Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θανασης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γενεαλογικό δένδρο του γενάρχου Αθανασίου Κων. Κανναβού [από το 1820]

Πινάκας των απογόνων του γενάρχου  Αθανασίου Κων. Κανναβού, που εγκαταστάθηκε πρώτος στη σημερινή Περιθιώτισσα Δωρίδος το 1820 σε ηλικία 20 περίπου χρονών, για να μη τον συλλάβει ο Αλή πασάς, και όχι μόνο, συνταχθείς περί το 1980 από τον αείμνηστο Κωνσταντίνο Ιωάννη Καναβό (με ένα 'ν' το έγραφε):


 *Η οικογένεια ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΧΑΡΑΛ. ΚΑΝΝΑΒΟΥ (γεν.1881) που μετώκισε στο χωριό Μαραθιά, όταν έγινε Ιερέας και πρός τιμή του, μετονομάσθηκε περί το 1935 από ''Κανναβός'', σε ''Παπασωτηρίου''.
(Όμως πρόσφατα κάποιοι επανήλθαν στο αρχικό τους επώνυμο.)

Ιωάννης Κανναβός, υπουργός: Από την Άνω Χώρα στην Περιθιώτισσα


Όπως αναφέραμε ο Ιωάννης Κανναβός, βουλευτής και Υπουργός δεν άφησε απογόνους καθ' όσον η καλή του γυναίκα είχε πολλές αποβολές και στην εποχή εκείνη η ιατρική δεν μπορούσε να βοηθήσει.
Πούλησε και το τριόφορο αρχοντικό των Κανναβαίων και κάπου εδώ τελείωσε η ιστορία μας στην Άνω Χώρα Ναυπακτίας μετά από τόσες περιπέτειες και κυνηγητά από εχθρούς και ζηλότυπους <<φίλους>>.

Όμως ο Θανασάκης όπως αναφέραμε, φοβούμενος την σύλληψη από τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων και όχι μόνον, αλλά και από τα μπαξίσια που υπόσχονταν οι αρβανίτες για την παράδοσή του στο Τουρκαλβανό ταγματάρχη Αχμέτ Πρέβιστα και στον αντικαταστάστη του Αβδούλ καθώς και του Σωτηρόπουλου, κατέφυγε σε κρυψώνα, σε ηλικία περίπου είκοσι χρονών.
Τη μοναδική αυτή κρυψώνα στη θέση <<Περιθιώτισσα>> την γνώριζαν οι Κραβαρίτες ζωοκλέπτες που γύριζαν όλες τις τρύπες και προτίμησαν εκεί να κρύψουν τον προστατευόμενό τους Θ α ν α σ ά κ η, τον καταδιωκόμενο περί το φθινόπωρο του 1820.

Και δεν έπεσαν έξω οι καλοί εκείνοι Κραβαρίτες, φίλοι των Κανναβαίων γιατί δεν υπήρχε πιό ιδανική και ασφαλή κρυψώνα σε απρόσιτη θέση, μέσα σε παρθένα και πανύψηλα δάση δρυός και πουρναριών και αριών.
Μέ άγρια και κατάφυτη οργιώδη βλάστηση στην οποία δεν μπορούσε κανείς να υποψιασθεί για ύπαρξη ζωής.
Εκεί λοιπόν είχαν τις ταράτσες τους και τα μανδρυά τους έξη τσοπάνηδες και ζούσαν ήσυχα μακρυά από χωριό και κόσμο, ελεύθεροι και απηλλαγμένοι από κάθε ανεπιθύμητη επίσκεψη. Ζούσαν με ότι παρήγαγαν, τα λίγα γιδοπρόβατά τους, το γάλα τους, το τυράκι τους, το μαλί για τα ρουχαλάκια τους τα μάλλινα, του αργαλειού, με τις χονδρές κάπες τους που τις είχαν για παλτό και πάπλωμα. Είχαν και τα κηπάκια τους με τα γόνιμα χωραφάκια τους.
Τα ονόματα αυτών των βοσκών δεν τα θυμόμαστε καλά, που να τα σημειώσει κανείς τότε που τα μαθαίναμε από τους παππούδες, γράφει ο κ. Κώστας ο Δασονόμος, αλλά συγκράτησε τα ονόματα του Στάθη, του Γεωργούλα, του Καραγκούνη και του Χουλιάρα που αργότερα έγιναν επώνυμα ως Σταθόπουλοι, Γεωργόπουλοι, Τριανταφύλλου (του Καραγκούνη) και Γεωργίου.
Δεν γνωρίζουμε αν οι άλλοι Κανναβαίοι της Άνω Χώρας ήξεραν τίποτα για την κρυψώνα του Θανασάκη, δεν έχουμε καμμιά πληροφορία.
Το σίγουρο είναι ότι ήξεραν το μυστικό μόνο 2-3 Κραβαρίτες κτηνοτρόφοι και ο πατέρας της Μαρίας συζύγου του Θανάση Γερο-Στεργίου, από τη Κάτω Χώρα Ναυπακτίας.
Μαθεύτηκε το μυστικό μόνο μετά το 1830 που απελευθερώθηκε η Ρούμελη, όταν οι συγγενείς του Στεργίου πήγαιναν συχνά σε επίσκεψη στη Περιθιώτισσα.

