Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναγνωστης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δράση των Καναβαίων κατά το 1821



ΔΡΑΣΗ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΚΑΝΝΑΒΑΙΩΝ

Α) ΓΕΩΡΓΙΟΥ-ΛΟΓΟΘΕΤΗ

Στο σύγγραμμα του ιστορικού Ι.Κοτίνη (1905 σελ. 107) αναφέρεται ο Γεώργιος ότι υπήρξε από τους διασημότερους άνδρες της Στερεάς Ελλάδος και ο πυρήνας της εκραγείσης το Μάϊο του 1821 επαναστάσεως την περιοχή Ναυπακτίας.
Ο Γεώργιος Κανναβός από την Λομποτινά, Φιλικός από το 1820, εξελέγη βουλευτής Κραβάρων και Βενέτικου, δηλαδή ολόκληρης της Επαρχίας Ναυπακτίας και ως πολιτικός έλαβε μέρος στις Εθνικές συνελεύσεις Άστρους και Επιδαύρου. Προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στο Έθνος και στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, στο οποίο μετέβηκε ως Κυβερνητικός αντιπρόσωπος μαζί με τους βουλευτές Θέμελη και Παπαρρηγόπουλο και ως Γενικός Φροντιστής στο οποίο παρέμεινε επί επτάμηνο.
Κατά την έξοδο του Μεσολογγίου είχε στρατολογήσει 2.000 άνδρες από την ορεινή Ναυπακτία και διέθεσε τη τεράστια περιουσία του στον αγώνα. Τους έθεσε υπό τις διαταγές του Γ. Καραϊσκάκη ο οποίος ήταν άρρωστος στο Πλάτανο Ναυπακτίας και τους παρέδωσε στον Κώστα Μπότσαρη και έσπευσαν σε ενίσχυση των Μεσολογγιτών. Βοήθησαν τους εξερχομένους Έλληνες από τους καταδιώκοντας Αλβανούς στον Άγιο Συμεών. Κατόπιν Κυβερνητικής εντολής οι άνδρες του Γεωργίου μετέβησαν στο Αίγιο για να ετοιμασθούν σε νέα εκστρατεία, αλλά εκεί αρρώστησε βαρειά και τον μετέφεραν στο Μέγα Σπήλαιο όπου και απεβίωσε το 1826.

Β) ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΚΑΝΝΑΒΟΣ

Μόλις κηρύχθηκε η επανάσταση οι οικογένειες του Γεωργίου και του Αναγνώστη Κανναβού μεταφέρθηκαν για ασφάλεια στην Αίγινα μέχρι την απελευθέρωση της Ναυπακτίας το 1829. (Έξι ανύπανδρες θυγατέρες και τον μικρό Νικόλαο)
Ηταν ο μικρός γιός του Κοτζαμπάση Αναγνώστη και πήρε το όνομα του πατέρα του, όπως συνηθίζετο. Ηταν δίκαιος, ανιδιοτελής, αυθόρμητος και αυταρχικός. Προ του 1818 είχε δημιουργήσει και αυτός μαζί με τον Κωνσταντίνο δική του ένοπλο ομάδα κλεφταρματωλών στα Δωρικά βουνά. Ήταν του ιδίου χαρακτήρα με τον πρώτο του ξάδελφο Κωνσταντίνο γιού του Κανναβογάννη που δολοφονήθηκε στο Σέλλο.

Νυμφεύθηκε την Ελένη Δεσποταίου-Λογοθέτη (Δεσποτάδες Λιδωρικίου) πολύ καλή και θρησκευόμενη γυναίκα, από την οποία απέκτησε τρεις κόρες και το Νίκο. Ο Αλή πασάς κυνήγησε πολύ την οικογένειά της, αλλά διασώθηκε διότι ο Δεσπότης Ναυπάκτου εξεπατρίσθη στη Κων/πολη, κοντά στον Πατριάρχη.
Φλογερός πατριώτης ο Αναγνώστης, μετέφερε την οικογένειά του όπως αναφέραμε στην Αίγινα και γεμάτος μένος κατά των Τούρκων για την άνανδρη δολοφονία του ξαδέλφου του και πρώτου καπετάνιου Κων/νου, ετέθη το Μάϊο του 1821 επί κεφαλής ομάδος περίπου 200 ενόπλων Κραβαριτών, που τους μισθοτροφοδοτούσε, γιατί το κράτος τότε ήταν ανύπαρκτο και οι πολεμιστές φτωχοί οικογενειάρχες.

Στή Φιλική Εταιρεία κατηχήθη από τον Κωνσταντίνο το 1819 και πολέμησε τόσο στά Κράβαρα (μάχες Παπαδιάς, Μυρμηγκιάρια), όσο και στίς δύο πολιορκίες του Μεσολογγίου όπου στίς 10-4-1826 έσωσε πολλά γυναικόπαιδα, στο σημερινό Καταφύγι, από όπου πήρε το όνομά του το χωριό που πριν ελέγετο Αμώρανη.
Τιμήθηκε με το βαθμό του Χιλιάρχου στο Μεσολλόγγι και αργότερα του Στρατηγού. (αποφ. 9547 19-7-1825).

Ο Αναγνώστης δούλεψε, κοπίασε, βασανίστηκε, κινδύνεψε από μερικούς άρπαγες που βρήκαν την ευκαιρία από την απουσία του στίς μάχες, να πάρουν τα τσιφλίκια του.
Κατάφερε και δεν άργησε να συνέλθει οικονομικά και οι Κανναβαίοι έγιναν ξανά οι ξακουστοί άρχοντες από τα παλιά. Όμως τελικά δεν απέκτησαν ούτε το 1/5 της προεπαναστατικής των περιουσίας.
Τιμήθηκαν από όλη την επαρχία της Ναυπακτίας, μέχρι το 1974 υπήρχε και οδός με το όνομά του Γ. στη Ναύπακτο. Ο Α. πέθανε περί το 1842-3.

Ο Γιώργος και ο Αναγνώστης συγχώρεσαν τον Παν. Σωτηρόπουλο (εν αντιθέσει με τον Αντώνη Κανναβό) που αντί να τον συντρίψουν για το ξεκλήρισμα των Κανναβογιανναίων, συμπολέμησαν μαζί του και τον συνέστησαν στη Στρατιωτική Διοίκηση ως εξαίρετο <<Λαγουμιτζή>> σπάνια ειδικότητα τότε, ο οποίος βοήθησε πολύ στο Μεσολόγγι, στην Ακρόπολη των Αθηνών και στην Αττική γενικά και όλα αυτά πρός όφελος της πατρίδας και για μας αυτό ήταν το καλύτερο μνημόσυνο των αδικοχαμένων προγόνων.


