Ioannis Kanabes (14th century) lived at the Monastery of the Theotokos Zoodochos Pege under the monastic name Hilarion. Typically members of the Byzantine elite would retire to a monastery later in life, assuming a name in religion that began with the same letter as their secular name. It is also likely that Kanabes was the ktetor or founder of the church of Saint Demetrios tou Kanabe, a foundation that still exists in modem Istanbul . The current structure is an eighteenth-century, timber-roofed basilica that replaced a pre-conquest domed edifice. The interior of the church was graced with a mosaic program, evidence of which was still present in the cupola before its destruction in an earthquake in circa 1719. The church is located near the Blachemae Quarter of Constantinople, which was an aristocratic residential center of the City during the Late Byzantine period.
In Byzantine times Saint Demtrios tou Kanabe would have been located near the Pammakaristos monastic complex and the Emperor’s palace, the important monastery of the Chora and the palace of its founder Theodore Metochites. The placement of Kanabes’ foundation and the fact that he was able to commission an important poet to create two epigrams for him proves his possession of disposable wealth and access to the right aristocratic circles. Kanabes’ wealth is in fact alluded to in the second poem that he commissioned from Philes. In this epigram Ioannis/Hilarion goes so far as to compare himself with the rich man that went to hell, while Lazarus was placed in the bosom of Abraham: “For I am struck by the <example of the>rich man who suffers greatly from thirst and is broiled il <hellfire>.” From the sum of this evidence one can propose that Ioannis Kanabes was well established in the aristocratic framework surrounding the Emperor’s court, although his exact status is in unknown
[…]
Interestingly, there is a tangential connection between the Kanabes family and this Emperor as it is recorded that the father-in-law of a Nikephoros Kanabes, Demetrios Kassandrenos, accompanied the Emperor John Kantakuzenos by ship when he visited the city of Mistra in 1361.
The lack of evidence of any other example in micromosaic representing this complex subject and the specific feasts included, all add credibility to the hypothesis that this was in fact Kanabes’ icon, which made its way to Italy given to a loyal courtier of Kantakuzenos’s during the coup d’état that dethroned him in 1357. Although a member of the court, Kanabes was certainly not of the highest stratum of this aristocratic society; he does not claim any of the most illustrious surnames prominent at this time such as Palaiologos, Komnenos, Kantakuzenos or Rhaoul.
The custom of Palaiologan nomenclature allowed an individual to chose names from either maternal or paternal lines, with individuals typically selecting the name of the more illustrious side of the family. Kanabes’ social level is difficult to accurately gauge since he only uses one last name, it is likely that he belonged to the middle to low aristocracy. This factor consequently broadens the potential scope of patrons for micromosaic icons, and modifies what earlier scholars had believed, namely that these were possessions of only the highest echelons of the Byzantine Society. Members of the elite may generally have had access to these works of art both as patrons and as recipients of these as gifts.
(E. C. RYDER, 2007, p. 208-209 and 213-214)
ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ "ΚΑΛΟΓΕΡΩΝ" - ΘΑΝΑΤΟΣ ΙΩΑΝΝΗ
Αυτοί οι καλόγεροι ήταν τελικά κατάσκοποι, για να ενημερώσουν τον πασά με ποιούς είχαν δοσοληψίες οι Κανναβαίοι, αφού κάποιος που τον χαστούκισε ο Κολοκοτρώνης, "κάρφωσε" στον καχύποπτο πασά όσους νόμιζε ότι θα ήταν στην οργάνωση, μεταξύ των οποίων και τους Κανναβαίους, αλλά δυστυχώς επίσης και κάποιοι κακοί συμπατριώτες τους απο αντιζηλία στούς άρχοντες Κοτζαμπάσηδες, και έβαζαν λόγια στον Αλή πασά.
Το χειμώνα του 1819 ο άρχοντας Κανναβογιάννης πέθανε.
Ο γιός του Κωνσταντίνος διέταξε τους ψευτοκαλόγερους να φύγουν πριν την Άνοιξη. Οι "καλόγεροι" διέδιδαν στους κατοίκους ότι δεν ήθελαν οι Κανναβαίοι να κτίσουν Μοναστήρι και τους δυσφημούσαν, αλλά και συγχρόνως έδιναν αναφορές στόν πασά, μέσω του Αρβανίτη στρατιωτικού Διοικητή, για τις κινήσεις τους και τις συναναστροφές τους με τους κλεφταρματωλούς και ό,τι άλλο υποψιάζονταν.
Μάλιστα ο ψευτοηγούμενος πήγε και προσωπικά στα Γιάννενα να δεί τον πασά και να τον ενημερώσει.
