Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ναυπακτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Limnitsa was the manor of Kanavaion



Limnitsa is built on the of Makri sides NA Rachi (1,114 m). In Kambi, the valley near Mornay, where there was an anncient city, which was suggested by some as the possible location of Aitolikou Aigitiou. Populating appears that continued to the Byzantine times, where left the ruins of the temples of St. Constantine and St. Spyridon and houses. This settlement was abandoned and the natives built a new village in the position of Paliospita and the neighboring Kato Vrysi. Here stood the temple of Holy Archangels which according to tradition was a dependency of the Virgin Varnakova and the church of St. Athanasius, where today is the cemetery.

Moving from the Paliospita to the current location seems to have occurred immediately after the Revolution. Limnitsa is a passageway to the mountainous Nafpaktos and Doris and bustling with life during the summer months. The square with the perennial plane tree, the retrofitted fountain, the tourism infrastructure can satisfy the visitor and the endless green makes the village worth a visit and observation.

The parish church Pammegistoi Taxiárkhai is a three aisled basilica (1866). The three masterly carved stones at the door of the church impress every visitor. Features are the chapels. At Agia Paraskeui there is an old picture of the Saint bearing the inscription of the Prayer handmaiden of God Tasioulas Antoniou Kanavou. Limnitsa was the manor of Kanavaion. The archiproestos Kanavos Antonis died in 1828, being taken prisoner by the Turks. Seven mills operating in the village. From Limnitsa descends the grandfather of John Kordatos, the known historian. 

[source]

Ο Ξενώνας Κανναβέικο στην Άνω Χώρα Ναυπακτίας



Το πάλαι ποτέ αρχοντικό της οικογένειας στην Άνω Χώρα Ναυπακτίας μετά το ξεκλήρισμα, άλλαξε αρκετά χέρια και σήμερα πλέον έχει μετατραπεί σε ξενώνα, αποτελώντας έναν από του πρώτους ορεινούς προορισμούς και με τις καλύτερες κριτικές σε ντόπια και ξένα sites τουρισμού.
Πλέον ανήκει στην οικογένεια Κωστογιάννη που το διευθύνουν και το συντηρούν άψογα.
Το κτίριο είναι μεγαλόπρεπες και προφανώς ενδεικτικό της αρχοντικής οικογενείας των Καναβαίων που δημιούργησε πολιτισμό στο μέρος επί σειρά αιώνων.

Η πετρόχτιστη ιδιοκτησία Kannaveiko βρίσκεται στο ορεινό χωριό της Άνω Χώρας και προσφέρει παραδοσιακά στούντιο με τζάκι και θέα στα Βαρδούσια Όρη. Επίσης διαθέτει μπαρ με όμορφα διακοσμημένο lounge και δωρεάν ιδιωτικό χώρο στάθμευσης.


Όλα τα στούντιο στο Kannaveiko περιλαμβάνουν ξύλινο δάπεδο και ξύλινη οροφή, σιδερένιο κρεβάτι, μικρή κουζίνα, μίνι ψυγείο, τηλεόραση και ιδιωτικό μπάνιο. Ορισμένες μονάδες είναι επίσης εξοπλισμένες με μπαλκόνι.

Το μπαρ στις εγκαταστάσεις είναι ιδανικό για να απολαύσουν οι επισκέπτες πρωινό και απογευματινό καφέ ή ποτό και παρέχει οροφή με ξύλινα δοκάρια και τζάκι. Στους κοινόχρηστους χώρους διατίθεται δωρεάν Wi-Fi.


Η γύρω περιοχή προσφέρει πολλές επιλογές για υπαίθριες δραστηριότητες, όπως πεζοπορία, ορεινή ποδηλασία ή κανό. Οι επισκέπτες μπορούν να επισκεφθούν τα κοντινά χωριά Ελατού και Τερψιθέα που βρίσκονται σε απόσταση 15 λεπτών οδικώς, ενώ η γραφική πόλη της Ναυπάκτου είναι 57χλμ. μακριά.


 Ο ξενώνας "Κανναβέικο" στην Άνω χώρα της Ορεινης Ναυπακτίας, αποτελεί παράδειγμα για τα παραπάνω, σε αντίθεση με τις απόλυτες αρπαχτές σε γνωστές περιοχές της χώρας (γκουχ γκουχ "Αράχωβα").

Ο δρόμος προς το βουνό ΠΟΛΥ καλός.  Ειναι λίγο μακριά από Αθήνα τρεις και μισή ώρες περίπου αλλά σίγουρα το αξίζει. Μακάρι να πετύχετε χειμερινό τοπίο. Αν είστε για Σαββατοκύριακο προσπαθήστε να πάρετε και την Παρασκευή Off για να το εκμεταλευθείτε όσο γίνεται. θα σας υποδεχθεί η οικογένεια Κωστογιάννη. Ο κ. Νίκος η κ. Λίτσα ή ο αδελφός του. Πολύ φιλικοί και εξυπηρετικοί!
Η περιοχή όπως είπαμε ήσυχη και η φύση μαγευτική μέσα στα έλατα και τις καστανιές, απίθανη για πορεία, μονοπάτια και ποδήλατο.

>>> η ιστοσελίδα του ξενώνα.