Στο μεταξύ ο Θανασάκης προσαρμόσθηκε στη νέα του ζωή σε μιά μεγάλη ταράτσα που αποτελείτο από τρία διαμερίσματα, ένα για τα ζώα, ένα για την αποθήκη και ένα για υπνοδωμάτιο και τραπεζαρία. Μαζί με τη Μαρία, τη γυναίκα του δούλεψαν σκληρά και ξεχέρσωσαν εκτάσεις για κήπους, αμπέλια, στανοτόπια και δημιούργησαν πολλά περισσότερα από συγχωριανούς τους, που σιγά σιγά κατέφθαναν και από άλλα χωριά.
Η Περιθιώτισσα το 1951 είχε 397 κατοίκους, το 1907 είχε 248, αλλά από το 1961 που υπήρχαν 141 ψυχές, τώρα φθάσαμε στις 51.
Το πρώτο τους παιδί το ονόμασαν Δημήτριο προς τιμή και μνήμη του Αγίου Δημητρίου, τον οποίον όλοι οι Κανναβαίοι της Λομποτινάς (Άνω Χώρας) θεωρούσαν προστάτη τους και στον οποίο αφιέρωσαν το Μοναστήρι που κτίσθηκε από τον Αντώνη Κανναβό.
Αλλά και η κεντρική εκκλησία της Περιθιώτισσας είναι αφιερωμένη στον Αγιο Δημήτριο.
Συνολικά απέκτησαν επτά αγόρια και ένα κορίτσι, την Ελένη στη μνήμη της μητέρας του Θανάση που κατακομματιάσθηκε από τα γιαταγάνια των τουρκαλβανών, όπως αναφέραμε στο άνανδρο εκείνο ξεκλήρισμα.
Το άτυχο αρχοντόπουλο πέθανε ένα χρόνο μετά τη Μαρία του, το 1867.

Οι λοιποί απόγονοι Κανναβαίοι ευρίσκονται καταγεγραμμένοι στη χειρόγραφη κατάσταση του πονήματος του κ. Κώστα του Δασονόμου και κάποιος ελπίζω θα συνεχίσει το έργο του για τη μελλοντική μας γενεά.

Αντίποινα για ξεκλήρισμα των Καναβαίων;


ΑΥΤΟΣΥΓΚΡΑΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΤΙΠΟΙΝΑ ΑΠΟ ΗΓΟΥΜ. ΔΑΜΙΑΝΟ.

Η κουμπουριά που άστραψε εναντίον του Κωνσταντίνου ο Δερβέναγας μέσα στη νύκτα, ακούσθηκε σε μεγάλη απόσταση και σύμφωνα με το ύπουλο σχέδιο, αμέσως κυκλώθηκαν και συνελήφθηκαν όλοι οι τσοπάνηδες των Κανναβαίων. Κατασχέθηκε όλη η περιουσία τους στο Σέλλο στο Κελί και όπου αλλού είχαν και δόθηκε εντολή να πάνε τα 3.000 περίπου γιδοπρόβατα με τα 80 περίπου βόδια και αλογομούλαρα, και 2.000 γιδοπρόβατα των κολίγων-τσοπάνηδων, μαζί με το δεμένο Θοδωράκη, στα Γιάννενα, στον Αλή πασά.

