Limnitsa is built on the of Makri sides
NA Rachi (1,114 m). In Kambi, the valley near Mornay, where there was an
anncient city, which was suggested by some as the possible location of
Aitolikou Aigitiou. Populating appears that continued to the Byzantine
times, where left the ruins of the temples of St. Constantine and St.
Spyridon and houses. This settlement was abandoned and the natives built
a new village in the position of Paliospita and the neighboring Kato
Vrysi. Here stood the temple of Holy Archangels which according to
tradition was a dependency of the Virgin Varnakova and the church of St.
Athanasius, where today is the cemetery.
Moving from the Paliospita to the
current location seems to have occurred immediately after the
Revolution. Limnitsa is a passageway to the mountainous Nafpaktos and
Doris and bustling with life during the summer months. The square with
the perennial plane tree, the retrofitted fountain, the tourism
infrastructure can satisfy the visitor and the endless green makes the
village worth a visit and observation.
The parish church Pammegistoi Taxiárkhai
is a three aisled basilica (1866). The three masterly carved stones at
the door of the church impress every visitor. Features are the chapels.
At Agia Paraskeui there is an old picture of the Saint bearing the
inscription of the Prayer handmaiden of God Tasioulas Antoniou Kanavou.
Limnitsa was the manor of Kanavaion. The archiproestos Kanavos Antonis
died in 1828, being taken prisoner by the Turks. Seven mills operating
in the village. From Limnitsa descends the grandfather of John Kordatos,
the known historian.
ΔΡΑΣΗ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΚΑΝΝΑΒΑΙΩΝ
Α) ΓΕΩΡΓΙΟΥ-ΛΟΓΟΘΕΤΗ
Στο σύγγραμμα του ιστορικού Ι.Κοτίνη (1905 σελ. 107) αναφέρεται ο Γεώργιος ότι υπήρξε από τους διασημότερους άνδρες της Στερεάς Ελλάδος και ο πυρήνας της εκραγείσης το Μάϊο του 1821 επαναστάσεως την περιοχή Ναυπακτίας.
Ο Γεώργιος Κανναβός από την Λομποτινά, Φιλικός από το 1820, εξελέγη βουλευτής Κραβάρων και Βενέτικου, δηλαδή ολόκληρης της Επαρχίας Ναυπακτίας και ως πολιτικός έλαβε μέρος στις Εθνικές συνελεύσεις Άστρους και Επιδαύρου. Προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στο Έθνος και στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, στο οποίο μετέβηκε ως Κυβερνητικός αντιπρόσωπος μαζί με τους βουλευτές Θέμελη και Παπαρρηγόπουλο και ως Γενικός Φροντιστής στο οποίο παρέμεινε επί επτάμηνο.
Κατά την έξοδο του Μεσολογγίου είχε στρατολογήσει 2.000 άνδρες από την ορεινή Ναυπακτία και διέθεσε τη τεράστια περιουσία του στον αγώνα. Τους έθεσε υπό τις διαταγές του Γ. Καραϊσκάκη ο οποίος ήταν άρρωστος στο Πλάτανο Ναυπακτίας και τους παρέδωσε στον Κώστα Μπότσαρη και έσπευσαν σε ενίσχυση των Μεσολογγιτών. Βοήθησαν τους εξερχομένους Έλληνες από τους καταδιώκοντας Αλβανούς στον Άγιο Συμεών. Κατόπιν Κυβερνητικής εντολής οι άνδρες του Γεωργίου μετέβησαν στο Αίγιο για να ετοιμασθούν σε νέα εκστρατεία, αλλά εκεί αρρώστησε βαρειά και τον μετέφεραν στο Μέγα Σπήλαιο όπου και απεβίωσε το 1826.
Β) ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΚΑΝΝΑΒΟΣ
Μόλις κηρύχθηκε η επανάσταση οι οικογένειες του Γεωργίου και του Αναγνώστη Κανναβού μεταφέρθηκαν για ασφάλεια στην Αίγινα μέχρι την απελευθέρωση της Ναυπακτίας το 1829. (Έξι ανύπανδρες θυγατέρες και τον μικρό Νικόλαο)
Ηταν ο μικρός γιός του Κοτζαμπάση Αναγνώστη και πήρε το όνομα του πατέρα του, όπως συνηθίζετο. Ηταν δίκαιος, ανιδιοτελής, αυθόρμητος και αυταρχικός. Προ του 1818 είχε δημιουργήσει και αυτός μαζί με τον Κωνσταντίνο δική του ένοπλο ομάδα κλεφταρματωλών στα Δωρικά βουνά. Ήταν του ιδίου χαρακτήρα με τον πρώτο του ξάδελφο Κωνσταντίνο γιού του Κανναβογάννη που δολοφονήθηκε στο Σέλλο.