Γ) ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΝΝΑΒΟΣ

Το 1919 ο Αντώνης έγινε κοτζαμπάσης Κραβάρων και Αρχιπρόκριτος μέχρι το Μάϊο του 1821, οπότε οι 40 αρβανίτες του που είχε προσλάβει ως σωματοφύλακες, τον εγκατέλειψαν, αφού προσπάθησαν και να τον ξεκάνουν.
Τότε παρέλαβε περίπου 90 ενόπλους Κραβαρίτες και ξανάπιασε τα γνώριμα βουνά του και πολέμησε σε πολλές μάχες με μεγάλο ηρωϊσμό και ανδρεία, αναδειχθείς αντάξιος διάδοχος του Κωνσταντίνου και του Αναγνώστη, με τη διαφορά ότι δεν βγήκε από την Αποδοτία του και τα πέριξ, όπως και πολλοί από τους μικροκαπεταναίους οπλαργηγούς τότε.
Γιατί είχε προσλάβει αρβανίτες, δεν γνωρίζουμε. Άλλοι λένε ότι του το υπέβαλε ο Διοικητής του αρβανίτικου τάγματος που ήδρευε στη Λομποτινά και άλλοι ότι φοβόταν τους φιλελεύθερους Κραβαρίτες μη του πάρουν με το ζόρι τα χωράφια του. Πάντως για τον Αντώνη οι επιζήσαντες γέροντες αρχάς 20ου αιώνα, δεν εξεφράζοντο με ενθουσιασμό.
Ήτανε λέγανε έξυπνος, αλλά σφικτός, τσιγκούνης, φιλύποπτος και εκδικητικός μέχρι εξοντώσεως. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν μιλούσε στ' αδέλφια του που δεν σκότωσαν τον Παν. Σωτηρόπουλο, για να εκδικηθούν το ξεκλήρισμα της οικογένεις του Κανναβογιάννη, αλλά συμπολέμησαν μαζί του.
Ως συγγενής εθυσιάζετο και τους αγαπούσε, παρόλα αυτά επί των ημερών του έλαβαν χώρα τα πιο συνταρακτικά γεγονότα της ιστορίας μας εις βάρος των Κανναβαίων.

Λέγεται ότι χάριν της επιμονής του ο στρατηγός Τζαβέλλας δέχθηκε και με καυτό σίδερο στιγμάτισε στο μέτωπο τους συλληφθέντες αρβανίτες μαζί με τον στρατηγό αρχηγό τους Αχμέτ Πράβιστα για εκδίκηση των βασανιστηρίων που έκαναν στους Έλληνες αυτοί.
Κατά την μεγάλη μάχη της Λομποτινάς τον Οκτώβριο του 1828 που οι Έλληνες πήραν φαλάγγι 1.200 τουρκαλβανούς, από του οποίους διεσώθησαν μόνο 200 στη Ναύπακτο υπό τον Καφτά Αγά, τραυματίσθηκε στη Ρέρεσι, στο Μόρνο και μετά από μήνα απεβίωσε.
Με το θάνατο του Αντώνη και την απελευθέρωση της Ελλάδος, ήρθε στη Λομποτινά η θυγατέρα του Τασούλα, παρέλαβε το σπίτι της και τα τσιφλίκια της γιατί ο άνδρας της σκοτώθηκε στην επανάσταση. Ήτανε πολύ αγαπητή και έδωσε μεγάλο μέρος της περιουσίας της στους φτωχούς Λιμνιστιάνους. Όταν γέρασε οι συγχωριανοί είχανε καμάρι και τιμή τους να της πάνε τα μικρά δώρα τους.


Δ) ΝΙΚΟΣ ΚΑΝΝΑΒΟΣ


Ο μόνος λοιπόν άνδρας γόνος των Κανναβαίων της Λομποτινάς που επέζησε και ξανάρθε, ήταν ο γιός του Αναγνώστη Κανναβού, ο Νίκος που μάλλον είναι το μωρό που εκτοξεύθηκε και σώθηκε στα χιόνια κατά την ανατίναξη του σπιτιού των Κανναβαίων το 1815-16. Ο Αναγνώστης πάντρεψε τα εξι ανύπαντρα κορίτσια, περιμάζεψε την Κανναβαίϊκη περιουσία και έτσι ο Νίκος δεν είχε προβλήματα οικονομικά.

Ο Νίκος ήταν εξυπνότατος, ως ο πατέρας του ακέραιος χαρακτήρας, άκαμπτος, ειλικρινής και πεισματάρης.
Μπήκε γρήγορα στην πολιτική, κέρδιζε πάντα τις δημοτικές εκλογές, (Δήμαρχος Αποδοτίας), αλλά στη βουλή μπήκε λίγες φορές (3-4) γιατί επολιτεύετο με το αντιβασιλικό κόμμα και αυτό του κόστισε σε όλη τη σταδιοδρομία του. Οι Ναυπάκτιοι τον προέτρεπαν να βάλει με το Βασιλικό κόμμα, για να έχουν κανένα ρουσφέτι, αλλά αυτός ήταν συνεπής στις ιδέες του και μάλιστα όταν πέρασε ο Όθωνας από τη Ναύπακτο, πήρε τους ομοϊδεάτες του και δεν τον υποδέχθηκαν, θύμωσε ο Όθωνας και καταλαβαίνουμε τις συνέπειες. Έτσι στις βουλευτικές έβγαινε ο Βασιλικός υποψήφιος Α. Κοκκοτάκης.

Πολιτεύθηκε από το 1835 μέχρι το 1895 οπότε ανέλαβε βουλευτής ο γιός του Ιωάννης και πέθανε στη Ναύπακτο το 1902 σε βαθειά γεράματα αφού απεκατέστησε άριστα τις τρείς θυγατέρες του και ευχαριστημένος με τον αντάξιο γιό του που αντιθέτως εκείνος εξελέγετο συνεχώς βουλευτής. Μόνο του παράπονο που δεν απέκτησε εγγονό από τον γιό του.

Καναβόπυργος: Βελβίτσενα Ναυπακτίας



Στην περιοχή «Μαραθιάς» υπάρχουν τα ερείπια ενός πυργόσπιτου που ανήκε στους «Καναβαίους», την αρχοντική οικογένεια των Κραβάρων με την Βυζαντινή προέλευση, που έμεινε με το όνομα «Κούλια τ' Καναβού».
Ο πύργος αυτός ανακηρύχθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο (ΦΕΚ 159Β/14.3-1996).
Η δυτική και βόρεια πλευρά του σώζονται σε ύψος περίπου 9 μ.· ενώ η νότια και ανατολική είναι αρκετά ερειπωμένες. Στους τοίχους ανοίγονται σειρές από πολεμίστρες και φωτιστικές σχισμές. Στο εσωτερικό του Πύργου διακρίνονται τοιχαρμάρια και τζάκι. Σειρά ερειπίων στα Ν.Α. του Πύργου δηλώνει την ύπαρξη βοηθητικών κτισμάτων.


