore Bizantino




Nicola Canabo (seconda metà XII secolo – Costantinopoli, 8 febbraio 1204) è stato un imperatore bizantino. Detto il macellaio, fu nominato dai romei di Costantinopoli come loro basileus, fu eletto il 25 gennaio 1204 fino al 28 gennaio.

Non è considerato come Imperatore dinastico, perché non riuscì a coniare delle monete con il suo volto effigiato. Quando Alessio V Ducas aveva appena assassinato il giovane Alessio IV Angelo e si era proclamato al suo posto Imperatore, la popolazione era contraria che sul trono di Costantinopoli sedesse un assassino.

 Secondo la cronaca di Niceta Coniata, il 25 gennaio dell'anno 6712 del calendario bizantino (ossia il 1204), un'ampia folla si radunò davanti alla chiesa di Santa Sofia, seguita dai senatori e dai più alti esponenti del clero.

 Il popolo aveva fatto pressione su queste alte cariche perché fosse eletto un altro basileus, tuttavia essi la ritenevano una cosa pericolosa, poiché c'erano i crociati alle porte. La folla propose svariate persone, ma esse venivano contestate o si ritiravano spontaneamente.

Dopo tre giorni, un gruppo di giovani armati obbligò un oscuro aristocratico, tale Nicola Canabo (detto il macellaio da Niceta Coniate) a diventare Imperatore, imponendogli di accettare la carica, poiché, nel caso avesse rifiutato, avrebbe pagato quel rifiuto con la sua stessa vita,
Egli tuttavia restò imperatore per pochi giorni, perché Alessio V Ducas mandò le sue guardie variaghe a catturarlo e anche coloro che lo avevano sostenuto non lo difesero. Fu imprigionato, morì in prigione l'8 febbraio.

Kanaveoi and Ano-Chora [Nafpaktia - Greece]





Ano Chora is linked to the great Byzantine family Kanaveoi from which an emperor came. After the Franks conquest in 1204 and later the Ottomans the invasion in 1453 Constantinople many seigniorial families of the city escaped to safer places. The establishment of Kanaveoi in Kravara is unclear as there is no solid evidence. We meet written proof of Kanaveoi in Kravara in 1739. One thing is certain that they were leaders not only in Ano Chora but in all the villages of Kravara.
Kanaveoi also founded the great Academy of Ano Chora. But Kanaveoi were banished between 1800 and 1801 by Ali Pasa and were forced to seek refuge in Egio thus the Academy closed. We should mention that Father Kosmas of Aetolia had attended the academy during 1734 and taught in the school until 1738. The last of Kanaveoi family was Ioannis Nikolaou Kanavos (1866-1953) who was elected as Member of the Parliament but also as Senator and Minister for many times.

Undoubtedly the natural environment of the village is its greatest enticement. The forests are a natural mosaic made of many different types of trees such as: chestnut, fir, cedar oak and other. Amongst the fir, chestnut, cedar trees and fern there are many springs.



During these past years Ano Chora is taking full advantage of its natural beauty and social infrastructure like the Health Centre in order to create attractive tourist infrastructure that will make the village a tourist destination.
The old stonemason houses but also the new ones have blended in the natural environment; the traditional cafés and the cobblestone streets; the traditionally built hotels and guesthouses under the big plane trees, make up an idyllic atmosphere and grab the attention of the observer. The church of Agia Paraskevi (1918) is also magnificent with its two imposing cruciform bell towers built with carved black stones. The icons of Agia Paraskevi and Panagia SKopiotissa also stand out.

Moreover, there is much to see from the Lakoula Hill to the hill of Aye Giorgi. Even the small bus (Karnavalos) served as public transportation until 1983. Now it is on display by Agia Paraskevi church. During mid-October the chestnut and tsipouro festival is organised where tsipouro is distilled; roasted chestnuts, traditional pies, stew and deserts served (baklava, ravani, kourabie, cherry, chestnut, walnut, quince).

>>> Αno Xora - Google maps.

A short summary of origin



 Article by: Benoît Kanabus

I try to summarize the scattering of our clan, according to the history I know. Please add or emend information according your own family archives and knowledge:

- From 10th (990) to 15th century (1453), the well-known Kanabos noble lineage lived in Constantinople, arround Blachernae area (northwestern section of the city) where is still the church St Demetrios Kanabos (also called St Demetrius Kanabus in Latin, Kanabu's in Turkish, even "Canabée" in French...).

- In 1204-1205, after the Sack of Constantinople by the Latin Crusaders and above all the assassination of Nikolaos Kanabos (or in Latin Nicolaus Kanabus), few Kanabos went to Greece and ended up at Nafpaktia and Mistra.
[- Nikolaos was, we know well it, Sebastos (to render the Roman Imperial title of Augustus), then elected Emperor of Byzantine Empire in 1204. (It's the last known act of the Roman Senate founded in 753 BC...). Nikolaos would be a relative of Angelos Imperial dynasty, founded by Konstantinos Angelos from Philadelphia (1096)…]
- In 1453, after the Fall of Constantinople and Ottoman occupation, Kanabos family leaved definitively Constantinople to go to Greece.