Νυμφεύθηκε την Ελένη Δεσποταίου-Λογοθέτη (Δεσποτάδες Λιδωρικίου) πολύ καλή και θρησκευόμενη γυναίκα, από την οποία απέκτησε τρεις κόρες και το Νίκο. Ο Αλή πασάς κυνήγησε πολύ την οικογένειά της, αλλά διασώθηκε διότι ο Δεσπότης Ναυπάκτου εξεπατρίσθη στη Κων/πολη, κοντά στον Πατριάρχη.
Φλογερός πατριώτης ο Αναγνώστης, μετέφερε την οικογένειά του όπως αναφέραμε στην Αίγινα και γεμάτος μένος κατά των Τούρκων για την άνανδρη δολοφονία του ξαδέλφου του και πρώτου καπετάνιου Κων/νου, ετέθη το Μάϊο του 1821 επί κεφαλής ομάδος περίπου 200 ενόπλων Κραβαριτών, που τους μισθοτροφοδοτούσε, γιατί το κράτος τότε ήταν ανύπαρκτο και οι πολεμιστές φτωχοί οικογενειάρχες.
Στή Φιλική Εταιρεία κατηχήθη από τον Κωνσταντίνο το 1819 και πολέμησε τόσο στά Κράβαρα (μάχες Παπαδιάς, Μυρμηγκιάρια), όσο και στίς δύο πολιορκίες του Μεσολογγίου όπου στίς 10-4-1826 έσωσε πολλά γυναικόπαιδα, στο σημερινό Καταφύγι, από όπου πήρε το όνομά του το χωριό που πριν ελέγετο Αμώρανη.
Τιμήθηκε με το βαθμό του Χιλιάρχου στο Μεσολλόγγι και αργότερα του Στρατηγού. (αποφ. 9547 19-7-1825).
Ο Αναγνώστης δούλεψε, κοπίασε, βασανίστηκε, κινδύνεψε από μερικούς άρπαγες που βρήκαν την ευκαιρία από την απουσία του στίς μάχες, να πάρουν τα τσιφλίκια του.
Κατάφερε και δεν άργησε να συνέλθει οικονομικά και οι Κανναβαίοι έγιναν ξανά οι ξακουστοί άρχοντες από τα παλιά. Όμως τελικά δεν απέκτησαν ούτε το 1/5 της προεπαναστατικής των περιουσίας.
Τιμήθηκαν από όλη την επαρχία της Ναυπακτίας, μέχρι το 1974 υπήρχε και οδός με το όνομά του Γ. στη Ναύπακτο. Ο Α. πέθανε περί το 1842-3.
Ο Γιώργος και ο Αναγνώστης συγχώρεσαν τον Παν. Σωτηρόπουλο (εν αντιθέσει με τον Αντώνη Κανναβό) που αντί να τον συντρίψουν για το ξεκλήρισμα των Κανναβογιανναίων, συμπολέμησαν μαζί του και τον συνέστησαν στη Στρατιωτική Διοίκηση ως εξαίρετο <<Λαγουμιτζή>> σπάνια ειδικότητα τότε, ο οποίος βοήθησε πολύ στο Μεσολόγγι, στην Ακρόπολη των Αθηνών και στην Αττική γενικά και όλα αυτά πρός όφελος της πατρίδας και για μας αυτό ήταν το καλύτερο μνημόσυνο των αδικοχαμένων προγόνων.
Γ) ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΝΝΑΒΟΣ
Το 1919 ο Αντώνης έγινε κοτζαμπάσης Κραβάρων και Αρχιπρόκριτος μέχρι το Μάϊο του 1821, οπότε οι 40 αρβανίτες του που είχε προσλάβει ως σωματοφύλακες, τον εγκατέλειψαν, αφού προσπάθησαν και να τον ξεκάνουν.