Η αιτιολογία της ανακήρυξης έχει ως εξής:
Πρόκειται για τριώροφο κτίριο της περιόδου της Τουρκοκρατίας που ευρίσκεται στο χωριό Παλαιόπυργος Ναυπακτίας και είναι κατασκευασμένο με αργολιθοδομή και ισχυρό συνδετικό κονίαμα, με εμφανή ίχνη από τις ξυλοδεσιές. Η δυτική και βόρεια πλευρά του σώζονται σε ύψος περίπου 9 μ.· ενώ η νότια και ανατολική είναι αρκετά ερειπωμένες. Στους τοίχους ανοίγονται σειρές από πολεμίστρες και φωτιστικές σχισμές. Στο εσωτερικό του Πύργου διακρίνονται τοιχαρμάρια και τζάκι. 
Σειρά ερειπίων στα Ν.Α. του Πύργου δηλώνει την ύπαρξη βοηθητικών κτισμάτων.
Το Δημοτικο διαμέρισμα του Παλαιόπυργου περιτριγυρίζεται από τα δημοδιαμερίσματα Σίμου, Ελευθέριανης, Στύλιας και Ανθοφύτου του Δημου Πυλήνης και από τα Δημοδιαμερίσματα Νεοκάστρου, Σκάλας Παλαιοχωρακίου του Δήμου Ναυπάκτου. Από το τελευταίο χωρίζεται από το Τυρνόρεμα (ή ΒελΒιτσάνος) που χύνεται στον Μόρνο, εκεί που είναι ο συνοικισμός Χάνι Λόη. Πάνω στον Βελβιτσάνο υπάρχει γέφυρα μέσω της οποίας επικοινωνεί το νότιο τμήμα της Επαρχίας (π. όν. Βενετικό) με το Βόρειο (π. όν. ΚράΒαρα). Ο Παλαιόπυργος μαζί με το ζευγοστάσιο Περιβόλια κατά την Τουρκοκρατία και μέχρι το 1833 ανήκε στην Επαρχία ΚραΒάρων και στη συνέχεια στην Επαρχία Ναυπακτίας. Από το 1835-36 στον Δήμο Ποτιδανίας με έδρα τη Σίμου και από το 1837-1912 στον Δήμο Αποδοτίας, οπότε ανακηρύχθηκε σε Κοινότητα με συνοικισμό τα Περιβόλια. Με τον Ν. 2537/97 εντάχθηκε στον Δήμο Πυλήνης.Η παλαιότερη ονομασία του χωριού ήταν Βελβίτσαινα (απαντιόνται και οι τύποι Βελβίτζενα, ΒελΒίτζανα, ΒελΒίτζιανα, ΒαλΒίτσενα) που παρουσιάζεται στις πηγές σε θηλυκό η Βελβίτσαινα και σε ουδέτερο τα Βελβίτσενα. Ο ΠουκεΒίλ αναφέρει το χωριό Παλιόπυργος ως βερβίζενα..

Το νέο του όνομα το οφείλει σ' ένα παλιό πύργο που μόνο τα ερείπια του διασώζονται. Είναι η «Κούλια του Καναβού ή Καναβόπυργος» και βρίσκεται στην αγροτική περιφέρεια «Μαραθιάς» στην αριστερή παρυφή της Επ.οδού 24 πηγαίνοντας από Ναύπακτο προς Παλιόπυργο. Το αρχικό όνομα ήταν Παληόπυργος. Από την απογραφή του 1940 λέγεται επί το καθαρότερον Παλαιόπυργος, στον προφορικό όμως λόγο συνεχίζει να λέγεται Παλιόπυργος με απλοποίηση της ορθογραφίας (ι αντί η). Οπως παραδίδεται από τους γερόντους το χωριό ήταν κτισμένο στα Περιβόλια και ειδικότερα στη θέση Κεφαλόβρυσο ή Παλιοχώρι γύρω απ' τον λόφο του Αι Νικόλα έως την Αγία Παρασκευή ή κατα άλλους στη θεση Χαριά-αλώνι (του Χαριά το αλώνι) ακριβώς απέναντι. Γιατί εγκατέλειψαν τα περιβόλια και εγκατεστάθηκαν στους πρόποδες του Βελβιτσιά και της Τσούκας δεν είναι ξεκάθαρο. Από έγγραφα της Διοίκησης του 1822 πληροφορούμαστε ότι οι ΒελΒιτζιάνοι πούλησαν στα 1787 «διάφορα κτήματα συνιστάμενα από χωράφια, περιβόλια και μύλους». Αγοραστής ο Αναγνώστης-Νικολάκης Καναβός «πληρώσας τάς συμφωνηθείσας εις τα έγγραφα χρηματικάς ποσότητας». Συνεχίζει το έγγραφο ότι:

«Οι δε Βελβιτζιάνοι μηδέν έγγραφον παρέστησαν προς άκύρωσιν των του Καναβού, αλλά δικαιολογούνται με μόνον το ότι τάς πωλήσεις των ρηθέντων κτημάτων έκαμαν παρά τιμήν δυναστικώς ύποχρεωθέντες παρά του Άναγνώστου Καναβοϋ, όστις τότε ην προεστώς των Κραβάρων καί είχε μεγάλην, την έπιρροήν παρά τω Άλή Πασά».

Οικειοθελώς ή δυναστικώς (το πιθανότερο ) εγκατέλειψαν τα παλιά Βελβίτσαινα στα Περιβόλια και έκτισαν το χωριό στη λεκάνη, όπου είναι σήμερα, συγκεντρωμένο γύρω από την παλιά Αγία Τριάδα.

Ας δούμε την ιστορία του Παλαιοπύργου, όπως προκύπτει μέσα από γνωστά έγγραφα:
Στις 2 Σεπτ. 1716 σε έγγραφο υπογράφει «παναγιότις νικοπλους ΒελΒητζιανα μάρτυρας».
Σε έγγραφο του 1746 υπογράφουν «Παναγιώτης Καρανικόλας και Παναγιώτης Βελβιτζάνος».
Στο γνωστό έγγραφο του 1770 αναφέρονται οι «τιμιότατοι κυρ Χριστόδουλος Γεροπαναγιωτόπλος, Παπαδημήτρης Σέλος και λοιποί ΒελΒιτζιάνοι».
- Σε έγγραφο του 1795 υπογράφει «Στάθης Άντριόπουλος από Βελ-βητζανα».
- Στις 20 Δεκ. 1811 υπογράφει σε αφιερωματικό έγγραφο ο «γιοργος μπητεβεση από Βελβητζενα μαρτιρας».
- Άπ' το δευτέρι της 4-5-1824 οι ΒελΒιτζάνοι φαίνεται ότι έδωσαν στον Στρατηγό Σαφάκα 285,20 γρ. και ανάλογα μπαρουτόβολα για την ικανοποίηση των αναγκών του σώματος του.
- Στις ομολογίες των Κραβαριτών για το αρματολίκι στις 16-1-1824 και στις 4-5-1824 υπογράφει μεταξύ άλλων και ο «Νικολός ΒελΒίτζαινα».
- Από τον λογ. του Στρατηγοΰ Σαφάκα από 1 Απρ. 1825 και δώθε τα Βελβίτζαινα έδωσαν:

30: οκ. αλεύρι καπετάνος 6: σφαχτά Τζαβελαίοι
60: οκ. Κασιγιωργάκης 3: σφαχτά Δημοτζελαίοι
30: οκ. Δημοτζελαίοι 20: δεκατιά καπετάνου
50: » αλεύρι αδελφός Τριαντάφυλλου,
όταν απερνούσε δια τον Σούτζο.