- But… the last Kanabos living in Constantinople was the Prôtégoros (Lord Mayor) Laskaris Kanabos (1454), a relative of Laskaris and Kantakouzénos Imperial dynasties. His wife was also relative of Constantin XI from Palaiologos dynasty, the last Emperor of Byzance.

- In 1683, after the Battle of Vienna, lost by Ottomans, won by the Polish King John III Sobieski, the Greek private I. Kanabos was prisoner of war in Wilanow (Warsaw). He had descendants, the Kanabus (Latin form of our surname because Polish administration) living actually in Poland. Family estate near Wilanow call “Kanabusowka” - exactly the same name than estate “Kannabeiko” in Ano Hora/Nafpaktia (Greece).

- In 18the century, some Kanabos fleed Ottoman persecutions to Italy where one district of the Reggio Calabria city is called in Calabrian Greek “Kannavo” (phonetically transliterated) or "Cannavo" in Italian. (Warning: I personally don’t know this part of family history and I am curious to get more information).

- In 20th century, some Kanabos (phonetically transliterated Canavos) immigrated to USA from Greece (1930), to Belgium from Poland (1945), to France from Italy (19??)…

- So, Church St Demetrios Kanabos (Constantinople), estate Kannabeiko (Greece), estate Kanabusowka (Poland), district Kannavo (Italy), yes, we will be proud: our clan across the universe.

KANABES: Micromosaic icons of the late Byzantine period



MICROMOSAIC ICONS OF THE LATE BYZANTINE PERIOD   by Edmund C. RYDER











Members of Family before 1453/1460



Easier:

MEMBERS OF FAMILY BEFORE 1453/1460

- XIth : Lord Konabès or Kanabès was witnesses a marriage.


- 1133 : Michaël Kanakès or Kanabès was witnesses a trial.

- XIIth : Kanabis or Kanabès, a monk, gives parchement to the monastery of Patmos.

- 1204 : Nikolaos Kanabos elected Emperor. He is a relative of the Angelos dynasty

- 1361 : Nikephoros Kanabès. His father-in-law, Demetrios Kassandrenos, accompanied the Emperor John Kantakuzenos by ship when he visited the city of Mistra.

- XIVth : Ionnis Kanabès orders a famous icon and becomes monk under the name of Hillarion. He lived in Blachernae Quarter of Constantinople.

- 1367 : The Kanaboi's were ktetors for the church St Demetrios of Kanabos, near the Golden Gate and the Emperor’s Palace, this church still exists actually.

- 1453 : Kanabos family leaved Constantinople to go to Greece…

- 1454 : Laskaris Kanabès (married to one Kantakouzénos - Imperial family) is elected Prôtégoros (Lord Mayor) of Constantinople by Mehmed II. His wife was a relative of Emperor Constantin XI from Palaiologos dynasty.

- 1460 : A named Laskaris Kanabos (an other man) wrote and released his travel in Scandinavia and in Baltic States.

See :

  • - J.-P. CHEYNET, Pouvoir et contestations à Byzance (963-1210), Paris, Editions Sorbonne, 1990, p. 141-143. ;
  • - Th. GANCHOU, « Le Prôtogéros de Constantinople Laskaris Kanabès (1454) : À propos d'une institution ottomane méconnue », Revue des Etudes byzantines, 71 (2013), p. 238-239 ;
  • - E. C. RYDER, Micromosaic icons of the Late Byzantine Period, New York University, 2007 (Ph. D.: UMI), p. 208-213.

Ioannis Kanabes -14th century


Ioannis Kanabes (14th century) lived at the Monastery of the Theotokos Zoodochos Pege under the monastic name Hilarion. Typically members of the Byzantine elite would retire to a monastery later in life, assuming a name in religion that began with the same letter as their secular name. It is also likely that Kanabes was the ktetor or founder of the church of Saint Demetrios tou Kanabe, a foundation that still exists in modem Istanbul . The current structure is an eighteenth-century, timber-roofed basilica that replaced a pre-conquest domed edifice. The interior of the church was graced with a mosaic program, evidence of which was still present in the cupola before its destruction in an earthquake in circa 1719. The church is located near the Blachemae Quarter of Constantinople, which was an aristocratic residential center of the City during the Late Byzantine period.

In Byzantine times Saint Demtrios tou Kanabe would have been located near the Pammakaristos monastic complex and the Emperor’s palace, the important monastery of the Chora and the palace of its founder Theodore Metochites. The placement of Kanabes’ foundation and the fact that he was able to commission an important poet to create two epigrams for him proves his possession of disposable wealth and access to the right aristocratic circles. Kanabes’ wealth is in fact alluded to in the second poem that he commissioned from Philes. In this epigram Ioannis/Hilarion goes so far as to compare himself with the rich man that went to hell, while Lazarus was placed in the bosom of Abraham: “For I am struck by the <example of the>rich man who suffers greatly from thirst and is broiled il <hellfire>.” From the sum of this evidence one can propose that Ioannis Kanabes was well established in the aristocratic framework surrounding the Emperor’s court, although his exact status is in unknown

[…]

Interestingly, there is a tangential connection between the Kanabes family and this Emperor as it is recorded that the father-in-law of a Nikephoros Kanabes, Demetrios Kassandrenos, accompanied the Emperor John Kantakuzenos by ship when he visited the city of Mistra in 1361.