Τότε λοιπόν ο Αλή πασάς πείσθηκε για την ενοχή των και έδωσε εντολή να συλλάβουν τους Κανναβαίους και να τους φέρουν ζωντανούς εκεί, μαζί με όλα τα γιδοπρόβατά τους, που βέβαια τα ήθελε γιατί τα χρειαζόταν, λόγω της μεγάλης ανάγκης τροφίμων, ειδικά τώρα που κινδύνευε από τον Σουλτάνο.
ΚΑΤΑΣΤΡΩΣΗ ΣΧΕΔΙΟΥ ΕΞΟΝΤΩΣΗΣ
Σε λίγες μέρες έστειλε τον Δερβέναγα με 15 Αρβανίτες στην Ανω Χώρα όπου καταστρώθηκε σχέδιο εξόντωσης στο γραφείο του Αχμέτ Πρέβιστα, που το μαρτύρησε αργότερα ο ίδιος στον Αντώνη Κανναβό, όταν τον ανέκρινε αιχμάλωτο στην μάχη της Βαρνάκοβας το 1828.
Το απάνθρωπο σχέδιο τιθεται σε εφαρμογή.
Ήταν κάποιο απόγευμα του καλοκαιριού εκείνου το 1820 γύρω στον μήνα Ιούνιο και η οικογένεια του Κωνσταντίνου με την γυναίκα του Ελένη, τον γιό του Θανάση και τον αδελφό του Θοδωράκη, καθόντουσαν στο καινούργιο τους σπίτι, στό Σέλλο, μαζί με δύο τσοπάνηδες που τους υπηρετούσαν. Η αδελφή του έλειπε στο Κανναβαίϊκο σπίτι της Άνω Χώρας. Ο Θανάσης ήταν τότε περίπου 20 χρονών και ο Θοδωράκης γύρω στά 30 με 35.
Τότε λοιπόν, άρχισε να βρέχει πάρα πολύ και ήταν σωστή νεροποντή, που κράτησε πολύ ώρα.
ΤΟ ΑΝΑΝΔΡΟ ΚΑΙ ΥΠΟΥΛΟ ΞΕΚΛΗΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓ. ΚΩΝ/ΝΟΥ
Ξαφνικά ακούσθηκαν γαυγίσματα των σκυλιών τους, φωνές και βογγητά. Πενήντα μέτρα μακρυά από το σπίτι τους στο Σέλλο, στο δρόμο Κεντρικής Αναβρυτής, είδαν ξαπλωμένο κάτω, έναν άγνωστο Δερβέναγα να φωνάζει και από πάνω του 15 άγνωστοι πάλι αρβανίτες στρατιώτες να του προσφέρουν βοήθεια.
Ο Κωνσταντίνος με τον Θεοδωράκη και με τους δύο τσοπάνηδες έτρεξαν να βοηθήσουν, τον δήθεν τραυματισμένο στο πόδι Δερβέναγα. Οδηγός αυτού του τάγματος ήταν ο Τσαούς Ομέρ φίλος των Κανναβαίων, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι τυχαία περνούσε το απόσπασμα από εκεί (ξεγελασμένος από τον στρατιωτικό Διοικητή, Πρέβιστα γι' αυτό και αργότερα τρελλάθηκε) για να κατευθυνθεί μέσω Αναβρυτής-Καταφυγίου στη Ναύπακτο.
Φιλότιμοι οι Κανναβαίοι και επειδή στο Σέλλο δεν υπήρχε κοντά άλλο σπίτι, προσφέρθηκαν να τους φιλοξενήσουν μέχρι να ξημερώσει. Οι στρατιώτες μετέφεραν σηκωτό τόν Δερβέναγα στο σπίτι και ο Θοδωράκης έτρεξε να σφάξει αρνιά και κατσικάκια, να τα ψήσει για να φάνε οι ξένοι. Ο Κωνσταντίνος πήγε και έφτιαξε μιά αλοιφή και την έβαλε στο πόδι του δήθεν τραυματία. Μετά τον πήγε στο σαλόνι να ξαπλώσει και εκεί ο Δερβέναγας άπλωσε τα πολεμικά του σύνεργα με απόλυτο εμπιστοσύνη. Οι τσοπάνηδες, εκτός των δύο υπηρετών, λόγω της νεροποντής κάθησαν στις ταράτσες τους και δεν ήταν στο σπίτι των αφεντάδων τους, πράγμα που θα προβλημάτιζε τους αρβανίτες. Η κυρά Ελένη, σύζυγος του Κωνσταντίνου, ετοίμασε τα πιάτα με τα κρέατα και τα τυριά και άρχισαν όλοι να τρώνε.
