Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θρησκεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Limnitsa was the manor of Kanavaion



Limnitsa is built on the of Makri sides NA Rachi (1,114 m). In Kambi, the valley near Mornay, where there was an anncient city, which was suggested by some as the possible location of Aitolikou Aigitiou. Populating appears that continued to the Byzantine times, where left the ruins of the temples of St. Constantine and St. Spyridon and houses. This settlement was abandoned and the natives built a new village in the position of Paliospita and the neighboring Kato Vrysi. Here stood the temple of Holy Archangels which according to tradition was a dependency of the Virgin Varnakova and the church of St. Athanasius, where today is the cemetery.

Moving from the Paliospita to the current location seems to have occurred immediately after the Revolution. Limnitsa is a passageway to the mountainous Nafpaktos and Doris and bustling with life during the summer months. The square with the perennial plane tree, the retrofitted fountain, the tourism infrastructure can satisfy the visitor and the endless green makes the village worth a visit and observation.

The parish church Pammegistoi Taxiárkhai is a three aisled basilica (1866). The three masterly carved stones at the door of the church impress every visitor. Features are the chapels. At Agia Paraskeui there is an old picture of the Saint bearing the inscription of the Prayer handmaiden of God Tasioulas Antoniou Kanavou. Limnitsa was the manor of Kanavaion. The archiproestos Kanavos Antonis died in 1828, being taken prisoner by the Turks. Seven mills operating in the village. From Limnitsa descends the grandfather of John Kordatos, the known historian. 

[source]

Théophile Kanavos Métropole de Gortyne et Mégalopolis [1970-2006]


La Métropole de Gortyne et Mégalopolis (en grec ecclésiastique usité en grec moderne : Ιερά Μητρόπολις Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως) est un évêché de l'Église orthodoxe de Grèce situé au centre du Péloponnèse. Elle a deux sièges : Dimitsana l'été et Megalopoli l'hiver.

Cathédrales

  • L'église Sainte Cyriaque de Dimitsana.
  • L'église Saint-Nicolas de Mégalopoli.
Métropolites
  1. Jérémie (né Phoundas) depuis le 14 octobre 2006.
  2. Théophile (né Kanavos) de 1970 au 13 mars 2006.
  3. Locum tenens Eustathe (né Spiliotis), métropolite de Monemvasia et Sparte de mars 1969 au 16 mai 1970.
  4. Eustathe (né Eustathopoulos) du 3 juillet 1955 au 2 mars 1969.
  5. Locum tenens Théoclète métropolite de Mantinée et Cynourie en 1954-1955.
  6. Locum tenens Chrysostome (né Daskalakis) pour raison de santé.
  7. Germain (né Hadjianestis) de 1945 à 1954.
  8. Procope (né Tzavaras) de 1934 à 1945.
  9. Polycarpe (né Synodinos) de 1923 à 1933.
Le territoire
  • Doyenné de Dimitsana (32 paroisses)
  • Dimitsana (2 paroisses) : Sainte Cyriaque et Sainte-Charalampie.

Ioannis Kanabes -14th century


Ioannis Kanabes (14th century) lived at the Monastery of the Theotokos Zoodochos Pege under the monastic name Hilarion. Typically members of the Byzantine elite would retire to a monastery later in life, assuming a name in religion that began with the same letter as their secular name. It is also likely that Kanabes was the ktetor or founder of the church of Saint Demetrios tou Kanabe, a foundation that still exists in modem Istanbul . The current structure is an eighteenth-century, timber-roofed basilica that replaced a pre-conquest domed edifice. The interior of the church was graced with a mosaic program, evidence of which was still present in the cupola before its destruction in an earthquake in circa 1719. The church is located near the Blachemae Quarter of Constantinople, which was an aristocratic residential center of the City during the Late Byzantine period.

In Byzantine times Saint Demtrios tou Kanabe would have been located near the Pammakaristos monastic complex and the Emperor’s palace, the important monastery of the Chora and the palace of its founder Theodore Metochites. The placement of Kanabes’ foundation and the fact that he was able to commission an important poet to create two epigrams for him proves his possession of disposable wealth and access to the right aristocratic circles. Kanabes’ wealth is in fact alluded to in the second poem that he commissioned from Philes. In this epigram Ioannis/Hilarion goes so far as to compare himself with the rich man that went to hell, while Lazarus was placed in the bosom of Abraham: “For I am struck by the <example of the>rich man who suffers greatly from thirst and is broiled il <hellfire>.” From the sum of this evidence one can propose that Ioannis Kanabes was well established in the aristocratic framework surrounding the Emperor’s court, although his exact status is in unknown

[…]

Interestingly, there is a tangential connection between the Kanabes family and this Emperor as it is recorded that the father-in-law of a Nikephoros Kanabes, Demetrios Kassandrenos, accompanied the Emperor John Kantakuzenos by ship when he visited the city of Mistra in 1361.