The lack of evidence of any other example in micromosaic representing this complex subject and the specific feasts included, all add credibility to the hypothesis that this was in fact Kanabes’ icon, which made its way to Italy given to a loyal courtier of Kantakuzenos’s during the coup d’état that dethroned him in 1357. Although a member of the court, Kanabes was certainly not of the highest stratum of this aristocratic society; he does not claim any of the most illustrious surnames prominent at this time such as Palaiologos, Komnenos, Kantakuzenos or Rhaoul.

The custom of Palaiologan nomenclature allowed an individual to chose names from either maternal or paternal lines, with individuals typically selecting the name of the more illustrious side of the family. Kanabes’ social level is difficult to accurately gauge since he only uses one last name, it is likely that he belonged to the middle to low aristocracy. This factor consequently broadens the potential scope of patrons for micromosaic icons, and modifies what earlier scholars had believed, namely that these were possessions of only the highest echelons of the Byzantine Society. Members of the elite may generally have had access to these works of art both as patrons and as recipients of these as gifts.



(E. C. RYDER, 2007, p. 208-209 and 213-214)

Η αρχή (;): Σταυροφορίες, Βυζάντιο, εποικισμός


Όπως αρχικά αναφέραμε το όνομα Κανναβός εμφανίζεται στην Ελληνική ιστορία γιά πρώτη φορά το 1203, όταν η Κωνσταντινούπολη επολιορκείτο από τους σταυροφόρους, οι οποίοι ως γνωστόν με την πρόφαση να ελευθερώσουν τους Αγίους Τόπους απο τους Σελτζούκους, λεηλάτησαν την Πόλη και συνέβαλαν όσο κανείς στην πτώση της. Τότε υπήρξε μεγάλη κρίσις κυβερνήσεως και στο σημείο αυτό ο Λαός, ο Κλήρος και η Αριστοκρατία, ομόφωνα έστεψαν στην Αγία Σοφία ως Αυτοκράτορα τον Νικόλαο Κανναβό, (28/1/1204) καθαιρέσαντες τους Αυτοκράτορες, πατέρα και γιό Δούκα.

Δεν παρεβρέθηκε, όμως, σκόπιμα ο πατριάρχης Ιωάννης Καματερός. Ο νεαρός Αυτοκράτορας γενναίος μαχητής, συνέτριψε τις αλλεπάλληλες επιθέσεις των Φράγκων σταυροφόρων, οχύρωσε την Αγία Σοφία, αλλά τελικά σκοτώθηκε την 5η Φεβρουαρίου από το Μούρτζουφλο, Αλέξιο Δ΄ που ανέλαβε Αυτοκράτορας μέχρι την 12η Απριλίου που οι Φράγκοι κυρίευσαν την Πόλη, με τις γνωστές συνέπειες που γνωρίζουμε από την Ιστορία.
Κοιτίς, ρίζα των Κανναβαίων λοιπόν υπήρξε η Κωνσταντινούπολη και μετά την τελική άλωση το 1453 απο τους Τούρκους, πολλοί Κανναβαίοι διεσκορπίσθηκαν σε πολλά σημεία κυρίως της παλαιάς Ελλάδος, για να αποφύγουν την δουλεία των Τούρκων.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ - ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΝΕΑΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ 


Μετά την άλωση φυσικά κανένας Ρωμηός δεν θεωρείτο ασφαλής στη Κωνσταντινούπολη. Προσπάθησαν τότε άρον άρον να πάνε σε ασφαλέστερες περιοχές που θεωρούντο οι ορεινές περιοχές της Ηπειρωτικής Ελλάδος σαν πιό ελεύθερες, εν σχέσει με τις πεδινές. Ο πληθυσμός των πόλεων μειώθηκε πάρα πολύ (Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη κ.α.)

Το παιδομάζωμα, ο εξισλαμισμός που επέβαλαν οι Τούρκοι, ανάγκασαν τους Ελληνες που σέβονταν την παράδοσή τους να γίνουν πρόσφυγες. Πολλοί Κανναβαίοι αρχικά κατέφυγαν κοντά στη Λαμία (1455-1460) όπως έλεγε ο Βουλευτής Ι. Κανναβός, αλλά δεν παρέμειναν εκεί παρά μόνον ένας δύο, οι άλλοι διεσκορπίσθηκαν σε πολλά μέρη της Ρούμελης, της Θεσσαλίας, της Πελοπονήσου, αλλά και σε νησιά. Δεν είναι όμως σίγουρα όλα αυτά. Σίγουρο είναι ότι άδειασε η Πόλη και γέμισε μέχρι και η αραιοκατοικημένη Μάνη, όπου οι μισοί σημερινοί Μανιάτες είναι απόγονοι αυτών των φυγάδων.