Μόλις τελείωσαν το φαγητό, ο Δερβέναγας είπε πως αισθανόταν καλύτερα και θα πρόσφερε ένα εξαίρετο Αγρινιώτικο καπνό.
Βάζει λοιπόν το χέρι του στην καπνοσακκούλα για να προσφέρει τον καπνό και αστραπιαία βγάζει την δίκανη κουμπούρα του την οποία αδειάζει στο κεφάλι του ανύποπτου Κωνσταντίνου. Οι άλλοι αρβανίτες έπεσαν αμέσως πάνω στο Θοδωράκη και στους δύο υπηρέτες και τους ακινητοποίησαν. Η κυρά Ελένη αντέδρασε αμέσως σκοτώνοντας έναν αρβανίτη και γι' αυτό την κομμάτιασαν.
Με αυτό τον ύπουλο και άνανδρο τρόπο, ξεκλήρισαν την οικογένεια του καλοκάγαθου και πατριώτη Κανναβογιάννη, αλλά ατύχησαν να σκοτώσουν και τον νεαρό Θανάση που έλειπε για άγνωστο λόγο απο το σπίτι και επειδή τον καταζητούσε παντού ο Αλή πασάς, δεν πήγε ούτε στην κηδεία των γονέων του, όταν έμαθε τα σχετικά.
Μοναχογιός
του Νικολάου Κανναβού, εγγονός του Αναγνώστη Αναγν. Κανναβού
και δυσέγγονος του πρώτου Αναγνώστη Κανναβού του Κοτζαμπάση,
που δολοφονήθηκε στην Ιθάκη το 1816-7.
Ήταν πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Έξυπνος, δραστήριος, ριψοκίνδυνος, σκληροτράχηλος και προοδευτικός.
Υπήρξε από τα ιδρυτικά στελέχη του κόμματος των Φιλελευθέρων
του Ελευθέριου Βενιζέλου. Εθεωρείτο αυθεντία στα εκλογικά
τερτίπια και προγνωστικά των εκλογικών αποτελεσμάτων.
Εκτιμάτο από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο γι' αυτό και
τον υπουργοποίησε πολλές φορές, αλλά και αυτός τον στήριξε
από την αρχή μέχρι το τέλος.
Πιστός και εξυπηρετικός στους πολιτικούς του φίλους και στους
απλοϊκούς πολιτικούς του αντιπάλους όταν του ζητούσαν βοήθεια,
αλλά σκληρός και ανένδοτος στους πολιτικούς αντιπάλους, κομματάρχες.
Για πρώτη φορά πολιτεύθηκε το 1895 και βγήκε βουλευτής και
έκτοτε συνέχεια μέχρι το 1935.
Διατέλεσε Υπουργός Ναυτικών, Γεωργίας, Μακεδονίας και Θράκης
κλπ.
Ήταν όμως τόσο τίμιος και ανώτερος χρημάτων ώστε δεν είχε
ποτέ του αρκετά χρήματα, μάλιστα πούλησε και σχεδόν όλη του
την περιουσία για την πολιτική και στό τέλος αναγκάσθηκε και
πούλησε το πατρικό του στην Άνω Χώρα το τριόροφο μέγαρο των
Κανναβαίων. Πράγμα σπάνιο με τους σύγχρονους πολιτικούς..
Το πούλησε σε ένα Ελληνοαμερικάνο με αρκετά σημαντικό ποσό
(80.000 δρχ) εκείνη την εποχή (ή μάλλον, αγοράστηκε το 1925
από την Βασιλική Κωστογιάννη) και έτσι άρχισε να αποξενώνεται
από τη γενέτειρά του και του έμεινε μόνο η πολιτική στην Αθήνα.
Αλλά και αυτή άρχισε να τον εγκαταλείπει. Το 1936 έγινε η
δικτατορία του Μεταξά και καταργήθηκε το κοινοβούλιο. Το 1940
έγινε ο παγκόσμιος Πόλεμος, επακολούθησε η εχθρική Γερμανοϊταλική
κατοχή και ήρθαν τα γεράματα. Βγήκε στη σύνταξη και τέλος
πέθανε στον Ερυθρό Σταυρό το 1953.
Στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα τόμος 31ος
στο λήμμα <<Κανναβός>> αναφέρεται λεπτομερώς με
χρονολογίες η δράση του Ιωάννη καθώς και των λοιπών αγωνιστών
του 1821 Αναγνώστη και Γεωργίου Κανναβού.