Εδώ να αναφέρουμε το παράπονο του Γεωργίου Κανναβού για την αδράνεια του καπετάν Σαφάκα που βρισκόταν στις ράχες της Λομποτινάς με το ασκέρι του και δεν επιτέθηκαν στους αρβανιτάδες για να γλυτώσουν και το Θεοδωράκη και τα γιδοπρόβατα που συνόδευαν, όπως γράφει σε επιστολή του.

Ο Διοικητής του τάγματος των Τουρκαλβανών στα Κράβαρα, ο άτιμος Αχμέτ Πρέβιστας, στο γραφείο του που καταστρώθηκε το αισχρό σχέδιο, κάλεσε για δήθεν σύσκεψη τους άλλους Κανναβαίους Αντώνη, Γιώργο και Αναγνώστη. Τους κλείδωσε και εκείνοι επειδή δεν γνώριζαν την πραγματική αιτία, νόμισαν ότι προδόθηκαν επειδή ήταν μέλη στη Φιλική Εταιρεία. Αλλά το σχέδιο ήταν άλλο. Να συλληφθούν και να απομονωθούν προς αποφυγή ταραχών και αντιδράσεων όταν θα μάθαιναν όλοι τη άδικη και άνανδρη δολοφονία του Κωνσταντίνου και τα λοιπά συμβάντα.

Το πρωϊ ακούσθηκαν οι πένθιμες καμπάνες και γρήγορα όλοι ενημερώθηκαν για τα γεγονότα. Ο Αναγνώστης ήταν ασυγκράτητος, έβριζε και απειλούσε μέχρι και τον Αχμέτ, ο οποίος τον διαβεβαίωνε ότι ήταν εντολή του Αλή πασά και ο ίδιος δεν ήξερε τίποτα, ενώ ο Γιώργος και ο Αντώνης προσπάθησαν να τον καθυσηχάσουν φοβούμενοι μήπως είχαν τη τύχη του Κωνσταντίνου. Στο μεταξύ όλοι οι φίλοι και αδελφοποιτοί των Κανναβαίων κινητοποιήθηκαν για να αντιδράσουν.

Τότε κατέφθασε ο αρχιφιλικός ηγούμενος Δαμιανός και τους συνέστησε αυτοσυγκράτηση γιατί δεν συνέφερε τώρα να αντιδράσουν, ενώ τους διαβεβαίωσε ότι σε 2-3 μήνες θα άρχιζε η γενική επανάσταση.
Η κηδεία έγινε στην Ανω Χώρα με πολλά μοιρολόγια που διασώθηκαν στην ιστορία και τα δημοσιεύουμε. Παρευρέθηκαν μάλιστα πολύς κόσμος από όλα τα χωριά της ορεινής Ναυπακτίας, εκτός από τον Θανασάκη που βέβαια κατεζητείτο από τον Αλή πασά, και το αντηλήφθηκε ώστε να εξαφανισθεί.
Αποχώρησαν όλοι με πίκρα και αναμένοντας το ξέσπασμα της επανάστασης.
Το δρομολόγιο που ακολούθησαν οι αρβανίτες με τα γιδοπρόβατα και τον Θοδωράκη ήταν: "Σέλλο - Παπαδιά - Ελευθέριανη - Χώμορη - Πλάτανος - Κεφαλόβρυσο - Άρτα - Γιάννενα"