The lack of evidence of any other example in micromosaic representing this complex subject and the specific feasts included, all add credibility to the hypothesis that this was in fact Kanabes’ icon, which made its way to Italy given to a loyal courtier of Kantakuzenos’s during the coup d’état that dethroned him in 1357. Although a member of the court, Kanabes was certainly not of the highest stratum of this aristocratic society; he does not claim any of the most illustrious surnames prominent at this time such as Palaiologos, Komnenos, Kantakuzenos or Rhaoul.

The custom of Palaiologan nomenclature allowed an individual to chose names from either maternal or paternal lines, with individuals typically selecting the name of the more illustrious side of the family. Kanabes’ social level is difficult to accurately gauge since he only uses one last name, it is likely that he belonged to the middle to low aristocracy. This factor consequently broadens the potential scope of patrons for micromosaic icons, and modifies what earlier scholars had believed, namely that these were possessions of only the highest echelons of the Byzantine Society. Members of the elite may generally have had access to these works of art both as patrons and as recipients of these as gifts.



(E. C. RYDER, 2007, p. 208-209 and 213-214)

Συμπληρωματικά στοιχεία: Το πραγματικό πρόσωπο των ρασοφόρων κατά την ζοφερή οθωμανοκρατία



Καθώς ένα μεγάλο κομματι της οικογενειακής ιστορίας γράφτηκε κατά την περίοδο των οθωμανών, ορισμένες διευκρινήσεις του γιατί οι Καναβαίοι της εποχής κρατούσαν αποστάσεις από τον κλήρο, χωρίς ωστόσο να είναι εχθρικές:

[από τον Βλάση Ρασσιά]

Το ότι ο νικητής γράφει κατά κανόνα την Ιστορία ίσως είναι εν πολλοίς γνωστό και άρα κάπου λογικά (αν και μετά βίας) «αποδεκτό», εκείνο όμως που δεν μπορεί κάποιος να καταπιεί εύκολα είναι το να βασίζει ο νικητής αυτός στην από τον ίδιο πλαστογραφία της αλήθειας τις όποιες θρασείς απαιτήσεις του για τωρινή και μελλοντική καταδυνάστευση των ζωών μας. Το κατ’ εξοχήν παράδειγμα μίας τέτοιας θρασύτητας είναι για την εδώ και 22 αιώνες κατακτημένη χώρα μας ο γνωστός εσμός των ρασοφόρων και των πολυώνυμων συνεργατών και υπηρετών τους που δίχως την παραμικρή ντροπή έρχονται να παρουσιάσουν σαν τάχα… εθνοφελή (!!!) την σαφώς αντεθνική, προδοτική, αντιανθρώπινη και παρασιτική δραστηριότητά τους σε όλες τις περιόδους της μεταχριστιανικής Ιστορίας του έθνους των Ελλήνων και κυρίως κατά την λεγόμενη «Τουρκοκρατία» ή, επί το ορθώτερον, Οθωμανοκρατία.

Δεν θα καταναλώσουμε εδώ μεγάλο χώρο για να αντικρούσουμε αυτό το χυδαίο όσο και επικίνδυνο εθνικά ψέμα, καθώς οι στημένες «αλήθειες» των κατακτητών του τόπου μας είναι τόσο διάτρητες που καταρρέουν αμέσως μετά την παράθεση 2 - 3 μόνον στοιχείων όπως λ.χ. οι γνωστές αρλούμπες περί… «Κρυφού Σχολειού» (βασισμένη ιστορικά επάνω σε μία… ζωγραφιά ενός υπέρ το δέον θρήσκου καλλιτέχνη και σε ένα ρομαντικό… ποίημα του δευτέρου ημίσεως του 19ου αιώνος !), περί… ευλογίας του λάβαρου της εθνεγερσίας από τον αντιδραστικό, φιλήδονο και υπερόπτη ρασοφόρο Π. Π. Γερμανό (βασισμένη και αυτή μόνον σε ένα ρομαντικό διήγημα Γάλλου λογοτέχνη) κ.ο.κ. Απλώς, «όλως παραδόξως», σε αυτόν τον τόπο κανείς από εκείνους που πρέπει να μιλάνε αφού παριστάνουν τους εθνικούς «πνευματικούς ταγούς», δεν δείχνει πρόθυμος να ξεμπροστιάσει την αηδιαστική ιστορική απάτη, πράγμα που αποδεικνύει την κατά κυριολεξία ψυχολογική και όχι μόνον τρομοκρατία των θεοκρατών στους πολυπληθείς σκλάβους της.