Τότε παρέλαβε περίπου 90 ενόπλους Κραβαρίτες και ξανάπιασε τα γνώριμα βουνά του και πολέμησε σε πολλές μάχες με μεγάλο ηρωϊσμό και ανδρεία, αναδειχθείς αντάξιος διάδοχος του Κωνσταντίνου και του Αναγνώστη, με τη διαφορά ότι δεν βγήκε από την Αποδοτία του και τα πέριξ, όπως και πολλοί από τους μικροκαπεταναίους οπλαργηγούς τότε.
Γιατί είχε προσλάβει αρβανίτες, δεν γνωρίζουμε. Άλλοι λένε ότι του το υπέβαλε ο Διοικητής του αρβανίτικου τάγματος που ήδρευε στη Λομποτινά και άλλοι ότι φοβόταν τους φιλελεύθερους Κραβαρίτες μη του πάρουν με το ζόρι τα χωράφια του. Πάντως για τον Αντώνη οι επιζήσαντες γέροντες αρχάς 20ου αιώνα, δεν εξεφράζοντο με ενθουσιασμό.
Ήτανε λέγανε έξυπνος, αλλά σφικτός, τσιγκούνης, φιλύποπτος και εκδικητικός μέχρι εξοντώσεως. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν μιλούσε στ' αδέλφια του που δεν σκότωσαν τον Παν. Σωτηρόπουλο, για να εκδικηθούν το ξεκλήρισμα της οικογένεις του Κανναβογιάννη, αλλά συμπολέμησαν μαζί του.
Ως συγγενής εθυσιάζετο και τους αγαπούσε, παρόλα αυτά επί των ημερών του έλαβαν χώρα τα πιο συνταρακτικά γεγονότα της ιστορίας μας εις βάρος των Κανναβαίων.
Λέγεται ότι χάριν της επιμονής του ο στρατηγός Τζαβέλλας δέχθηκε και με καυτό σίδερο στιγμάτισε στο μέτωπο τους συλληφθέντες αρβανίτες μαζί με τον στρατηγό αρχηγό τους Αχμέτ Πράβιστα για εκδίκηση των βασανιστηρίων που έκαναν στους Έλληνες αυτοί.
Κατά την μεγάλη μάχη της Λομποτινάς τον Οκτώβριο του 1828 που οι Έλληνες πήραν φαλάγγι 1.200 τουρκαλβανούς, από του οποίους διεσώθησαν μόνο 200 στη Ναύπακτο υπό τον Καφτά Αγά, τραυματίσθηκε στη Ρέρεσι, στο Μόρνο και μετά από μήνα απεβίωσε.
Με το θάνατο του Αντώνη και την απελευθέρωση της Ελλάδος, ήρθε στη Λομποτινά η θυγατέρα του Τασούλα, παρέλαβε το σπίτι της και τα τσιφλίκια της γιατί ο άνδρας της σκοτώθηκε στην επανάσταση. Ήτανε πολύ αγαπητή και έδωσε μεγάλο μέρος της περιουσίας της στους φτωχούς Λιμνιστιάνους. Όταν γέρασε οι συγχωριανοί είχανε καμάρι και τιμή τους να της πάνε τα μικρά δώρα τους.
Δ) ΝΙΚΟΣ ΚΑΝΝΑΒΟΣ
Ο μόνος λοιπόν άνδρας γόνος των Κανναβαίων της Λομποτινάς που επέζησε και ξανάρθε, ήταν ο γιός του Αναγνώστη Κανναβού, ο Νίκος που μάλλον είναι το μωρό που εκτοξεύθηκε και σώθηκε στα χιόνια κατά την ανατίναξη του σπιτιού των Κανναβαίων το 1815-16. Ο Αναγνώστης πάντρεψε τα εξι ανύπαντρα κορίτσια, περιμάζεψε την Κανναβαίϊκη περιουσία και έτσι ο Νίκος δεν είχε προβλήματα οικονομικά.
Ο Νίκος ήταν εξυπνότατος, ως ο πατέρας του ακέραιος χαρακτήρας, άκαμπτος, ειλικρινής και πεισματάρης.