Στην Ήπειρο υπάρχουν και σήμερα, σε κάποιο χωριό της Κόνιτσας, Κανναβαίοι και στη Καρδίτσα στο χωριό Ανθηρό. Απο τους Φράγκους διέφυγε την κατάληψη το Δεσποτάτο της Ηπείρου, με έδρα την Άρτα και περιφέρεια την Αιτωλοακαρνανία, η Φωκίδα (εκτός της Άμφισσας) και η Αυτοκρατορία της Νίκαιας-Τραπεζούντος.

Στο Δεσποτάτο της Ηπείρου ανήκε και η Ναυπακτία μέχρι το 1580 περίπου. Εδώ βρίσκουμε τους Κανναβαίους που θα ασχοληθούμε στην ιστορία μας. Από το 1580 έως το 1700 η Ναυπακτία κατακτήθηκε από τους Βενετούς, Αλβανούς του Μπούα-Γρίβα και πειρατές. Από το 1700 μέχρι το 1829 κατακτήθηκε απο τους Τούρκους. Όσοι δεν ήθελαν να εξισλαμισθούν, για να αποφύγουν τις σφαγές και τα σκλαβοπάζαρα, προτίμησαν να αφήσουν τίς πόλεις και πήγαν στά ορεινά μέρη, όπως είπαμε, κρατώντας την θρησκεία τους, αλλά κυνηγημένοι και φυσικά χωρίς ανέσεις.

Μεταξύ 1455-1460 κάποιος Κανναβός, αγνώστου ονόματος εγκαταστάθηκε στη θέση ''Γεροντοκαρυές" στά Κράβαρα, όπως λέγονταν τότε, σε απόκρυφο μέρος με έλατα και καστανιές, 3 χλμ απο την Άνω χώρα. Εκεί κατασκεύασε μιά βρύση (κρήνη κατά τους ιστορικούς) λιθόκτιστη και αναγνωρίσθηκε ως άρχοντας του χωριού. Μετά από 100 περίπου χρόνια, λόγω αυξήσεως του πληθυσμού και από ελλειψη νερού, μεταφέρθηκε το χωριό στη σημερινή θέση -Άνω Χώρα- με την ονομασία Τρανή Λομποτινά, όπου και είχε άφθονο νερό. Έγινε δε και πρωτεύουσα των Κραβάρων (50 συνολικά χωριά τότε). Ο κατακτητής εδώ δεν έδωσε και πολλή σημασία επειδή ήταν άγονο και απρόσιτο μέρος.

Στην ορεινή Ναυπακτία βρίσκουμε λοιπόν τους Κανναβαίους, αλλά η ιστορία μας με σίγουρα στοιχεία ξεκινά απο το 1800.
Τό 1805 η Ναυπακτία υπήχθη στο πασαλήκι του Αλή Πασά των Ιωαννίνων και απο το 1805 διοικητές Κοτσαμπάσηδες στά Κράβαρα, έως το 1821 ήταν οι Κανναβαίοι.

Βιβλιογραφία του γενάρχη των Καναβαίων Νικολάου Καναβού [1204 μ.χ]



Βιβλιογραφία του γενάρχη των Καναβαίων Νικολάου Καναβού από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών και την Εταιρεία Ναυπακτιακών Μελετών.

>>> Θα το βρείτε:
Περί του γενάρχη των Καναβαίων Νικολάου Καναβού, το 1204 μ. Χ.

Αναφορά του γενάρχη Νικολάου Καναβού στην Wikipedia



Στην Wikipedia, έχει δημιουργηθεί λήμμα, για τον γενάρχη Νικόλαο Καναβό, αρκετά ελειπές και μάλλον όχι πλήρως ανταποκρίσιμο στην αλήθεια, ως προς το σύνολό του. Φυσικά, όποια/ος έχει την διάθεση, μπορεί να το συμπληρώσει και διαμορφώσει.

-Αναφέρει τα εξής:

Ο Νικόλαος Καναβός ήταν αξιωματούχος της Κωνσταντινούπολης την εποχή των Αγγέλων, που διακρίθηκε κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1203-1204.

Λόγω της γενναιότητας που επέδειξε κατά τις πρώτες συγκρούσεις έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής και στη σύγχυση που επικράτησε στις αρχές του 1204 μετά τη σύγκρουση του Αλεξίου Δ΄ με τους Σταυροφόρους, ανακηρύχθηκε από το λαό της Κωνσταντινούπολης αυτοκράτορας.

Η αναγόρευσή του έγινε στην Αγία Σοφία στις 28 Ιανουαρίου 1204. Παρ’ όλη όμως την λαϊκή υποστήριξη, δεν είχε ερείσματα στις ανώτερες τάξεις και μάλιστα ο ίδιος ο Πατριάρχης Ιωάννης Ι΄ Καματηρός (1198-1206) χαρακτήρισε την ενέργεια αυτή παράνομη και στασιαστική.