Το χωριό είναι βεβαιωμένο ότι καταστράφηκε στα 1825 από τους Τούρκους και στα 1827 καταλήφθηκε πάλι απ' αυτούς. Συνέπεια των συνεχών καταστροφών ήταν να διασκορπισθούν οι κάτοικοι στην επαρχία Θηβών και στην Αιγιαλεία(Βελβίτσι) στο σημερινό Χάραδρον. Αργότερα ξανακτίσθηκε, αλλά έπαυσε πλέον να είναι συγκεντρωμένο, γιατί καθένας απ' τους κατοίκους του έκτισε το σπίτι του στο κτήμα του, με συνέπεια ο σημερινός Παλαιόπυργος να αποτελείται από αγροικίες, που είναι διάσπαρτες σε μια ευρεία περιφέρεια.

Αρχιπροεστός Αναγνώστης Καναβός: Συμβολὴ στην Ναυπακτιακὴ Μοναστηριακὴ Ιστορία [1746]


Η συνεχιζόμενη ἔρευνα στά διάφορα ἀρχεῖα φέρει στό προσκήνιο ἔγγραφα σημαντικά πού συμβάλλουν στήν συστηματική γνώση τῆς ἱστορίας τῶν παλαίφατων μοναστηριῶν μας. Δύο ἀπό τά ἔγγραφα αὐτά θά παρουσιάσουμε παρακάτω. Τό πρῶτο εἶναι τοῦ ἔτους 1753 καί βρίσκεται στό ἀρχεῖο τοῦ μακαριστοῦ καθηγητή Παναγιώτη Χριστόπουλου, πού ἐκχωρήθηκε στήν Ε.ΝΑ.Μ.

Τό ἔγγραφο αὐτό ἀπό ὅ,τι γνωρίζουμε εἶναι ἀνέκδοτο καί ὑπογράφεται ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Λιδωρικίου Θεόκλητο. Τότε τά Κράβαρα (βόρεια Ναυπακτία, ἀπό τό Τιρνόρεμα-Χάνι Λόη καί ἐπάνω) ἀνῆκαν στήν Ἐπισκοπή αὐτή, πού γιά πολλά χρόνια ἕδρευε στήν Χώμορη, ἀφοῦ τέσσερις Ἐπίσκοποι ἀπό τήν οἰκογένεια τῶν Καζάκων ἦσαν Χωμορίτες.

Τό ἔγγραφο ἀποτελεῖ κρισολογία τοῦ Ἐπισκόπου στήν διαφορά τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ἀμπελακιώτισσας μέ τούς Λευτεριάνους γιά τό «βουνί τῆς Λευθέριανης», πού ἀγόρασε τό 1746 (2 Μαΐου) τό Μοναστήρι. Τήν ὁμολογία (συμφωνητικό) ὑπέγραψαν 33 Λευτεριάνοι καί ἐπικύρωσαν 3 Τοῦρκοι Σπαχῆδες (τιμαριοῦχοι) καί 11 μάρτυρες ἀπό τά γειτονικά χωριά, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ Ἀρχιπροεστώς Ἀναγνώστης Καναβός.

Ὅμως παρά τήν συμφωνία οἱ Λευτεριάνοι ἔφερναν προσκόμματα στήν διακατοχή καί νομή τοῦ λιβαδιοῦ καί ἡ ὑπόθεση ὁδηγήθηκε στό τουρκικό δικαστήριο πού ἐξέδωσε χοζέτι ὑπέρ τοῦ Μοναστηριοῦ (1747) καί συνέχεια τοῦ Σουλτάνου, πού ἐξέδωσε φιρμάνι τό 1749. Φαίνεται ὅμως ὅτι οἱ παρενοχλήσεις στό Μοναστήρι συνεχίζονταν καί τό 1753, ὁπότε τοῦτο κατέφυγε στόν Ἐπίσκοπο γιά κρισολογία. Ὁ Θεόκλητος στηριζόμενος στά ἔγγραφα ἀποφάνθηκε ὅτι ἡ ὁμολογία τοῦ 1746 εἶναι «ἀληθινή καί ἄψευστος» καί ὅποιος Χριστιανός «θελήσει ἐθελοκάκως νά τήν διασείσῃ καί νά τήν παρασαλεύση ἔστω ἀναθέματι». Σέ ἄλλη κρισολογία (11 Σεπτ. 1755) μεταξύ Ποδιωτῶν καί Μοναστηριοῦ «δι’ ἀφορισμοῦ ὠμοφορίου καί πετραχηλίου» ἀποδόθηκε τό δίκαιο στό Μοναστήρι.

Τό ἔγγραφο ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Διά τῆς παρούσης ἐκκλησιαστικῆς ὁμολογίας γίνεται φανερόν ὅτι κατά τό α΄ψ΄ν΄γ΄ σεπτεμβρίου β΄ ἐγένετο ζήτησις καί διαφορά ἀπό μερικῶν χαιρεκάκων καί σκανδαλοποιῶν λόγια διά τά σύνορα τοῦ βουνοῦ ὁποῦ εἶχον ἀγοράσει οἱ πατέρες πρό ἤδη ἕξ χρόνους ἀπό τούς χριστιανούς τοῦ χωριοῦ λευθέριανη, καί πολλῆς λογοτριβῆς γενομένης παρά τῶν πλησιοχώρων χωρίων διά τά αὐτά παλαιά σύνορα ὕστερον ἀπό πολλάς λογομαχίας διά βεβαίωσιν καί ἀπόφασιν τοῦ δικαίου ἐκάλεσαν καί ἡμᾶς καί ἐλθόντες εἰς τόν αὐτόν τόπον, ἐξετάσαμεν ἀκριβῶς καί ἐν φόβῳ Θεοῦ εὕρομεν τό δίκαιον κατά τήν μαρτυρίαν τῶν παρευρεθέντων χριστιανῶν τῆς παλαιᾶς καί πρώτης ὁμολογίας ὁποῦ ἔχουν ἀνά χεῖρας οἱ πατέρες τοῦ αὐτοῦ μοναστηρίου τῆς ὑπεραγίας ἀμπελακιοτήσης. ὅθεν εἰς τήν ἀληθινήν αὐτήν ἐξέτασιν καί μαρτυρίαν βεβαιώνομεν διά τοῦ παρόντος καί ἡμεῖς τήν αὐτήν ὁμολογίαν ὡς ἀληθινήν καί ἄψευστον ὅσ τις καί ὁποῖος χριστιανός θελήση ἐθελοκάκως νά τήν διασείση καί νά τήν παρασαλεύση ἔστω ἀναθέματι: ᾳψνγ σεπτεμβρίου β.
+Ὁ Λοιδωρικίου θεόκλητος βεβαιοῖ:
Τό δεύτερο ἔγγραφο προέρχεται ἀπό τά ΓΑΚ καί εἰδικότερα ἀπό τόν φάκελο τῆς Ἱ. Μ. Προδρόμου Βομβοκοῦς. Φέρει ἡμεροχρονολογία 3 Ἀπριλίου 1835 καί ὑπογράφεται ἀπό τούς μοναχούς Βενέδικτος (ἡγούμενος) , Νεόφυτος, Ἰωαννίκιος.