Ο τόπος μας επιπροσθέτως έχει δε την ιδιορρυθμία να φιλοξενεί εκτός από κατά δήλωση και κατά φαντασία «δημοκράτες» και «διανοούμενους», πάμπολλους επίσης κατά δήλωση και κατά φαντασία «κομμουνιστές», κατά δήλωση και κατά φαντασία «αναρχικούς» και κατά δήλωση και κατά φαντασία «άθεους», που αντί να πράττουν αυτό που στοιχειωδώς πράττουν οι ανά τον κόσμο κανονικοί αντίστοιχοί τους, αυτοί κατεξοχήν γλύφουν και ξαναγλύφουν με πάσαν υποτακτικότητα και χαμέρπεια την απαράδεκτη και ασύδοτη σε όλα τα επίπεδα βυζαντινή θεοκρατία. Ίσως στο πηχτό σκοτάδι των θεοκρατών αισθάνονται περισσότερο οικεία από όσο στο φως του Ελληνικού Πολιτισμού που όντως τρομάζει τους ασήμαντους (ο δικός τους Ιωάννης ο κατ’ ευφημισμόν «Χρυσόστομος», είχε άλλωστε απερίφραστα παραδεχθεί πως «όσο πιο βάρβαρο φαίνεται ένα έθνος και της Ελληνικής απέχει παιδείας τόσο λαμπρότερα φαίνονται τα ημέτερα», Εις Ιωάννην 59. 31. 33)

Εμμένοντας ωστόσο στην διατύπωσή μας ότι οι στημένες «αλήθειες» των κατακτητών του τόπου μας είναι τόσο διάτρητες που καταρρέουν αμέσως μετά την παράθεση 2 - 3 μόνον στοιχείων, θα περιορισθούμε εδώ για το αναγκαίο ξεβράκωμα των εθνο-απατεώνων και εθνο-προδοτών να μεταφέρουμε απλώς (από το τεκμηριωμένο πολύτομο ιστορικό έργο του Τάκη Α. Σταματόπουλου «Ο Εσωτερικός Αγώνας», εκδόσεις «Κάλβος», Αθήνα 1979) κάποια ελάχιστα αλλά συντριπτικά δεδομένα για την πραγματική συμπεριφορά τους έναντι του υπόδουλου στους Οθωμανούς συνεργάτες τους Ελληνισμού.

Κοινό μυστικό αποτελεί λοιπόν το γεγονός ότι οι ρασοφόροι καταπίεζαν αγρίως τους Έλληνες από κοινού με τους Τούρκους και τους κοτζαμπάσηδες (τους «χριστιανούς πασάδες» όπως του αποκαλούσε ο λαός) και επέβαλαν άγρια φορολογία. Ο κάθε χριστιανός ήταν υποχρεωμένος να δίνει το 1/3 του εισοδήματός του (!) στην Εκκλησία, η δε κατοχή άνω του 1/3 περίπου της υποδουλωμένης γης από το Πατριαρχείο και τα μοναστήρια, είχε μετατρέψει κατ’ ουσία τους περισσότερους Έλληνες σε δουλοπάροικους αυτών των, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του επαναστάτη της Άνδρου Δημήτρη Μπαλή, «τουρκαρχόντων». Χαρακτηριστικό είναι ότι 32 από τα 68 χωριά της Χίου ανήκαν στην Εκκλησία και οι σκληρά εργαζόμενοι κάτοικοί τους συντηρούσαν με τον ιδρώτα τους 300 μοναστήρια και 700 εκκλησίες και παρεκκλήσια (και δεν είναι διόλου τυχαίο βεβαίως το ότι ο εκεί μητροπολίτης και οι κοτζαμπάσηδες, όταν τον Μάρτιο του 1822 έφθασαν στο νησί οι επαναστατημένοι Σαμιώτες είχαν κρυμμένους στα σπίτια τους Τούρκους και μαζί πυροβολούσαν τους αγωνιστές της εθνικής ελευθερίας):

«… την αυτήν (με τους κοτζαμπάσηδες) τυραννίαν ήσκει επί του πληθυσμού και ο κλήρος, εισπράττων υπέρ της εκκλησίας βαρέως και κακοτρόπως εγγείους και άλλους φόρους…» (παραπομπή του Σταματόπουλου στο Ραπτάρχη, 61)

όπου αυτό το «βαρέως και κακοτρόπως» σήμαινε πολύ χειρότερα πράγματα από όσο οι δύο λέξεις κάπως κομψά υποδηλώνουν. Το ξυλοκόπημα και ο φάλαγγας ήταν στην ημερήσια διάταξη, ενώ οι επίγειοι «εκπρόσωποι» του Υιού του Ιαχωβά δεν είχαν ενδοιασμό να χρησιμοποιήσουν και κάθε είδους άλλη ψυχική τρομοκρατία, όπως η συνεχής απειλή του αφορισμού και ο ωμός εκβιασμός, αφού, ως γνωστόν, ασκούσαν συν τοις άλλοις ΚΑΙ την δικαστική εξουσία !