Ένας αδελφοποιτός, ο Θανάσης Σκούφος-Καραγιάννης, παραφύλαγε στη διαδρομή και προσπάθησε να σκοτώσει τον Θοδωράκη από αγάπη για να αποφύγει το οδυνηρό κρέμασμα, αλλά απέτυχε και οι αρβανίτες τόν σκότωσαν. Τότε έπεσε πάνω στο νεκρό Θανάση ο Θοδωράκης που τον υπεραγαπούσε και έκλαψε σαν μωρό παιδί, αποκαλώντας τον αδελφούλη μου Θανάση. Όμως αυτή η παλλικαριά του Σκούφου γλύτωσε από πολλούς μπελάδες τους Κανναβαίους, γιατί με το μεγάλο μοιρολόϊ, παραπλανήθηκαν και πείσθηκαν οι αρβανίτες ότι σκότωσαν τον αδελφό του που κατα σύμπτωση ήταν Θανάσης, όχι όμως ο κατά σάρκα, αλλά ο αδελφοποιτός ήρωας και έτσι σταμάτησαν να τον καταζητούν.


ΚΡΕΜΑΣΜΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ - ΔΙΑΣΩΣΗ ΘΑΝΑΣΑΚΗ

Έφθασαν όλοι στα Γιάννενα και παρέδωσαν την περιουσία των Κανναβαίων στον πασά. Εκείνος έδωσε τη πλούσια αμοιβή του και διέταξε να κρεμάσουν τον Θοδωράκη. Δυστυχώς τόν κρέμασαν με πολλή οδυνηρό τρόπο, οι μόνιμοι δήμιοι του πασά, οι γύφτοι.

Δεν γινόταν το κρέμασμα τότε με θηλειά στο λαιμό που επέρχεται σύντομος θάνατος, αλλά τον κρέμασαν στο πλάτανο με τσιγκέλια κάτω από την μασχάλη και έτσι αργοπέθανε με φοβερούς πόνους μέχρι τη δεύτερη μέρα. Σημειωτέον ότι ο Θοδωράκης ήταν ψηλό γεροδεμένο παλικάρι και αποκαλείτο "θεριό", επειδή κάποτε διέσωσε ένα τσοπάνη από τα κέρατα ενός μαινόμενου ταύρου και του έστριψε το κεφάλι.
Έτσι πέθαναν ηρωϊκά όλοι οι απόγονοι της οικογένειας Κανναβογιάννη, προσφορά στη προπαρασκευή της επανάστασης του 1821. Έπεσαν χωρίς να συμβιβασθούν με τον δυνάστη κατακτητή.
Το φοβερό μαντάτο του Θοδωράκη, έφεραν στην Άνω Χώρα καμμιά δεκαπενταριά τσοπάνηδες που μετέφεραν τα γιδοπρόβατα στα Γιάννενα και ήρθαν καταφοβισμένοι και σωστά ράκη.

Ο Θανασάκης λοιπόν, καταζητείτο από τους αρβανίτες του Αλή πασά σε κάθε τόπο ακόμα και σε βουνά και λαγγάδια. Όλοι έλεγαν δεν τον είδαμε, δεν ξέρουμε και μετά το συμβάν που αναφέραμε με τον αδελφοποιτό Θανάση Σκούφο-Καραγιάννη, χαλάρωσαν οι έρευνες.

Που ήταν ο Θανασάκης τη νύχτα του φονικού, που κρυβόταν; Αυτή η ερώτηση είναι αναπάντητη μέχρι σήμερα. Πάντως ούτε στη κηδεία των γονέων του πήγε, για το φόβο μήπως συλληφθεί. Ούτε και μετά το θάνατο του Αλή πασά δεν μίλησε σε κανένα. Οι λίγοι που ήξεραν πήραν το μυστικό του μέχρι το μνήμα. Μάλλον κάπου θα τον έστειλε ο πατέρας του ή σε κτηνοτρόφους ή σε τίποτε κλεφταρματωλούς. Τίποτα δεν είναι σίγουρο. Σημασία έχει πως χάρη στη διάσωσή του υπάρχει συνέχεια στο Κανναβαίϊκο σήμερα, από την πλευρά της οικογένειας Κανναβογιάννη.