Τό μοναστήρι εἶχε καταργηθῆ μέ τό Ὀθωνικό διάταγμα τοῦ 1833 καί οἱ μοναχοί παρέμεναν στό μοναστήρι γιά νά τούς ἐξώσουν βιαίως σέ λίγο. Πάντως καί τήν τελευταία στιγμή ἤθελαν νά προστατεύσουν τήν περιουσία τῆς Μονῆς, ἀλλά καί τήν ἀλήθεια, καί συνέταξαν τό ἔγγραφο σέ ἀντικατάσταση τῶν πρωτότυπων ἐγγράφων (ἔτος συναλλαγῆς 1812), τά ὁποῖα λόγῳ τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν εἶχαν χαθῆ. Ἡ συναλλαγή ἦταν ἀνταλλαγή οἰκίας 180 πήχεων στή Βαρναράχη πού περιῆλθε στό Μοναστήρι ἀντί οἰκοπέδου 300 πήχεων πού περιῆλθε στούς ἀντισυμβαλλομένους Καλογερογιάννη καί Ἀντωνίου. Ἐδῶ πρέπει νά ἀναφέρουμε ὅτι τό Μοναστήρι εἶχε σημαντική περιουσία, ἡ ὁποία ἀπό τήν κρατική ἀβελτηρία καί προχειρότητα στήν πλειονότητά της καταπατήθηκε καί περιέπεσε σέ «οἰκοπεδοφάγους».

Ἡ λογική ἐπέβαλε τά διαλυθέντα Μοναστήρια νά μετατραποῦν σέ μετόχια τῶν διατηρούμενων Μονῶν. Ἐάν τοῦτο συνέβαινε, ἴσως νά διασώζονταν ἡ κτηματική περιουσία, τά κτίρια, οἱ ναοί, τά κειμήλια.

Κτήματα τοῦ Προδρόμου ὑπῆρχαν (Δεκ. 1837) στήν περιφέρεια τοῦ Μοναστηριοῦ, στό Σερέλι Δάφνης, στή Φτέρη Σκάλας (μετόχι), στό Τζάσι (Φροξυλιά), στόν Γαλατά, στήν Μπούλα Λιδωρικίου, στήν Μαγούλα Δωρίδας (μετόχι), στήν Ναύπακτο (Ἐλαιοστάσιο), στόν Ἀβαρίκο, στό Μεσολόγγι, στή Σαΐτα (Δωρίδα), στό Δένδρο. Συνολικά μόνο στήν Ναυπακτία εἶχε στρέμματα 737 ποτιστικά, 213 ξηρικά, 2950 λιβάδια, 21 ἀμπέλια, 472 δένδρα ὀπωροφόρα κλπ. Ἐπίσης δύο μύλους στόν Σκά, μιά νεροτριβή στόν Σκά, ἐλαιοτριβεῖο στό δυτικό προάστιο, ἐργαστηριότοπους καί οἰκόπεδα στήν Ναύπακτο καί τό Μεσολόγγι.

Ἄξιο ἐπισήμανσης εἶναι ὅτι ἡ κρατοῦσα καί τότε ὀνομασία Βομβοκού (Βομποκοί) ἀναφέρεται ὡς Βαμβακού.
Τό ἔγγραφο ἔχει ὡς ἑξῆς:
(ΓΑΚ, Μοναστ. Φ 196, ἔγγρ, 015)

«Μαρτυροῦμεν ἐν φόβῳ Θεοῦ καί βάρει τῆς συνειδήσεως ἡμῶν τῶν ὑποφαινομένων Ἱερομονάχων ἀσκουμένων ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ τοῦ Προφήτου Προδρόμου κειμένην παρά τῷ χωρίῳ Βαμπακοῦς τῆς Ἐπαρχίας Βενετίκου καί δή εὐθυνομένων τά τοῦ Μοναστηρίου ἐκείνου ὅτι εἰς τούς 1812 ἐσυμφωνήσαμεν μετά τοῦ Μακαρίτου Καλογερογιάννου καί Χαράλαμπου Ἀντωνίου κατοίκων Ναυπάκτου νά κάμωμεν ἀλλαγήν τόπου συμφέρουσαν τότε ἑκάτερα τά μέρη ὡς ἀκολούθως: Δηλ. οἱ ἀποθανόντες Καλογερογιάννος καί Χαράλαμπος Ἀντωνίου νά παραχωρήσουν ὑπό τήν ἄμεσον ἐξουσίαν εἰς τό διαληφθέν Μοναστήριον ὀσπίτιον λιθόκτιστον μετά τόπου πηχῶν 180 κείμενον εἰς τήν θέσιν λεγομένην Βαρνᾶ ράχη.

Οἱ ὑποφαινόμενοι δέ νά παραχωρήσωμεν τόπον πήχεων 300 περίπου ὑπό τήν ἐξουσίαν παρομοίως τῶν διαληφθέντων Καλογερογιάννου καί Χαραλάμπου κείμενον πλησίον τῆς ἐν Ναυπάκτῳ οἰκίας των.