Γρήγορα ο Αλέξιος Δούκας Μούρτζουφλος κατάφερε να πάρει τον έλεγχο του παλατιού και του στρατού και έτσι να εκτοπίσει τον Νικόλαο, ο οποίος συνελήφθη και εκτελέστηκε κατόπιν εντολής του στις 5 Φεβρουαρίου 1204.

Ο Καναβός έμεινε στην ιστορία ως ο διεκδικητής του θρόνου για μια εβδομάδα (28 Ιανουαρίου-5 Φεβρουαρίου 1204). Μάλιστα λέγεται ότι, έχοντας συναίσθηση της αδυναμίας του, προσπάθησε να αρνηθεί τον αυτοκρατορικό θρόνο, χωρίς όμως αποτέλεσμα.


>>> το σχετικό link προς την Wikipedia.

Περί του Γενάρχη των Καναβαίων, Νικόλαου Καναβού [1204 μ.χ]


Το γεγονός της επιλογής και πρόκρισης του «νεανίσκου» Νικολάου Καναβού για τον αυτοκρατορικό θρόνο εκ μέρους του λαού της Βασιλεύουσας, ενώ τεκταινόταν η ανατροπή της διεφθαρμένης κυβέρνησης των Αγγέλων αυτοκρατόρων Αλέξιου Δ' και του τυφλού πατέρα του τελευταίου, Ισαάκιου Β', στις 25 Ιανουαρίου 1204, δεν αποκλείεται να σημαίνει ότι ο Νικόλαος ήταν γόνος ονομαστής —ίσως και αριστοκρατικής— βυζαντινής οικογένειας· από τις σχετικές πληροφορίες στις πηγές μόνο ο μεταγενέστερος Ψευδο-Κωδινός μαρτυρεί ότι κατείχε το αξίωμα του σεβαστού, πληροφορία που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη και η οποία, πάντως, μάλλον αποκλείει τις απόψεις των Κ. Παπαρρηγόπουλου, Ν. Βέη και Ν. Καλομενόπουλου περί του «ασήμου» και του «ταπεινού» της καταγωγής του.

Στον Νικόλαο, πάντως, έπεσε ο δυσμενής κλήρος να χριστεί, άθελα του «βασιλεύς Ρωμαίων» στις αρχές του δίσεκτου για την Αυτοκρατορία έτους 1204, πιθανώς στις 28 Ιανουαρίου κατά τους Νικήτα Χωνιάτη και Θεόδωρο Σκουταριώτη," από τον επαναστατημένο όχλο της βυζαντινής πρωτεύουσας, τον «χυδαίο δήμο», όπως μαρτυρεί ο Ψευδο-Κωδινός

Αν και οι ελληνικές πηγές δεν αναφέρουν συγκεκριμένα «στέψη» του Καναβού, εν τούτοις την πληροφορία αυτή μας την παρέχει το «Χρονικό του Νόβγκοροντ», κατά το οποίο μαζί με τον Νικόλαο πιθανώς να στέφθηκε και η σύζυγος του, της οποίας πάντως δεν σώζεται το όνομα. Ακόμη και αν, πάντως, η πληροφορία του παλαιορωσικού χρονικού είναι σωστή, εν τούτοις λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η «στέψη» αυτή, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά τα λεγόμενα του Γ. Κορδάτου ότι ο Καναβός πρέπει να θεωρείται «νόμιμος αυτοκράτορας», που ανατράπηκε από το κίνημα του Αλέξιου Ε' Δούκα Μούρτζουφλου.

Προτού παρακολουθήσουμε τα γεγονότα από την στιγμή της εκλογής του Καναβού, θα αναφερθούμε σε μια πολύ σημαντική πληροφορία, την οποία παρέχει μόνο το «Χρονικό του Νόβγκοροντ»· πριν ο Καναβός επιλεγεί για αυτοκράτορας, την ίδια τύχη είχε ένας άλλος Βυζαντινός αξιωματούχος, ο σεβαστός Κωνσταντίνος Ραδεινός, γνωστός από άλλη περίπτωση στους Ν. Χωνιάτη και Θ. Σκουταριώτη· σύμφωνα με την γλαφυρή περιγραφή του Χρονικού, πάντως, ο Ραδεινός, αντιλαμβανόμενος τις τεράστιες δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε, στην κυριολεξία εξαφανίστηκε, ενώ η γυναίκα του —όσο και να πιέστηκε— δεν αποκάλυψε το κρησφύγετο του συζύγου της.
Έτσι, στη συνέχεια ο κλήρος έλαχε στον Νικόλαο Καναβό. Παρά τα μαρτυρούμενα από τις ελληνικές πηγές χαρίσματα και προσόντα του (ηθικός, ικανός στη γνώμη, έμπειρος στα πολεμικά), εν τούτοις ο Νικόλαος Καναβός αποτέλεσε τραγική μορφή, αφού δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα για τις δύσκολες εκείνες ώρες αποθέματα ψυχικής δύναμης και σθένους, για να ανταποκριθεί στο βάρος μια τόσο τεράστιας ευθύνης, την οποία του είχε αναθέσει ο λαός της Κωνσταντινούπολης. Επιπρόσθετα, είχε να αντιμετωπίσει από την αρχή τις πλάγιες και ύπουλες ενέργειες του Αλέξιου Δ' Άγγελου, που ταμπουρωμένος στο ανάκτορο των Βλαχερνών και προφανώς πανικόβλητος από την αναμφισβήτητη δημοτικότητα που θα είχε αρχικά ο Καναβός, έσπευσε να καλέσει τον αρχηγό της Δ' Σταυροφορίας, μαρκίωνα Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό, για την ανατροπή του Καναβού με σταυροφορικές δυνάμεις· αυτά παραδίδει ο Χωνιάτης, ακολουθούμενος από τον Σκουταριώτη, ενώ το «Χρονικό του Νόβγκοροντ», οπωσδήποτε λιγότερο αξιόπιστο στο σημείο αυτό, αποδίδει τις ενέργειες για προσεταιρισμό των Φράγκων στον τυφλό γέροντα Ισαάκιο Β' Άγγελο· πράγματι, όπως διαφαίνεται από τις επιστολές του Βαλδουίνου (Α') της «Ρωμανίας», οι ενέργειες αυτές αποδίδονται στον Αλέξιο Δ', καθώς εξάλλου αναφέρουν σαφώς οι Hendrickx και Matzukis.