Δυστυχώς η καλή του γυναίκα είχε πολλές αποβολές και έτσι
δεν άφησε απογόνους στο Κανναβέϊκο της Άνω Χώρας, αλλά η ιστορία
των Κανναβαίων θα συνεχισθεί πλέον στην Περιθιώτισσα, όπου
κατέφυγε για να αποφύγει τη σύλληψη ο Αθανάσιος Κανναβός και
εκεί δημιούργησε οικογένεια όπως θα αναφέρουμε στην επόμενη
σελίδα.
Στο
αρχοντικό των Κανναβαίων κατόπιν και επί σειρά ετών και μετά
από εργασίες που έγιναν από την ιδιοκτήτρια, στεγάστηκαν το
σχολαρχείο, το Ειρηνοδικείο και ο Αστυνομικός Σταθμός της
Άνω Χώρας.
Κατόπιν με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού το 1997 χαρακτηρίστηκε
«ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, διότι αποτελεί χαρακτηριστικό
δείγμα λαϊκού πολιτισμού, σημαντικό για την μελέτη της ιστορίας
της Αρχιτεκτονικής».
Έτσι το 1999 άρχισαν οι εργασίες αναπαλαίωσης και από τις
30 Σεπτεμβρίου του 2001 λειτουργεί ως υπέροχος παραδοσιακός
ξενώνας με το όνομα <<Το
Κανναβέϊκο>>.
KΑΝΝΑΒΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Αυτοκράτορας
του Βυζαντίου (28 Ιανουαρίου έως 5 Φεβρουαρίου 1204).
Βυζαντινός αξιωματούχος που διακρίθηκε για τη γενναιότητα
και τη δράση του κατά την περίοδο της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης
από τους Σταυροφόρους (1204). Επωφελήθηκε από τη γενικότερη
σύγχυση και πέτυχε να ανακυρηχθεί αυτοκράτορας από τον αγανακτισμένο
όχλο μετά την παραίτηση του Ισαακίου Β΄ και του Αλεξίου Δ΄.
Η αναγόρευσή του ως αυτοκράτορα θεωρήθηκε παράνομη και στασιαστική,
αφού δεν συνέπραξε σε αυτήν ο οικουμενικός πατριάρχης Ιωάννης
Ι΄ ο Καματηρός. Παρά τα λαϊκά ερείσματα, ο Κανναβός δεν αναγνωρίσθηκε
επίσημα, ο δε νέος αυτοκράτορας Αλέξιος Ε΄ Δούκας Μούρτζουφλος,
έγινε κύριος της κατάστασης, αιχμαλώτισε και φόνευσε τον Κανναβό.
(Πάπυρος, σ.344).
ΚΑΝΝΑΒΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ
Αγωνιστής
του 1821, από τη Ναυπακτία. Συμμετείχε στην υπεράσπιση του
Μεσολογγίου κατά τη τελευταία πολιορκία. Μετά την Έξοδο εντάχθηκε
στο στράτευμα του Γ. Καραϊσκάκη. (Πάπυρος, σελ.393).
ΚΑΝΝΑΒΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ.
Λογοθέτης,
πρόκριτος από τα Κράβαρα. Υπήρξε πληρεξούσιος της περιοχής
του στην Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (1823)
και εγινε βουλευτής, ενώ πολιτικά ακολουθούσε την παράταξη
του Μαυροκορδάτου. Το 1825 διορίσθηκε μέλος της Προσωρινής
Διευθυντικής Επιτροπής της Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Στη
συνέχεια διορίσθηκε φροντιστής στο ελληνικό στράτευμα της
Ανατολικής Στερεάς υπό τον Γ. Καραϊσκάκη. Μεταφέρθηκε άρρωστος
στη μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, όπου και πέθανε το 1826.
( Πάπυρος, σελ. 393, τόμος 31ος).
ΚΑΝΝΑΒΟΣ Ν. ΙΩΑΝΝΗΣ
Βουλευτής,
γερουσιαστής και υπουργός (Σπερχειάδα Φθιώτιδος 1867-Αθήνα
1953). Εγγονός του αγωνιστή του 1821 Γεωργίου Κανναβού. Σπούδασε
νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Δικηγόρος, βουλευτής Ναυπακτίας
(1895). Επανεκλέγθηκε πολλές φορές και ως βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας
μέχρι το 1935 οπότε αποσύρθηκε απο την πολιτική μετά 40ετή
δημόσιο βίο. Διετέλεσε υπουργός των Ναυτικών, Συγκοινωνιών,
Γεωργίας. Επίσης χρημάτισε γενικός διοικητής Θεσσαλονίκης
(1924-25) με βαθμό υπουργού και υπουργός γενικός διοικητής
Μακεδονίας
(1929). (Πάπυρος, σελ.393, τόμος 31ος)