Μπήκε γρήγορα στην πολιτική, κέρδιζε πάντα τις δημοτικές εκλογές, (Δήμαρχος Αποδοτίας), αλλά στη βουλή μπήκε λίγες φορές (3-4) γιατί επολιτεύετο με το αντιβασιλικό κόμμα και αυτό του κόστισε σε όλη τη σταδιοδρομία του. Οι Ναυπάκτιοι τον προέτρεπαν να βάλει με το Βασιλικό κόμμα, για να έχουν κανένα ρουσφέτι, αλλά αυτός ήταν συνεπής στις ιδέες του και μάλιστα όταν πέρασε ο Όθωνας από τη Ναύπακτο, πήρε τους ομοϊδεάτες του και δεν τον υποδέχθηκαν, θύμωσε ο Όθωνας και καταλαβαίνουμε τις συνέπειες. Έτσι στις βουλευτικές έβγαινε ο Βασιλικός υποψήφιος Α. Κοκκοτάκης.
Πολιτεύθηκε από το 1835 μέχρι το 1895 οπότε ανέλαβε βουλευτής ο γιός του Ιωάννης και πέθανε στη Ναύπακτο το 1902 σε βαθειά γεράματα αφού απεκατέστησε άριστα τις τρείς θυγατέρες του και ευχαριστημένος με τον αντάξιο γιό του που αντιθέτως εκείνος εξελέγετο συνεχώς βουλευτής. Μόνο του παράπονο που δεν απέκτησε εγγονό από τον γιό του.
ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ "ΚΑΛΟΓΕΡΩΝ" - ΘΑΝΑΤΟΣ ΙΩΑΝΝΗ
Αυτοί οι καλόγεροι ήταν τελικά κατάσκοποι, για να ενημερώσουν τον πασά με ποιούς είχαν δοσοληψίες οι Κανναβαίοι, αφού κάποιος που τον χαστούκισε ο Κολοκοτρώνης, "κάρφωσε" στον καχύποπτο πασά όσους νόμιζε ότι θα ήταν στην οργάνωση, μεταξύ των οποίων και τους Κανναβαίους, αλλά δυστυχώς επίσης και κάποιοι κακοί συμπατριώτες τους απο αντιζηλία στούς άρχοντες Κοτζαμπάσηδες, και έβαζαν λόγια στον Αλή πασά.
Το χειμώνα του 1819 ο άρχοντας Κανναβογιάννης πέθανε.
Ο γιός του Κωνσταντίνος διέταξε τους ψευτοκαλόγερους να φύγουν πριν την Άνοιξη. Οι "καλόγεροι" διέδιδαν στους κατοίκους ότι δεν ήθελαν οι Κανναβαίοι να κτίσουν Μοναστήρι και τους δυσφημούσαν, αλλά και συγχρόνως έδιναν αναφορές στόν πασά, μέσω του Αρβανίτη στρατιωτικού Διοικητή, για τις κινήσεις τους και τις συναναστροφές τους με τους κλεφταρματωλούς και ό,τι άλλο υποψιάζονταν.
Μάλιστα ο ψευτοηγούμενος πήγε και προσωπικά στα Γιάννενα να δεί τον πασά και να τον ενημερώσει.
Τότε λοιπόν ο Αλή πασάς πείσθηκε για την ενοχή των και έδωσε εντολή να συλλάβουν τους Κανναβαίους και να τους φέρουν ζωντανούς εκεί, μαζί με όλα τα γιδοπρόβατά τους, που βέβαια τα ήθελε γιατί τα χρειαζόταν, λόγω της μεγάλης ανάγκης τροφίμων, ειδικά τώρα που κινδύνευε από τον Σουλτάνο.
ΚΑΤΑΣΤΡΩΣΗ ΣΧΕΔΙΟΥ ΕΞΟΝΤΩΣΗΣ
Σε λίγες μέρες έστειλε τον Δερβέναγα με 15 Αρβανίτες στην Ανω Χώρα όπου καταστρώθηκε σχέδιο εξόντωσης στο γραφείο του Αχμέτ Πρέβιστα, που το μαρτύρησε αργότερα ο ίδιος στον Αντώνη Κανναβό, όταν τον ανέκρινε αιχμάλωτο στην μάχη της Βαρνάκοβας το 1828.
Το απάνθρωπο σχέδιο τιθεται σε εφαρμογή.
Ήταν κάποιο απόγευμα του καλοκαιριού εκείνου το 1820 γύρω στον μήνα Ιούνιο και η οικογένεια του Κωνσταντίνου με την γυναίκα του Ελένη, τον γιό του Θανάση και τον αδελφό του Θοδωράκη, καθόντουσαν στο καινούργιο τους σπίτι, στό Σέλλο, μαζί με δύο τσοπάνηδες που τους υπηρετούσαν. Η αδελφή του έλειπε στο Κανναβαίϊκο σπίτι της Άνω Χώρας. Ο Θανάσης ήταν τότε περίπου 20 χρονών και ο Θοδωράκης γύρω στά 30 με 35.