Η ανδρεία και, οπωσδήποτε, η στρατιωτική εμπειρία του Καναβού συνάγεται από τις φράσεις των Χωνιάτη και Σκουταριώτη ότι δεν ήταν «αγεννής τά πολέμια». Από μια αρκετά σημαντική λατινική πηγή του 13ου αι., τον Aubray de Trois-Fontaines μαθαίνουμε ότι ήδη πριν την ανατροπή του Ισαάκιου Β' από τον αδελφό του Αλέξιο Γ’ Άγγελο το 1195, ο Καναβός συμπεριλαμβανόταν —μαζί με τον Μούρτζουφλο— στους αναφερόμενους (από τον Χωνιάτη) Βυζαντινούς αριστοκράτες που είχαν εναντιωθεί στον Ισαάκιο, έχοντας επιδείξει στασιαστικές τάσεις, ενώ έχει ακόμη υποστηριχθεί από τον Brand ότι ο Καναβός «φαίνεται ότι υπήρξε οπαδός του Αλέξιου Γ'», αν και η σχέση τους αυτή δεν αναφέρεται ούτε στο λεπτομερές περί Αλεξίου Γ' λήμμα του Κ. Βαρζού ούτε στο πρόσφατο κεφάλαιο περί της βασιλείας του Αλεξίου Γ' από τον Ι. Καραγιαννόπουλο.

Πάντως, από την προαναφερόμενη πληροφορία του Aubray μπορεί να συναχθεί ένα άλλο χρήσιμο για την παρούσα έρευνα συμπέρασμα, όσον αφορά στην ηλικία του Καναβού αφού πριν το 1195 (ίσως περί το 1192) ο Νικόλαος Καναβός μπορούσε να διαδραματίζει κάποιο ρόλο στις κατά του Ισαάκιου Β' κινήσεις, τότε το 1204 μπορεί βέβαια να ήταν ακόμη νέος άνδρας, όχι όμως και «νεανίσκος», που όπως είδαμε τον αποκαλούν οι Χωνιάτης και Σκουταριώτης. Όσον δε αφορά την περίπτωση να υπήρξε οπαδός του Αλέξιου Γ’, αυτό θα μπορούσε ίσως να μας οδηγήσει στην εικασία ότι θα πολέμησε κατά των σταυροφόρων λίγο πριν από την ανατροπή του Αλέξιου Γ' στις 17 Ιουλίου και την επαίσχυντη φυγή του από τη Βασιλεύουσα.
 Το κυριότερο ίσως πρόβλημα σχετικά με την εκλογή του Καναβού από τον κωνσταντινουπολιτικό λαό σχετίζεται με την προβληματική «στέψη» του στην Αγία Σοφία, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Chronista Novgorodensis, μαρτυρία που δεν ενισχύεται ούτε από τις ελληνικές πηγές, που χρησιμοποιούν τα ρήματα «χρίουσιν» και «άνηγόρευσαν», αλλά ούτε και από την Devastatio, κατά την οποία «εκλέγουν βασιλέα» («regem eligunt»).

Επίσης με την πληροφορία του «Χρονικού του Νόβγκοροντ» συνδέεται και η αινιγματική φράση ότι η «στέψη» του Καναβού έγινε «με την απουσία του πατριάρχη» («absente patriarcha»), φράση που προβλημάτισε τον μεταφραστή του έργου, J. Gordon, κατά τον οποίο δεν φαίνεται καθαρά αν εδώ υπονοείται ότι ο πατριάρχης απλά απουσίαζε ή σκόπιμα δεν παρέσχε την υποστήριξη του στον Καναβό. Νομίζουμε ότι παρά το γεγονός ότι ο Καναβός θα πρέπει να είχε αρκετούς οπαδούς κατά το διάστημα της πολύ σύντομης «βασιλείας» του (εξαήμερης ή οκταήμερης), όταν κατέλαβε με τους υποστηρικτές του την Αγία Σοφία, εν τούτοις δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει την υποστήριξη του πατριάρχη, ο οποίος προτίμησε να την παράσχει στον Μούρτζουφλο, που είχε επίσης «χριστεί» αυτοκράτορας στις 28/29 Ιανουαρίου (λίγο μετά δηλ. από τον Καναβό) από άλλο τμήμα του λαού της Βασιλεύουσας.