Αυτή η άγρια ληστεία θεωρείτο βεβαίως «τακτική» ή «κανονική» ή «χρονιάτικη», διότι η τρομερή αλήθεια είναι πως υπήρχαν συχνά - πυκνά και «έκτακτες» τέτοιες. Στην «κανονική» φορολογία, προστίθεντο απανωτές «αρπαχτές» των ρασοφόρων, όπως τα περιβόητα «εμβατίκια», «φιλότιμα», «ζητείαι», «συνοικέσια», «δίσκοι», «λειτουργικά», «παρρησίαι», «προθέσεις», «ψυχομερίδια» και άλλα ανάλογα, που επιπροσθέτως συμπληρώνονταν συχνά από τις λεγόμενες «απανταχούσες» για έκτακτη οικονομική ενίσχυση («παραμυθία των χρεών» κατά την παπαδίστικη ορολογία) των δεσποτάδων και των λοιπών στελεχών του μαύρου εσμού. Στην σελίδα 151 του Α τόμου του έργου του Σταματόπουλου, διαβάζουμε καθαρά:

«…τους φόρους αυτούς, τους εισέπρατταν τακτικά χωρίς να χαρίζουν ούτε έναν παρά και στην ανάγκη μεταχειρίζονταν και βία».

Ο ίδιος λίγο παρακάτω (σελ. 155), γράφει πως «οι χωρικοί που καταληστεύονταν, φυσικά διαμαρτύρονταν και ακολουθούσαν προστριβές και στάσεις. Και οι δεσποτάδες για να τους πειθαναγκάσουν και να εισπράξουν τα χρήματα… εζήταγαν την ενίσχυση των πασάδων, πράγμα που φανερώνει τον δεσμό της τουρκικής και εκκλησιαστικής ολιγαρχίας» ενώ ο ανώνυμος συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» αγανακτεί με τους εκατό χιλιάδες «και ίσως περισσότερους μαυροφορεμένους» που «ζώσιν αργοί και τρέφονται από τους ιδρώτας των ταλαιπώρων και πτωχών Ελλήνων». Ο δε ξένος περιηγητής Μπερτόλδυ υπογραμμίζει:

«…ουδεμία απάτη, ουδείς λόγος, ουδεμία δεισιδαιμονία, ουδείς ερεθισμός υπάρχει άγνωστος εις αυτούς… βραδυκίνητοι, φίλαυτοι, δόλιοι, πραγματικές βδέλλες, εκμυζούν το αίμα του λαού».

Η ληστεία της Εκκλησίας κατά των υπόδουλων ραγιάδων υπήρξε άλλωστε και η αιτία για την δυναμική απάντηση των υπό τον Καπετάν Γιώργα Κοσμά κλεφτών του Μωριά, το έτος 1805, που ωστόσο προκάλεσε τον αναθεματισμό τους από τον Πατριάρχη και την εν συνεχεία εξόντωσή τους με την συνεργεία των ίδιων των αποβλακωμένων χριστιανών που έβαζαν τον αφορισμό επάνω και από τις οικογένειές τους και παρέδιδαν οι ίδιοι τους συγγενείς τους στους Τούρκους αν δεν ενώνονταν κιόλας μαζί τους στα αποσπάσματα εξόντωσης των κλεφτών. Όταν ο Γιώργας απήγαγε, εξευτέλισε και έκλεισε σε μία στέρνα τον εκ Γαργαλιάνων πρωτοσύγκελλο Ανδριανόπουλο που είχε βγει στην γύρα για να εισπράξει από τους ραγιάδες τα βαρύτατα «εκκλησιαστικά δικαιώματα», η Εκκλησία κατέφυγε στους Τούρκους και παράλληλα ξεσήκωσε τους Ρωμιούς κατά των «αφορισμένων» (από 12 δεσποτάδες μάλιστα !) επαναστατών. Ο Σταματόπουλος γράφει σχετικά μ’ αυτόν τον τόσο άδικο «χαλασμό της κλεφτουριάς του Μωριά» τον χειμώνα του 1806 που κόστισε την ζωή σε 3 έως 5 χιλιάδες ψυχωμένους Έλληνες άνδρες αλλά και τον θάνατο στους Αιμιαλούς (από τις σφαίρες των χριστιανών κατοίκων της Δημητσάνας έπειτα από προδοσία καλογέρων) του ίδιου του Καπετάν Γιώργα και του Γιάννη Κολοκοτρώνη (αδελφού του Θόδωρου Κολοκοτρώνη που στο παρά πέντε της σφαγής είχε κατορθώσει να διαφύγει με 4 συντρόφους του), των οποίων τα κομμένα κεφάλια περιέφεραν επί εβδομάδες οι δολοφόνοι τους στο Ζυγοβίτσι, την Δημητσάνα και την Τρίπολη:

«Οι δεσποτάδες και οι κοτζαμπάσηδες συμβούλεψαν τους Τούρκους να λάβει μέρος στην εκστρατεία και ο ίδιος ο λαός… Τούρκοι, Ρωμιοί, προεστοί και δεσποτάδες κι όλος ο ντουνιάς να βγούνε μαζί να κυνηγήσουνε τους κλέφτες…».

Υπό αυτά τα δεδομένα, γίνεται βεβαίως ευκόλως κατανοητό το γιατί οι ρασοφόροι εξαρχής στάθηκαν εχθρικοί απέναντι στην όποια προσπάθεια εθνικής απελευθέρωσης. Μη θέλοντας να διακινδυνεύσει αυτή η τρομακτική ασυδοσία τους, ιδίως υπό την απειλή των αντικληρικαλιστικών και γιακωβίνικων ιδεών που τότε κυριαρχούσαν στους επαναστατικούς κύκλους της Ευρώπης, οι πονηροί ρασοφόροι εκτός του ότι κατεδίωκαν συλλήβδην ως «άθεο» όποιον χρησιμοποιούσε απλώς την λέξη «Ελευθερία» (βλ. σχετική αναφορά στην «Ελληνική Νομαρχία»), συνιστούσαν στους αγράμματους πιστούς πάντα τυφλή πίστη στον Χριστό και υποταγή στον Σουλτάνο, συχνά μάλιστα με απίθανα θρασείς παραινέσεις όπως η παρακάτω που διασώζεται στην «Ελληνική Νομαρχία» (172):

«Ο Θεός αδελφοί, μας έδωσεν την τυραννίαν εξ αμαρτιών μας, και πρέπει, αδελφοί, να την υποφέρωμεν με καλήν καρδίαν και χωρίς γογγυσμόν και να ευχαριστηθώμεν εις ό,τι κάμνει ο Θεός» (…)

Αφού υπενθυμίσουμε το απίστευτο ανθελληνικό αίσχος των ρασοφόρων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως που ακόμη και εν έτει 1828, όταν πια δηλαδή η Επανάσταση είχε τελειώσει και η Ελλάδα είχε κανονικό κυβερνήτη, έστειλαν στον Πόρο 4 μητροπολίτες και τον Μεγάλο Πρωτοσύγκελλο των Πατριαρχείων για να συστήσουν με διάφορες απειλές… υποταγή στον Σουλτάνο (!), θα σταματήσουμε εδώ, τηρώντας την υπόσχεσή μας να παρουσιάσουμε ελάχιστα στοιχεία ικανά όμως να γκρεμίσουν συθέμελα τις ιστορικές απατεωνιές των εθνο-προδοτών που έχουν και από πάνω το θράσος να μας ζητούν… ευγνωμοσύνη γιατί τάχα μας… έσωσαν. «Από τι;» θα τους ρωτήσουμε εμείς. Αυτήν την καταραμένη την ερώτηση που οι εξωνημένοι και χαμερπείς «αρμόδιοι» δεν τολμούν αποδεδειγμένα πια να τους την κάνουν για να μπουν κάποτε τα πράγματα στην πραγματική θέση τους.