Η κόρη του Κανναβογιάννη και αδελφή του Κων/νου, η Λάμπρω, που ήταν όμορφη και την ήθελε ο πασάς, αλλά δεν μπόρεσε να την αρπάξει, διασώθηκε, επειδή λόγω της βροχής παρέμεινε στην Ανω Χώρα στα σπίτια των εκεί Κανναβαίων. Παντρεύθηκε μάλιστα τόν προεστό του χωριού "Σίμου" Κώστα Ξύδη όπως μας το αναφέρει ο Καρκαβίτσας σε βιβλίο του. (Άπαντα εκδ.1973 Χρ. Γιοβάνη σελ.346).
Με το Θανασάκη και τους απογόνους του, θα ασχοληθούμε πιό κάτω, τώρα θα δούμε τη δράση των άλλων Κανναβαίων.

To ξεκλήρισμα των Καναβαίων στη Ναυπακτία [1820]


ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ "ΚΑΛΟΓΕΡΩΝ" - ΘΑΝΑΤΟΣ ΙΩΑΝΝΗ


Αυτοί οι καλόγεροι ήταν τελικά κατάσκοποι, για να ενημερώσουν τον πασά με ποιούς είχαν δοσοληψίες οι Κανναβαίοι, αφού κάποιος που τον χαστούκισε ο Κολοκοτρώνης, "κάρφωσε" στον καχύποπτο πασά όσους νόμιζε ότι θα ήταν στην οργάνωση, μεταξύ των οποίων και τους Κανναβαίους, αλλά δυστυχώς επίσης και κάποιοι κακοί συμπατριώτες τους απο αντιζηλία στούς άρχοντες Κοτζαμπάσηδες, και έβαζαν λόγια στον Αλή πασά.

Το χειμώνα του 1819 ο άρχοντας Κανναβογιάννης πέθανε.
Ο γιός του Κωνσταντίνος διέταξε τους ψευτοκαλόγερους να φύγουν πριν την Άνοιξη. Οι "καλόγεροι" διέδιδαν στους κατοίκους ότι δεν ήθελαν οι Κανναβαίοι να κτίσουν Μοναστήρι και τους δυσφημούσαν, αλλά και συγχρόνως έδιναν αναφορές στόν πασά, μέσω του Αρβανίτη στρατιωτικού Διοικητή, για τις κινήσεις τους και τις συναναστροφές τους με τους κλεφταρματωλούς και ό,τι άλλο υποψιάζονταν.
Μάλιστα ο ψευτοηγούμενος πήγε και προσωπικά στα Γιάννενα να δεί τον πασά και να τον ενημερώσει.
Τότε λοιπόν ο Αλή πασάς πείσθηκε για την ενοχή των και έδωσε εντολή να συλλάβουν τους Κανναβαίους και να τους φέρουν ζωντανούς εκεί, μαζί με όλα τα γιδοπρόβατά τους, που βέβαια τα ήθελε γιατί τα χρειαζόταν, λόγω της μεγάλης ανάγκης τροφίμων, ειδικά τώρα που κινδύνευε από τον Σουλτάνο.

ΚΑΤΑΣΤΡΩΣΗ ΣΧΕΔΙΟΥ ΕΞΟΝΤΩΣΗΣ


Σε λίγες μέρες έστειλε τον Δερβέναγα με 15 Αρβανίτες στην Ανω Χώρα όπου καταστρώθηκε σχέδιο εξόντωσης στο γραφείο του Αχμέτ Πρέβιστα, που το μαρτύρησε αργότερα ο ίδιος στον Αντώνη Κανναβό, όταν τον ανέκρινε αιχμάλωτο στην μάχη της Βαρνάκοβας το 1828.
Το απάνθρωπο σχέδιο τιθεται σε εφαρμογή.

Ήταν κάποιο απόγευμα του καλοκαιριού εκείνου το 1820 γύρω στον μήνα Ιούνιο και η οικογένεια του Κωνσταντίνου με την γυναίκα του Ελένη, τον γιό του Θανάση και τον αδελφό του Θοδωράκη, καθόντουσαν στο καινούργιο τους σπίτι, στό Σέλλο, μαζί με δύο τσοπάνηδες που τους υπηρετούσαν. Η αδελφή του έλειπε στο Κανναβαίϊκο σπίτι της Άνω Χώρας. Ο Θανάσης ήταν τότε περίπου 20 χρονών και ο Θοδωράκης γύρω στά 30 με 35.
Τότε λοιπόν, άρχισε να βρέχει πάρα πολύ και ήταν σωστή νεροποντή, που κράτησε πολύ ώρα.