Η σταδιακή επικράτηση του Μούρτζουφλου σε βάρος του Καναβού περιγράφεται γλαφυρά και συμβολικά στα κείμενα των Χωνιάτη και Σκουταριώτη, που γράφουν ότι η ισχύς και η επιρροή του πρώτου συνεχώς γιγαντωνόταν σε αντίθεση με εκείνη του τελευταίου, η οποία μίκραινε και έσβηνε. Η διστακτικότητα και η έλλειψη αποφασιστικότητας εκ μέρους του Καναβού δεν δικαιολογούν τις απόψεις του Γ. Κορδάτου, κατά τον οποίο ο δημοφιλής Καναβός δεν ήταν αρεστός ούτε στον πατριάρχη, αλλά ούτε στους άρχοντες και τους συγκλητικούς, οι οποίοι ανησυχούσαν για την (δήθεν) δυναμικότητα του νέου αυτού «Ανδρόνικου» (υπερβολικός παραλληλισμός του Κορδάτου ανάμεσα στους Καναβό και τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α' Κομνηνό). Συνεχίζοντας δε τις υπερβολικές του εκτιμήσεις ο Κορδάτος έγραφε πως ο Καναβός ήταν αποφασισμένος να πολεμήσει τους Φράγκους και τους Βενετούς και «άρχισε να οργανώνει στρατό από τις λαϊκές μάζες, έχοντας το στρατηγείο του στην Αγία Σοφία». Κάθε άλλο όμως παρά κάτι τέτοιο έγινε· διστακτικός και χωρίς την απαιτούμενη ενεργητικότητα ή τον ενθουσιασμό που θα ανέμεναν οι οπαδοί του, ο Καναβός φαίνεται ότι αδράνησε.

Στα γεγονότα του 1204 ο Καναβός ούτε «διακρίθηκε για την παληκαριά του και για τον πατριωτισμό του», ούτε βέβαια υπήρξε «αληθινός λαϊκός ηγέτης, που μέρα νύχτα προπαγάνδιζε την ιδέα της αντίστασης στους Φράγκους και στους Βενετσάνους», έχοντας «μαζέψει γύρω του πολλούς φανατικούς ομοϊδεάτες του από τα λαϊκά στρώματα». 

Όπως είναι φανερό, ο Κορδάτος έχει «εκβιάσει» τις πηγές. Στην Αγία Σοφία, όπου σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις παρέμεινε για έξι (ή οκτώ) ημέρες με τους οπαδούς του ο Νικόλαος Καναβός, έμελλε τελικά να εξουδετερωθεί, όταν ο Μούρτζουφλος αποφάσισε να παρέμβει δυναμικά για να γίνει κύριος της κατάστασης. Δεν είναι πάντως απόλυτα σαφές αν ο Μούρτζουφλος χτύπησε τελικά τους οπαδούς του Καναβού με το στρατό του, συλλαμβάνοντας και εκτελώντας τον τελευταίο (περί του υποτιθέμενου θανάτου του Καναβού βλ. παρακάτω), όπως μαρτυρεί η Devastatio, ή —εγκατελειμμένος τελικά από τους οπαδούς του— συνελήφθη από τους άνδρες του Μούρτζουφλου, όπως γράφουν οι βυζαντινές πηγές. Πιθανότερη, ίσως, να είναι η εκδοχή του Chronista Novgorodensis, σύμφωνα με τον οποίο ο Μούρτζουφλος πρότεινε στον Καναβό να απαρνηθεί το στέμμα που του είχαν προσφέρει και, σε αντάλλαγμα, θα τον αναγνώριζε ως τον πρώτο ανάμεσα «στους βογιάρους του»· όταν όμως οι οπαδοί του Καναβού απέτρεψαν τον τελευταίο από του να παραιτηθεί από το αξίωμα στο οποίο τον είχαν οι ίδιοι ανεβάσει, την ίδια εκείνη νύκτα οι ίδιοι αυτοί οπαδοί του εγκατέλειψαν (ανεξήγητα) τον Καναβό, που μαζί με την γυναίκα του συνελήφθη από τον Μούρτζουφλο και ρίχτηκε στη φυλακή. Αυτά συνέβησαν στις 5 Φεβρουαρίου 1204, αν και οι Hendrickx και Matzukis τονίζουν την επιφυλακτικότητα τους στην αβίαστη αποδοχή της ημερομηνίας αυτής για την εξουδετέρωση του Καναβού και την επίσημη «στέψη» του Αλέξιου Ε'. Έτσι, παρά το γεγονός ότι είχε υποστηριχθεί από όχι ευκαταφρόνητο τμήμα του κωνσταντινοπολιτικού λαού, του «απλού και ανοργάνωτου» κατά τον Ν. Οικονομίδη, που μάλλον θα προερχόταν από τις «χαμηλότερες τάξεις» κατά τον Brand, εν τούτοις ο Καναβός έχασε την ευκαιρία και υποχώρησε εμπρός στην αποφασιστικότητα του Μούρτζουφλου.