Καί περί ταύτης τῆς μεταξύ ἡμῶν αὐτῶν τῶν μακαριτῶν συμφωνίας, ἐκάμαμεν ἀλληλέγγυα ἔγγραφα, τά ὁποῖα ἐκ τῶν παρελθουσῶν ἀνωμαλιῶν ἐχάθησαν. Μ’ ὅλα ταῦτα οἱ ὑποφαινόμενοι ὡς ζῶντες, δίδομεν τήν μαρτυρίαν ταύτην τῆς θελητικῆς ἀνταλλαγῆς εἰς τούς διαδόχους τῶν εἰρημένων Καλογερογιάννου καί Χαραλάμπους διά νά τούς χρησιμεύση ὅπου δεῖ καί ὑποφαινόμεθα Ἐν Ναυπάκτῳ 3 Ἀπριλίου 1835
βενέδικτος
νεόφυτος
ηοανήκηος
Ἡ Δημογεροντία Ναυπακτίας ἐπικυροῖ τό γνήσιον τῶν ὑπογραφῶν τήν ἰδία ἡμερολογία 1835
Τ.σ.
Οἱ Δημογέροντες
Θ. Αναγνωστόπουλος

Αναγνώστης Κανναβός: H δολοφονία του



ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΚΑΝΝΑΒΟΥ 

Αμέσως μετά την ανατίναξη οι Κανναβαίοι πολιόρκησαν το γειτονικό σπίτι που κρύβονταν οι υπαίτιοι από την αντίζηλο οικογένεια Σ. Επίσης έφθασαν σε βοήθεια όλοι οι φίλοι τους και ο ντόπιος στρατός τον οποίο διοικούσε ο Κων. Κανναβός, πατέρας του φονευθέντος Γιαννάκη. Στό τριώροφο αυτό αρχοντικό διέμεναν και οι τρείς (3) τότε οικογένειες των Κανναβαίων.

Ο γερο-Αναγνώστης ζήτησε και την βοήθεια του κλεφτοκαπετάνιου της Κοζίτσης, Γ. Πηλάλα. Μόλις ξημέρωσε, οι Κανναβαίοι ζήτησαν την παράδοση των κρυμμένων δολοφόνων, ενώ συγκέντρωσαν κλαδιά μπροστά στο σπίτι τους απειλώντας να τους κάψουν. Το αρβανίτικο τάγμα δεν αναμίχθηκε στη διαφορά των δύο αυτών οικογενειών. Η αντίζηλος όμως οικογένεια Σ. είχε φροντίσει να ανοίξει και δεύτερο υπόνομο για να διαφύγει σε ώρα ανάγκης, πράγμα που προσπάθησε να κάνει, αλλά τούς αντιλήφθηκε ο στρατός, τους κατεδίωξε στο ρέμμα Κάκκαβος και τους εφόνευσε πλήν ενός που διέφυγε.
Κατάλαβε πλέον ο κοτζαμπάσης Αναγν. Κανναβός ότι έπρεπε να λάβει δραστικά μέτρα για να διασώσει την οικογένειά του και κατέφυγε στή νήσο Κάλαμο της Ιθάκης, που ανήκε σε Αγγλική Διοίκηση και ήταν το καταφύγιο των καταδιωκομένων Ελλήνων.
Δυστυχώς όμως και εκεί τον κατεδίωξε ο Αλή Πασάς, και δωροδοκώντας κάποιους σωματοφύλακές του, τον δηλητηρίασαν. Γλύτωσε όμως η υπόλοιπη οικογένειά του.

Μετά την δολοφονία του Αναγνώστη, άρχοντας των Κραβάρων, Κοτσαμπάσης και αρχηγός της οικογένειας, ανέλαβε ο γεροντότερος, Ιωάννης Κανναβός ή Κανναβογιάννης, ο αδελφός του.
Ήταν κατά γενική ομολογία ο ακούραστος προστάτης των αδυνάτων. Πατριώτης και ριψοκίνδυνος. Βοηθούσε και εφοδίαζε με τρόφιμα και πυρομαχικά τους κλεφταρματωλούς. Γενικά ήταν ο πιό δίκαιος Κοτζαμπάσης, ο πιό θαρραλέος, αμερόληπτος και ανοιχτοχέρης.
Πρώτη ενέργεια μόλις ανέλαβε ο Κανναβογιάννης, ήταν να διώξει τους 60 αρβανίτες σωματοφύλακες πράγμα που ξάφνιασε τους πάντες. Ο στρατιωτικός Διοικητής του είπε να το ξανασκεφθεί γιατί θα το μετανοιώσει, αλλά εκείνος μισούσε τους τουρκαλβανούς.
Έλεγχε κάθε κίνηση Έλληνα και τιμωρούσε σκληρά κάθε προδοσία Έλληνα. Οι αρβανίτες θα τον σκότωναν, αλλά χωρίς διαταγή του πασά δεν τολμούσε κανείς να τον πειράξει. Παρ' όλα αυτά κατάφεραν να επηρεάσουν τόν φιλύποπτο πασά, σε σημείο να τον ανησυχήσουν.

Αναγνώστης Κανναβός: To κυνήγι από τον Αλή πασά [1816]


ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ (1816)



Την διάσωση του Αναγνώστη, την έφερε βαρέως ο Αλή πασάς και κατέστρωνε νέο πονηρό κτύπημα. Τόν κάλεσε λοιπόν ξανά στά Γιάννενα για να τα πούνε αδελφικά, γιατί τον πόνεσε που είχε τόσο καιρό να τον δεί. Φυσικά ο Αναγνώστης, έξυπνος άνθρωπος, κατάλαβε τους δόλιους σκοπούς του και δεν πήγε στο στόμα του "λύκου".

Αφού δεν πήγαινε λοιπόν ο Αναγνώστης στα Γιάννενα, ο Αλή πασάς έστειλε δύο μέλη της σωματοφυλακής του, από αντίζηλο οικογένεια του Κανναβού, (Σ) για να σκοτώσουν όλη την οικογένειά του.
Αυτό όμως ήταν τρομερά δύσκολο και έτσι βρήκαν ένα άλλο πολύ ύπουλο τρόπο. Άνοιξαν υπόνομο (λαγούμι) κάτω από το σπίτι τους, που απείχε περίπου 200 μέτρα, μέχρι το σπίτι των Κανναβαίων και τα χώματα τα έβγαζαν στο πίσω μέρος του σπιτιού τους στό ρέμμα 'Κούκνας" που ήταν ζούγκλα από τα βάτα και τα άλλα δένδρα και έτσι δεν αντιλήφθηκε κανείς τίποτα. Κατόπιν τοποθέτησαν ένα μεγάλο βαρέλι μπαρούτι κάτω απο το σπίτι και όταν θεώρησαν ότι ήρθε η κατάλληλη ώρα, το πυροδότησαν.

Τα αποτελέσματα της ανατινάξεως όμως δεν ήταν όπως τα περίμεναν οι προδότες. Το σπίτι ανατινάχθηκε, αλλά ελάχιστα λεπτά πριν οι άνδρες Κανναβαίοι, ποιός ξέρει γιατί, βγήκαν από το σπίτι και πήγαν στην αυλή στο πάνω δυτικό μέρος ενώ οι γυναίκες ήταν στην κουζίνα που, και αυτή, ήταν στο δυτικό μέρος της οικοδομής και έτσι τα θύματα περιορίσθηκαν και είχαμε κατ΄αρχήν τέσσερα: την Πέπω, κόρη του Γεωργίου-Λογοθέτη Αναγν.Κανναβού, το Γιαννάκη Κ. Κανναβό 15 περίπου ετών και δύο υπηρέτες (τον Πατούχα και τον Κολοπάνη).