 

ΤΟ ΑΝΑΝΔΡΟ ΚΑΙ ΥΠΟΥΛΟ ΞΕΚΛΗΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓ. ΚΩΝ/ΝΟΥ

Ξαφνικά ακούσθηκαν γαυγίσματα των σκυλιών τους, φωνές και βογγητά. Πενήντα μέτρα μακρυά από το σπίτι τους στο Σέλλο, στο δρόμο Κεντρικής Αναβρυτής, είδαν ξαπλωμένο κάτω, έναν άγνωστο Δερβέναγα να φωνάζει και από πάνω του 15 άγνωστοι πάλι αρβανίτες στρατιώτες να του προσφέρουν βοήθεια.
Ο Κωνσταντίνος με τον Θεοδωράκη και με τους δύο τσοπάνηδες έτρεξαν να βοηθήσουν, τον δήθεν τραυματισμένο στο πόδι Δερβέναγα. Οδηγός αυτού του τάγματος ήταν ο Τσαούς Ομέρ φίλος των Κανναβαίων, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι τυχαία περνούσε το απόσπασμα από εκεί (ξεγελασμένος από τον στρατιωτικό Διοικητή, Πρέβιστα γι' αυτό και αργότερα τρελλάθηκε) για να κατευθυνθεί μέσω Αναβρυτής-Καταφυγίου στη Ναύπακτο.

Φιλότιμοι οι Κανναβαίοι και επειδή στο Σέλλο δεν υπήρχε κοντά άλλο σπίτι, προσφέρθηκαν να τους φιλοξενήσουν μέχρι να ξημερώσει. Οι στρατιώτες μετέφεραν σηκωτό τόν Δερβέναγα στο σπίτι και ο Θοδωράκης έτρεξε να σφάξει αρνιά και κατσικάκια, να τα ψήσει για να φάνε οι ξένοι. Ο Κωνσταντίνος πήγε και έφτιαξε μιά αλοιφή και την έβαλε στο πόδι του δήθεν τραυματία. Μετά τον πήγε στο σαλόνι να ξαπλώσει και εκεί ο Δερβέναγας άπλωσε τα πολεμικά του σύνεργα με απόλυτο εμπιστοσύνη. Οι τσοπάνηδες, εκτός των δύο υπηρετών, λόγω της νεροποντής κάθησαν στις ταράτσες τους και δεν ήταν στο σπίτι των αφεντάδων τους, πράγμα που θα προβλημάτιζε τους αρβανίτες. Η κυρά Ελένη, σύζυγος του Κωνσταντίνου, ετοίμασε τα πιάτα με τα κρέατα και τα τυριά και άρχισαν όλοι να τρώνε.

Μόλις τελείωσαν το φαγητό, ο Δερβέναγας είπε πως αισθανόταν καλύτερα και θα πρόσφερε ένα εξαίρετο Αγρινιώτικο καπνό.
Βάζει λοιπόν το χέρι του στην καπνοσακκούλα για να προσφέρει τον καπνό και αστραπιαία βγάζει την δίκανη κουμπούρα του την οποία αδειάζει στο κεφάλι του ανύποπτου Κωνσταντίνου. Οι άλλοι αρβανίτες έπεσαν αμέσως πάνω στο Θοδωράκη και στους δύο υπηρέτες και τους ακινητοποίησαν. Η κυρά Ελένη αντέδρασε αμέσως σκοτώνοντας έναν αρβανίτη και γι' αυτό την κομμάτιασαν.

Με αυτό τον ύπουλο και άνανδρο τρόπο, ξεκλήρισαν την οικογένεια του καλοκάγαθου και πατριώτη Κανναβογιάννη, αλλά ατύχησαν να σκοτώσουν και τον νεαρό Θανάση που έλειπε για άγνωστο λόγο απο το σπίτι και επειδή τον καταζητούσε παντού ο Αλή πασάς, δεν πήγε ούτε στην κηδεία των γονέων του, όταν έμαθε τα σχετικά.