Εθνικό είναι μόνον ό,τι είναι αληθινό. Τίποτε άλλο. Και για δαύτους η αλήθεια είναι γενικότερα καταδικαστική, αν όχι κάτι χειρότερο. Δεν θα πάμε σε μεγάλα βάθη χρόνου για να θυμίσουμε τα κρεουργεία της Σκυθοπόλεως, τις απανθρακωθείσες βιβλιοθήκες μας, τους κατεστραμμένους μας Ναούς, τα βεβηλωθέντα αγάλματά μας και τους σφαγμένους ή καμένους φιλοσόφους, ιερείς και αξιωματούχους μας. Θα μείνουμε εκουσίως και γαληνίως στην χρονική ζώνη που εδώ εξετάσαμε και θα αρκεσθούμε στην μαρτυρία του περιηγητή Gell που τονίζει ότι οι υπόδουλοι Έλληνες αναμεταξύ των έλεγαν ότι οι ρασοφόροι αποτελούσαν την πρώτη πληγή, οι κοτζαμπάσηδες την δεύτερη και οι Τούρκοι την τελευταία (!). Καλό θα ήταν λοιπόν, όσο γίνεται νωρίτερα μάλιστα, να βγουν επισήμως και να ζητήσουν ταπεινά, όπως άλλωστε διδάσκουν για τους… άλλους, συγχώρεση από το Ελληνικό Έθνος για τα μακροχρόνια και αμέτρητα εγκλήματά τους εναντίον του, αποδεικνύοντάς το φυσικά και εμπράκτως, παύοντας δηλαδή εφεξής κάθε επίθεση κατά του Εθνισμού μας. Γιατί οι καιροί είναι εξαιρετικά αμείλικτοι πλέον για τα κάθε είδους ψέματα και αύριο - μεθαύριο, καθώς τίποτε δεν τους εγγυάται ότι εσαεί σε τούτον τον τόπο θα μπορούν να έχουν στην διάθεσή τους εξωνημένους και τιποτένιους Ρωμιούς να τους γλύφουν, να τους υπηρετούν και πολλαπλώς να τους χαϊδεύουν, κάποιες επόμενες γενεές Νεοελλήνων που δεν θα μαστίζονται από άγνοια και ασυνειδησία, σίγουρα θα τους πάρουν με τις πέτρες.

Αρχιπροεστός Αναγνώστης Καναβός: Συμβολὴ στην Ναυπακτιακὴ Μοναστηριακὴ Ιστορία [1746]


Η συνεχιζόμενη ἔρευνα στά διάφορα ἀρχεῖα φέρει στό προσκήνιο ἔγγραφα σημαντικά πού συμβάλλουν στήν συστηματική γνώση τῆς ἱστορίας τῶν παλαίφατων μοναστηριῶν μας. Δύο ἀπό τά ἔγγραφα αὐτά θά παρουσιάσουμε παρακάτω. Τό πρῶτο εἶναι τοῦ ἔτους 1753 καί βρίσκεται στό ἀρχεῖο τοῦ μακαριστοῦ καθηγητή Παναγιώτη Χριστόπουλου, πού ἐκχωρήθηκε στήν Ε.ΝΑ.Μ.

Τό ἔγγραφο αὐτό ἀπό ὅ,τι γνωρίζουμε εἶναι ἀνέκδοτο καί ὑπογράφεται ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Λιδωρικίου Θεόκλητο. Τότε τά Κράβαρα (βόρεια Ναυπακτία, ἀπό τό Τιρνόρεμα-Χάνι Λόη καί ἐπάνω) ἀνῆκαν στήν Ἐπισκοπή αὐτή, πού γιά πολλά χρόνια ἕδρευε στήν Χώμορη, ἀφοῦ τέσσερις Ἐπίσκοποι ἀπό τήν οἰκογένεια τῶν Καζάκων ἦσαν Χωμορίτες.

Τό ἔγγραφο ἀποτελεῖ κρισολογία τοῦ Ἐπισκόπου στήν διαφορά τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ἀμπελακιώτισσας μέ τούς Λευτεριάνους γιά τό «βουνί τῆς Λευθέριανης», πού ἀγόρασε τό 1746 (2 Μαΐου) τό Μοναστήρι. Τήν ὁμολογία (συμφωνητικό) ὑπέγραψαν 33 Λευτεριάνοι καί ἐπικύρωσαν 3 Τοῦρκοι Σπαχῆδες (τιμαριοῦχοι) καί 11 μάρτυρες ἀπό τά γειτονικά χωριά, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ Ἀρχιπροεστώς Ἀναγνώστης Καναβός.

Ὅμως παρά τήν συμφωνία οἱ Λευτεριάνοι ἔφερναν προσκόμματα στήν διακατοχή καί νομή τοῦ λιβαδιοῦ καί ἡ ὑπόθεση ὁδηγήθηκε στό τουρκικό δικαστήριο πού ἐξέδωσε χοζέτι ὑπέρ τοῦ Μοναστηριοῦ (1747) καί συνέχεια τοῦ Σουλτάνου, πού ἐξέδωσε φιρμάνι τό 1749. Φαίνεται ὅμως ὅτι οἱ παρενοχλήσεις στό Μοναστήρι συνεχίζονταν καί τό 1753, ὁπότε τοῦτο κατέφυγε στόν Ἐπίσκοπο γιά κρισολογία. Ὁ Θεόκλητος στηριζόμενος στά ἔγγραφα ἀποφάνθηκε ὅτι ἡ ὁμολογία τοῦ 1746 εἶναι «ἀληθινή καί ἄψευστος» καί ὅποιος Χριστιανός «θελήσει ἐθελοκάκως νά τήν διασείσῃ καί νά τήν παρασαλεύση ἔστω ἀναθέματι». Σέ ἄλλη κρισολογία (11 Σεπτ. 1755) μεταξύ Ποδιωτῶν καί Μοναστηριοῦ «δι’ ἀφορισμοῦ ὠμοφορίου καί πετραχηλίου» ἀποδόθηκε τό δίκαιο στό Μοναστήρι.