Επίσης τραυματίσθηκαν άλλα έξι άτομα, μεταξύ των οποίων η Γρηά Κοτζαμπασίνα, γυναίκα του Αναγνώστη και η νύφη της, γυναίκα του Γ.Λογ. Αναγνώστη, οι οποίες όμως υπέκυψαν μετά απο λίγες μέρες.
Η νύφη του Κοτζαμπάση, Ελένη, γυναίκα του Αναγνώστη, που θύλαζε εκείνη την ώρα, εκτινάχθηκε από τη έκρηξη μαζί με το βρέφος της, στη σκεπή του σπιτιού του Καραγεώργου που κατά καλή τύχη ήταν καλυμμένη με χιόνι και έτσι σώθηκαν. Η ανατίναξη του σπιτιού έγινε γύρω στο 1816 και αναφέρεται και στά Άπαντα του Καρκαβίτσα, παραθέτοντας στη βιβλιογραφία μας και το σχετικό δημοτικό τραγούδι.
Το σπίτι αυτό ξανακτίσθηκε στο ίδιο μέρος και σήμερα ανήκει στο Γ. Καραγεώργο.

Αναγνώστης Κανναβός: Ο κοτζαμπάσης της ορεινής Ναυπακτίας


Πρώτος Κοτζαμπάσης της ορεινής Ναυπακτίας που τότε λεγόταν Κράβαρα, διορίσθηκε το 1805 από τον Αλή πασά ο Αναγνώστης Κανναβός. Πανέξυπνος και με τεράστια περιουσία έπεσε σε φθόνο από τον αδίστακτο πασά, που δεν ήθελε κανένα να τον νοιώθει ισχυρό. Φρόντιζε να βγάζει απο τη μέση κάθε δραστήριο άνδρα που νόμιζε ότι μπορούσε να τον απειλήσει. Πάντα ύπουλα, ποτέ φανερά, διέταζε ανθρώπους του περιβάλλοντός του, να τον δολοφονήσουν, αποσπώντας και την περιουσία του. Μάλιστα πολλές φορές ζητούσε τάχα να γνωρίσει την οικογένεια κάποιου συνήθως πλούσιου και κατόπιν τους συνελάμβανε όλους, ζητώντας τεράστιο ποσό χρημάτων για την απελευθέρωσή τους.

Γύρω στα 1810, ο Αλή πασάς κάλεσε στά Γιάννενα όλους τους μεγαλοάρχοντας και Κοτζαμπάσηδες της Αιτωλοακαρνανίας σε συνέδριο, για να δούν πως θα διοικήσουν καλύτερα, αλλά ο σκοπός του ήταν να δεί με ποιούς είχε να κάνει καθώς και για να λάβει τα δώρα τους.
 Όπως λέγεται και γράφει η ιστορία, εντυπωσιάσθηκε από τον Αναγν. Κανναβό και ως φιλύποπτος που ήταν, αποφάσισε να τον εξοντώσει.
Ανέθεσε λοιπόν την δολοφονία του σε αρβανίτες σωματοφύλακές του, και τους έδωσε εντολή να τον σκοτώσουν χωρίς πιστολιές και θόρυβο, στα μουλωχτά.
Μετά τη λήξη του συνεδρίου και κατά την αναχώρησή του, ο Αναγνώστης, ανύποπτος και χαρούμενος από την εύνοια που του επέδειξε ο Αλή, δέχθηκε επίθεση με πέτρα στο κεφάλι με αποτέλεσμα να πέσει κάτω αναίσθητος και ετοιμοθάνατος. Ευχαριστημένοι οι εκτελεστές πήγαν στον Αλή, του είπαν την επιτυχία τους και πήραν την "αμοιβή" τους.

Στη βιασύνη τους όμως να φύγουν για να μη τους συλλάβουν οι επίσης αρβανίτες, συνοδοί-σωματοφύλακες του Κανναβού, δεν τον αποτελείωσαν. Σημειωτέον ότι, όπως κάθε Κοτζαμπάσης , ο Αναγνώστης είχε περίπου 60 ένοπλους αρβανίτες σωματοφύλακες, που τους διέτρεφε και τους συντηρούσε σε ειδικό κτίριο φρούριο τη λεγομένη "Κούλια" κοντά στο αρχοντικό του στην Άνω Χώρα. Κάποιοι απ' αυτούς, κατεδίωξαν ανεπιτυχώς τους δολοφόνους, χωρίς να γνωρίζουν ότι ήταν ομοεθνείς τους αφ΄ενός και ότι είχαν εντολή από τον πασά αφ΄ετέρου. Οι άλλοι τον μετέφεραν σε κοντινό χωριό όπου για καλή του τύχη έπεσε σε χέρια άριστου Ηπειρώτη γιατρού χειρουργού, με αποτέλεσμα να αποφύγει τη μόλυνση και να αντικατασταθεί το θρυψαλιασμένο κόκκαλο της κεφαλής του με "οστούν κυνός", κατά τον ιστορικό.

Μετά από καιρό ανέλαβε ξανά τα καθήκοντά του, αφού δέχθηκε τις έγγραφες ευχές για την διάσωσή του, από τον Αλή πασά!
Ο Αναγν. Κανναβός πολιτεύθηκε άψογα, δεν επέτρεπε καμμία βία και ξυλοδαρμό σε βάρος των Ελλήνων από τους κατακτητές και ήταν στήριγμα και προστάτης των Κλεφταρματωλών που τους εφοδίαζε με τρόφιμα, μπαρούτι, όπλα και ό,τι άλλο χρειαζόντουσαν. Τιμωρούσε όμως σκληρά τους προδότες και τους κακούς.

Γενεαλογία της μεγάλης οικογενείας των Καναβαίων από την Μεγάλη Λομποτινά



Μια σύντομη επισκόπηση στην γνωστή αρχοντική οικογένεια των Κραβάρων, που είδαμε αναλυτικότερα σε προηγούμενο άρθρο:

Γνωστή αρχοντική οικογένεια των Κραβάρων που κατά την παράδοση είχε τις ρίζες της στο Βυζάντιο. Στις 28.1.1204 ένας προγονός της ο Νικόλαος Καναβός ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας ύστερα από επανάσταση κατά της ανίκανης διοίκησης των Αγγέλων. Σε λίγες όμως μέρες (5.2.1204) ο Νικόλαος Καναβός φονεύεται και ανέρχεται στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Αλέξιος Ε' ο Μούρτζουφλος. Μετά την άλωση της πόλης από τους Τούρκους (1453) ένας κλάδος των Καναβαίων βρήκε καταφύγιο στην Μεγάλη Λομποτινά Κραβάρων όπου διετέλεσαν Προεστώτες.