Τότε λοιπόν, άρχισε να βρέχει πάρα πολύ και ήταν σωστή νεροποντή, που κράτησε πολύ ώρα.
ΤΟ ΑΝΑΝΔΡΟ ΚΑΙ ΥΠΟΥΛΟ ΞΕΚΛΗΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓ. ΚΩΝ/ΝΟΥ
Ξαφνικά ακούσθηκαν γαυγίσματα των σκυλιών τους, φωνές και βογγητά. Πενήντα μέτρα μακρυά από το σπίτι τους στο Σέλλο, στο δρόμο Κεντρικής Αναβρυτής, είδαν ξαπλωμένο κάτω, έναν άγνωστο Δερβέναγα να φωνάζει και από πάνω του 15 άγνωστοι πάλι αρβανίτες στρατιώτες να του προσφέρουν βοήθεια.
Ο Κωνσταντίνος με τον Θεοδωράκη και με τους δύο τσοπάνηδες έτρεξαν να βοηθήσουν, τον δήθεν τραυματισμένο στο πόδι Δερβέναγα. Οδηγός αυτού του τάγματος ήταν ο Τσαούς Ομέρ φίλος των Κανναβαίων, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι τυχαία περνούσε το απόσπασμα από εκεί (ξεγελασμένος από τον στρατιωτικό Διοικητή, Πρέβιστα γι' αυτό και αργότερα τρελλάθηκε) για να κατευθυνθεί μέσω Αναβρυτής-Καταφυγίου στη Ναύπακτο.
Φιλότιμοι οι Κανναβαίοι και επειδή στο Σέλλο δεν υπήρχε κοντά άλλο σπίτι, προσφέρθηκαν να τους φιλοξενήσουν μέχρι να ξημερώσει. Οι στρατιώτες μετέφεραν σηκωτό τόν Δερβέναγα στο σπίτι και ο Θοδωράκης έτρεξε να σφάξει αρνιά και κατσικάκια, να τα ψήσει για να φάνε οι ξένοι. Ο Κωνσταντίνος πήγε και έφτιαξε μιά αλοιφή και την έβαλε στο πόδι του δήθεν τραυματία. Μετά τον πήγε στο σαλόνι να ξαπλώσει και εκεί ο Δερβέναγας άπλωσε τα πολεμικά του σύνεργα με απόλυτο εμπιστοσύνη. Οι τσοπάνηδες, εκτός των δύο υπηρετών, λόγω της νεροποντής κάθησαν στις ταράτσες τους και δεν ήταν στο σπίτι των αφεντάδων τους, πράγμα που θα προβλημάτιζε τους αρβανίτες. Η κυρά Ελένη, σύζυγος του Κωνσταντίνου, ετοίμασε τα πιάτα με τα κρέατα και τα τυριά και άρχισαν όλοι να τρώνε.
Μόλις τελείωσαν το φαγητό, ο Δερβέναγας είπε πως αισθανόταν καλύτερα και θα πρόσφερε ένα εξαίρετο Αγρινιώτικο καπνό.
Βάζει λοιπόν το χέρι του στην καπνοσακκούλα για να προσφέρει τον καπνό και αστραπιαία βγάζει την δίκανη κουμπούρα του την οποία αδειάζει στο κεφάλι του ανύποπτου Κωνσταντίνου. Οι άλλοι αρβανίτες έπεσαν αμέσως πάνω στο Θοδωράκη και στους δύο υπηρέτες και τους ακινητοποίησαν. Η κυρά Ελένη αντέδρασε αμέσως σκοτώνοντας έναν αρβανίτη και γι' αυτό την κομμάτιασαν.
Με αυτό τον ύπουλο και άνανδρο τρόπο, ξεκλήρισαν την οικογένεια του καλοκάγαθου και πατριώτη Κανναβογιάννη, αλλά ατύχησαν να σκοτώσουν και τον νεαρό Θανάση που έλειπε για άγνωστο λόγο απο το σπίτι και επειδή τον καταζητούσε παντού ο Αλή πασάς, δεν πήγε ούτε στην κηδεία των γονέων του, όταν έμαθε τα σχετικά.