Τό ἔγγραφο ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Διά τῆς παρούσης ἐκκλησιαστικῆς ὁμολογίας γίνεται φανερόν ὅτι κατά τό α΄ψ΄ν΄γ΄ σεπτεμβρίου β΄ ἐγένετο ζήτησις καί διαφορά ἀπό μερικῶν χαιρεκάκων καί σκανδαλοποιῶν λόγια διά τά σύνορα τοῦ βουνοῦ ὁποῦ εἶχον ἀγοράσει οἱ πατέρες πρό ἤδη ἕξ χρόνους ἀπό τούς χριστιανούς τοῦ χωριοῦ λευθέριανη, καί πολλῆς λογοτριβῆς γενομένης παρά τῶν πλησιοχώρων χωρίων διά τά αὐτά παλαιά σύνορα ὕστερον ἀπό πολλάς λογομαχίας διά βεβαίωσιν καί ἀπόφασιν τοῦ δικαίου ἐκάλεσαν καί ἡμᾶς καί ἐλθόντες εἰς τόν αὐτόν τόπον, ἐξετάσαμεν ἀκριβῶς καί ἐν φόβῳ Θεοῦ εὕρομεν τό δίκαιον κατά τήν μαρτυρίαν τῶν παρευρεθέντων χριστιανῶν τῆς παλαιᾶς καί πρώτης ὁμολογίας ὁποῦ ἔχουν ἀνά χεῖρας οἱ πατέρες τοῦ αὐτοῦ μοναστηρίου τῆς ὑπεραγίας ἀμπελακιοτήσης. ὅθεν εἰς τήν ἀληθινήν αὐτήν ἐξέτασιν καί μαρτυρίαν βεβαιώνομεν διά τοῦ παρόντος καί ἡμεῖς τήν αὐτήν ὁμολογίαν ὡς ἀληθινήν καί ἄψευστον ὅσ τις καί ὁποῖος χριστιανός θελήση ἐθελοκάκως νά τήν διασείση καί νά τήν παρασαλεύση ἔστω ἀναθέματι: ᾳψνγ σεπτεμβρίου β.
+Ὁ Λοιδωρικίου θεόκλητος βεβαιοῖ:
Τό δεύτερο ἔγγραφο προέρχεται ἀπό τά ΓΑΚ καί εἰδικότερα ἀπό τόν φάκελο τῆς Ἱ. Μ. Προδρόμου Βομβοκοῦς. Φέρει ἡμεροχρονολογία 3 Ἀπριλίου 1835 καί ὑπογράφεται ἀπό τούς μοναχούς Βενέδικτος (ἡγούμενος) , Νεόφυτος, Ἰωαννίκιος.

Τό μοναστήρι εἶχε καταργηθῆ μέ τό Ὀθωνικό διάταγμα τοῦ 1833 καί οἱ μοναχοί παρέμεναν στό μοναστήρι γιά νά τούς ἐξώσουν βιαίως σέ λίγο. Πάντως καί τήν τελευταία στιγμή ἤθελαν νά προστατεύσουν τήν περιουσία τῆς Μονῆς, ἀλλά καί τήν ἀλήθεια, καί συνέταξαν τό ἔγγραφο σέ ἀντικατάσταση τῶν πρωτότυπων ἐγγράφων (ἔτος συναλλαγῆς 1812), τά ὁποῖα λόγῳ τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν εἶχαν χαθῆ. Ἡ συναλλαγή ἦταν ἀνταλλαγή οἰκίας 180 πήχεων στή Βαρναράχη πού περιῆλθε στό Μοναστήρι ἀντί οἰκοπέδου 300 πήχεων πού περιῆλθε στούς ἀντισυμβαλλομένους Καλογερογιάννη καί Ἀντωνίου. Ἐδῶ πρέπει νά ἀναφέρουμε ὅτι τό Μοναστήρι εἶχε σημαντική περιουσία, ἡ ὁποία ἀπό τήν κρατική ἀβελτηρία καί προχειρότητα στήν πλειονότητά της καταπατήθηκε καί περιέπεσε σέ «οἰκοπεδοφάγους».