Γνωστά μέλη της Κραβαρίτικης οικογένειας είναι:

1. Αναγνώστης Καναβός, υιός Ανδρέα. Υπογράφει ως μάρτυρας σε ιεροδικαστική απόφαση (1747). Ο ίδιος χωρίς το πατρώνυμο υπογράφει σε ομολογία στις 2.5.1746. Ο Αναγνώστης ήταν εκείνη την εποχή εκκλησιαστικός τίτλος και υποκαθιστούσε πολλές φορές το βαπτιστικό. Δεν γνωρίζουμε όμως ποιο ήταν το βαπτιστικό του παραπάνω και αν ταυτίζεται με τον αμέσως παρακάτω Γεωργάκη.

2. Γιωργάκης-(Λογοθέτης;) Καναβός. Υπογράφει σε ομολογίες (18 Δεκ. 1739, 15.3.1746 και 25.8.1753).
3. Κωνσταντάκης-Λογοθέτης Καναβός. († 1775) Περιέχεται σε «εμμάρτυρο γράμμα» (27.9.1770).
4. Νικολάκης-Αναγνώστης Καναβός. († 1800 ή 1801). Όπως παραπάνω, στο ίδιο «εμμάρτυρο γράμμα».
5. Ιωάννης Καναβός. Αδελφός του Νικολάκη.
6. Αντώνης Καναβός (; - 1828). Αδελφός του Νικολάκη.
7. Γεώργιος-Λογοθέτης Καναβός (αρχές 1827), γιος του Νικολάκη.
8. Ανδρέας-Αναγνώστης Καναβός (1790-1844), γιος του Νικολάκη.
9. Ιωάννης Λογοθέτου-(Καναβός), γιος του Νικολάκη.
10. Νικόλαος Καναβός (; - 1902) γιος του Ανδρέα-Αναγνώστη Καναβού.
11. Ιωάννης Νικολάου Καναβός (1865-1953), γιος του προηγούμενου και τελευταίος γόνος των Καναβαίων της Λομποτινάς.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Με την ονομασία Κράβαρα ή Γκράβαρα φέρονταν παλαιότερα τοποθεσία της επαρχίας Ναυπακτίας, στο Νομό της Αιτωλοακαρνανίας, που περιλαμβάνονταν και τα ακόλουθα 10 χωριά: Αβώρανη (Λιβαδάκι), Αράχωβα, Κλεπά, Νεοχώριο και Σίνιστα ή Σινίστα, (σημερινή Περδικόβρυση) του τ. δήμου Κλεπαΐδας, Αρτοτίνα και Πλάτανος, του τ. δήμου Προσχίου καθώς και τα χωριά Ζήλιστα, Σίτιστα και Στρώμιανη, του τ. δήμου Οφιονείας.
 Όλα τα παραπάνω χωριά βρίσκονται νότια του όρους Οξιά ή Κράβαρα.

 Επί Καποδίστρια στη γενόμενη τότε πρώτη διοικητική διαίρεση της Ελλάδος τα Γκράβαρα αποτελούσαν ιδιαίτερη διοικητική περιφέρεια, που έπαυσε να υφίσταται από την εποχή του Βασιλέως Όθωνα, πλην όμως συνεχίζει από τους παλαιότερους να διατηρείται μόνο το όνομα.

Kαναβαίοι: Μορφές από την ιστορία


KΑΝΝΑΒΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ 
Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (28 Ιανουαρίου έως 5 Φεβρουαρίου 1204).
Βυζαντινός αξιωματούχος που διακρίθηκε για τη γενναιότητα και τη δράση του κατά την περίοδο της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204). Επωφελήθηκε από τη γενικότερη σύγχυση και πέτυχε να ανακυρηχθεί αυτοκράτορας από τον αγανακτισμένο όχλο μετά την παραίτηση του Ισαακίου Β΄ και του Αλεξίου Δ΄.
Η αναγόρευσή του ως αυτοκράτορα θεωρήθηκε παράνομη και στασιαστική, αφού δεν συνέπραξε σε αυτήν ο οικουμενικός πατριάρχης Ιωάννης Ι΄ ο Καματηρός. Παρά τα λαϊκά ερείσματα, ο Κανναβός δεν αναγνωρίσθηκε επίσημα, ο δε νέος αυτοκράτορας Αλέξιος Ε΄ Δούκας Μούρτζουφλος, έγινε κύριος της κατάστασης, αιχμαλώτισε και φόνευσε τον Κανναβό. (Πάπυρος, σ.344).


ΚΑΝΝΑΒΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ Αγωνιστής του 1821, από τη Ναυπακτία. Συμμετείχε στην υπεράσπιση του Μεσολογγίου κατά τη τελευταία πολιορκία. Μετά την Έξοδο εντάχθηκε στο στράτευμα του Γ. Καραϊσκάκη. (Πάπυρος, σελ.393).


ΚΑΝΝΑΒΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ. Λογοθέτης, πρόκριτος από τα Κράβαρα. Υπήρξε πληρεξούσιος της περιοχής του στην Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (1823) και εγινε βουλευτής, ενώ πολιτικά ακολουθούσε την παράταξη του Μαυροκορδάτου. Το 1825 διορίσθηκε μέλος της Προσωρινής Διευθυντικής Επιτροπής της Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Στη συνέχεια διορίσθηκε φροντιστής στο ελληνικό στράτευμα της Ανατολικής Στερεάς υπό τον Γ. Καραϊσκάκη. Μεταφέρθηκε άρρωστος στη μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, όπου και πέθανε το 1826. ( Πάπυρος, σελ. 393, τόμος 31ος).

ΚΑΝΝΑΒΟΣ Ν. ΙΩΑΝΝΗΣ Βουλευτής, γερουσιαστής και υπουργός (Σπερχειάδα Φθιώτιδος 1867-Αθήνα 1953). Εγγονός του αγωνιστή του 1821 Γεωργίου Κανναβού. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Δικηγόρος, βουλευτής Ναυπακτίας (1895). Επανεκλέγθηκε πολλές φορές και ως βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας μέχρι το 1935 οπότε αποσύρθηκε απο την πολιτική μετά 40ετή δημόσιο βίο. Διετέλεσε υπουργός των Ναυτικών, Συγκοινωνιών, Γεωργίας. Επίσης χρημάτισε γενικός διοικητής Θεσσαλονίκης (1924-25) με βαθμό υπουργού και υπουργός γενικός διοικητής
Μακεδονίας (1929). (Πάπυρος, σελ.393, τόμος 31ος)