Σχετικά με την τύχη του άτυχου Καναβού, οι πηγές δεν παρουσιάζουν ομοφωνία- κατά την Devastatio συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε από τους άνδρες του Μούρτζουφλου, οι οποίοι είχαν περικυκλώσει την Αγία Σοφία, ενώ κατά την Croisade de Constantinople οι οπαδοί του Καναβού διασκορπίστηκαν από τις δυνάμεις του Μούρτζουφλου, οι οποίες συνέλαβαν και εκτέλεσαν τον ίδιο τον Καναβό μέσα ή κοντά στη Μεγάλη Εκκλησία. Καμιά όμως από τις δυο κύριες πηγές μας, ο Νικήτας Χωνιάτης ή ο Chronista Novgorodensis δεν αναφέρουν εκτέλεση του Καναβού· κατά τον Χωνιάτη «φρουρά παραδίδοται» (ή «φρουρά παραπέμπεται» κατά τον Σκουταριώτη, ενώ κατά τον Chronista» μαζί με την γυναίκα του «custodiae tradidit». Έτσι, η άποψη αρκετών ερευνητών που έχουν υιοθετήσει την περί θανάτωσης μαρτυρία των δυο ελασσόνων δυτικών πηγών, δεν μας φαίνεται ορθή. Για το λόγο αυτό συμφωνούμε με εκείνους που υιοθετούν την μαρτυρία περί σύλληψης και φυλάκισης, μετά τον διασκορπισμό των οπαδών του ατυχούς Καναβού. Ιδιαίτερα αναφέρουμε την χαρακτηριστική άποψη του E. Bradford ότι ο Καναβός, ένας «απρόθυμος αποδέκτης ενός αξιώματος που ποτέ δεν είχε επιδιώξει, αμέσως εγκαταλείφθηκε» και «πέρασε έξω από τη δημοτικότητα στην οποία σύρθηκε τόσο απρόθυμα και αποσύρθηκε στην ιδιωτική του ζωή».

Αν κρίνει κανείς από τις άθλιες συνθήκες υπό τις οποίες κλήθηκε να σώσει την κατάσταση, παρατηρεί ο Βρεταννός συγγραφέας, «ήταν σώφρων στην προσπάθεια του να αποσείσει από πάνω του μια τόσο αμφίβολης αποτελεσματικότητας τιμή». Πράγματι, αν κρίνουμε από τη μεγάλη ταλαιπωρία στην οποία άθελα του υποβλήθηκε ο άτυχος Καναβός, η τελική εξέλιξη θα πρέπει να του δημιούργησε μεγάλη ανακούφιση.

Νικόλαος Καναβός: Αυτοκράτορας του Βυζαντίου [1204]




Ο Νικόλαος Καναβός ήταν αξιωματούχος της Κωνσταντινούπολης την εποχή των Αγγέλων, που διακρίθηκε κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1203-1204.
Λόγω της γενναιότητας που επέδειξε κατά τις πρώτες συγκρούσεις έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής και στη σύγχυση που επικράτησε στις αρχές του 1204 μετά τη σύγκρουση του Αλεξίου Δ΄ με τους Σταυροφόρους, ανακηρύχθηκε από το λαό της Κωνσταντινούπολης αυτοκράτορας. 

Η αναγόρευσή του έγινε στην Αγία Σοφία στις 28 Ιανουαρίου 1204. Παρ’ όλη όμως την λαϊκή υποστήριξη, δεν είχε ερείσματα στις ανώτερες τάξεις και μάλιστα ο ίδιος ο Πατριάρχης Ιωάννης Ι΄ Καματηρός (1198-1206) χαρακτήρισε την ενέργεια αυτή παράνομη και στασιαστική. Γρήγορα ο Αλέξιος Δούκας Μούρτζουφλος κατάφερε να πάρει τον έλεγχο του παλατιού και του στρατού και έτσι να εκτοπίσει τον Νικόλαο, ο οποίος συνελήφθη και εκτελέστηκε κατόπιν εντολής του στις 5 Φεβρουαρίου 1204.
Ο Καναβός έμεινε στην ιστορία ως ο διεκδικητής του θρόνου για μια εβδομάδα (28 Ιανουαρίου-5 Φεβρουαρίου 1204). Μάλιστα λέγεται ότι, έχοντας συναίσθηση της αδυναμίας του, προσπάθησε να αρνηθεί τον αυτοκρατορικό θρόνο, χωρίς όμως αποτέλεσμα.