Ἡ λογική ἐπέβαλε τά διαλυθέντα Μοναστήρια νά μετατραποῦν σέ μετόχια τῶν διατηρούμενων Μονῶν. Ἐάν τοῦτο συνέβαινε, ἴσως νά διασώζονταν ἡ κτηματική περιουσία, τά κτίρια, οἱ ναοί, τά κειμήλια.

Κτήματα τοῦ Προδρόμου ὑπῆρχαν (Δεκ. 1837) στήν περιφέρεια τοῦ Μοναστηριοῦ, στό Σερέλι Δάφνης, στή Φτέρη Σκάλας (μετόχι), στό Τζάσι (Φροξυλιά), στόν Γαλατά, στήν Μπούλα Λιδωρικίου, στήν Μαγούλα Δωρίδας (μετόχι), στήν Ναύπακτο (Ἐλαιοστάσιο), στόν Ἀβαρίκο, στό Μεσολόγγι, στή Σαΐτα (Δωρίδα), στό Δένδρο. Συνολικά μόνο στήν Ναυπακτία εἶχε στρέμματα 737 ποτιστικά, 213 ξηρικά, 2950 λιβάδια, 21 ἀμπέλια, 472 δένδρα ὀπωροφόρα κλπ. Ἐπίσης δύο μύλους στόν Σκά, μιά νεροτριβή στόν Σκά, ἐλαιοτριβεῖο στό δυτικό προάστιο, ἐργαστηριότοπους καί οἰκόπεδα στήν Ναύπακτο καί τό Μεσολόγγι.

Ἄξιο ἐπισήμανσης εἶναι ὅτι ἡ κρατοῦσα καί τότε ὀνομασία Βομβοκού (Βομποκοί) ἀναφέρεται ὡς Βαμβακού.
Τό ἔγγραφο ἔχει ὡς ἑξῆς:
(ΓΑΚ, Μοναστ. Φ 196, ἔγγρ, 015)

«Μαρτυροῦμεν ἐν φόβῳ Θεοῦ καί βάρει τῆς συνειδήσεως ἡμῶν τῶν ὑποφαινομένων Ἱερομονάχων ἀσκουμένων ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ τοῦ Προφήτου Προδρόμου κειμένην παρά τῷ χωρίῳ Βαμπακοῦς τῆς Ἐπαρχίας Βενετίκου καί δή εὐθυνομένων τά τοῦ Μοναστηρίου ἐκείνου ὅτι εἰς τούς 1812 ἐσυμφωνήσαμεν μετά τοῦ Μακαρίτου Καλογερογιάννου καί Χαράλαμπου Ἀντωνίου κατοίκων Ναυπάκτου νά κάμωμεν ἀλλαγήν τόπου συμφέρουσαν τότε ἑκάτερα τά μέρη ὡς ἀκολούθως: Δηλ. οἱ ἀποθανόντες Καλογερογιάννος καί Χαράλαμπος Ἀντωνίου νά παραχωρήσουν ὑπό τήν ἄμεσον ἐξουσίαν εἰς τό διαληφθέν Μοναστήριον ὀσπίτιον λιθόκτιστον μετά τόπου πηχῶν 180 κείμενον εἰς τήν θέσιν λεγομένην Βαρνᾶ ράχη.

Οἱ ὑποφαινόμενοι δέ νά παραχωρήσωμεν τόπον πήχεων 300 περίπου ὑπό τήν ἐξουσίαν παρομοίως τῶν διαληφθέντων Καλογερογιάννου καί Χαραλάμπου κείμενον πλησίον τῆς ἐν Ναυπάκτῳ οἰκίας των.

Καί περί ταύτης τῆς μεταξύ ἡμῶν αὐτῶν τῶν μακαριτῶν συμφωνίας, ἐκάμαμεν ἀλληλέγγυα ἔγγραφα, τά ὁποῖα ἐκ τῶν παρελθουσῶν ἀνωμαλιῶν ἐχάθησαν. Μ’ ὅλα ταῦτα οἱ ὑποφαινόμενοι ὡς ζῶντες, δίδομεν τήν μαρτυρίαν ταύτην τῆς θελητικῆς ἀνταλλαγῆς εἰς τούς διαδόχους τῶν εἰρημένων Καλογερογιάννου καί Χαραλάμπους διά νά τούς χρησιμεύση ὅπου δεῖ καί ὑποφαινόμεθα Ἐν Ναυπάκτῳ 3 Ἀπριλίου 1835
βενέδικτος
νεόφυτος
ηοανήκηος
Ἡ Δημογεροντία Ναυπακτίας ἐπικυροῖ τό γνήσιον τῶν ὑπογραφῶν τήν ἰδία ἡμερολογία 1835
Τ.σ.
Οἱ Δημογέροντες
Θ. Αναγνωστόπουλος