ΣΧΟΛΗ ΛΟΜΠΟΤΙΝΑΣ: Το πνευματικό φυτώριο των Κραβάρων που ανέδειξαν οι Καναβαίοι



Για την Μεγάλη Λομποτινά και την εκεί μεγάλη οικογένεια των Καναβαίων που έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την διάρκεια της επανάστασης, αλλά και στα μεταγενέστερα χρόνια έχουμε αναφερθεί αρκετές φορές στο παρελθόν. Η περιοχή αυτή δεν θα είχε ακμάσει ποτέ χωρίς την παρουσία κάποιων οικογενειών, ανάμεσά τους και οι Καναβαίοι φυσικά. Πιο κάτω είναι ένα μικρο αφιέρωμα στην Σχολή της Λομποτινάς που δημιούργησαν και συντηρούσαν οι Καναβαίοι και από εκεί περάσαν πλήθος νέων για να αποκτήσουν υψηλής ποιότητας παιδεία για τα δεδομένα της εποχής, ανάμεσά τους και ο Κοσμάς ο Αιτωλός.

Ελάχιστες και αποσπασματικές είναι οι πληροφορίες για την περίοδο της Τουρκοκρατίας στην Επαρχία μας, τόσο στο βόρειο τμήμα της, τα Κράβαρα, όσο και στο νότιο, το Βενέτικο. Είναι όμως ευχάριστο ότι η συνεχιζόμενη αρχειακή έρευνα ανακαλύπτει στοιχεία που ρίχνουν αμυδρό φως στο σκοτάδι που επικρατεί. Έτσι τα τελευταία χρόνια έχει δημοσιευθεί ένα απόσπασμα τουρκικού κατάστιχου του δεύτερου μισού του ιστ' αι. (1575) που αφορά τα τιμάρια και τους Τούρκους τιμαριώτες των Κραβάρων.

Από το κατάστιχο αυτό βεβαιωνόμαστε ότι εκείνη την εποχή υπήρχαν τα παρακάτω χωριά: Αμόρανη (Καταφύγιο), Ανδρίβιστα (Κεντρική) Κάτω Λομποτινά (Κάτω Χώρα), Αράχοβα, Μερτάτοβα (Αρτοτίβα; -Αχλαδόκαστρο), Πεντινάνι (Πόδος;), Πιρτούκος (Πέρκος;), Βετολίστα (Τερψιθέα), Πετρίτσα(;), Βιλοχάνι(;), Βίλκα (Δέλγα;-Γαύρος), Περίστα, Σίμου, Πλάτανος, Απάνω Αβόρανη (Λιβαδάκι). Από ένα άλλο Τουρκοβενέτικο έγγραφο μαθαίνουμε ότι στα 1481 υπήρχαν: Κάστρο Βρομιάριν (Βρόμιαρη-Καστράκι), Ζιλιτζά (Ζηλίστα-Κυδωνιά), Αχιλλία(;). Τα παραπάνω έγγραφα είναι από τις αρχαιότερες γνωστές ιστορικές μαρτυρίες της εποχής της Τουρκοκρατίας που αφορούν την επαρχία μας.

Βέβαια οι μαρτυρίες αυτές δεν αποκλείουν την ύπαρξη και άλλων χωριών στη Ναυπακτία.

Επίσης διασώζονται παραδόσεις ότι ο τοπικός πληθυσμός ιδιαίτερα των Κραβάρων, για το δυσπρόσιτο του εδάφους του, ενισχύθηκε από κυνηγημένους από την Τουρκική εξουσία. Ενισχυτικές ενδείξεις των παραδόσεων αυτών είναι η ύπαρξη επωνύμων που θυμίζουν αρχοντικές βυζαντινές οικογένειες, όπως Καναβός (Λομποτινά), Ταρωνάς (Δορβιτσά), Χρυσοβέργης (Λομποτινά), Κομνηνός, Ρωμανός, Παλαιολόγης (Κοζίτσα) κ.ά. Επίσης κατά την τοπική παράδοση η Αραχοβίτικη οικογένεια των Σισμαναίων, προέρχεται από την βασιλική οικογένεια των Σισμανιδών της Βουλγαρίας.

Κοντά λοιπόν στο αρχοντολόϊ φυσικό ήταν να ιδρυθούν κάποια σχολεία, κοινά (στοιχειώδη) ή ανώτερα (ελληνικά). Ίσως και στα Μοναστήρια, ιδιαίτερα στην Καβαδιώτισσα και την Αμπελακιώτισσα, να υπήρχαν κάποιοι γραμματιζούμενοι καλόγεροι ή κάποιοι εφημέριοι στα χωριά που να μάθαιναν τα Ναυπακτόπουλα κολλυβογράμματα. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν ιστορικές αποδείξεις για οργανωμένα σχολεία. Από κάποια έγγραφα έχουμε κάποιες ενδείξεις. Σε δανειστικό έγγραφο του 1757, υπογράφει στον Πλάτανο: Διδάσκαλος Θηακός έγραψα και μαρτυρώ. Σε έγγραφο του 1795 υπογράφει κάποιος Γιωργάκης Δασκαλόπλος (γιός δασκάλου) μάλλον από τα χωριά της Πυλήνης. Ακόμα ένας Παναγιώτης Δασκάλου από Κοζίτσα υπογράφει σε ομολογία (21.2.1821). Δημήτριος Κραβαρίτης γραμματοδιδάσκαλος δίδασκε στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας στο Γαλαξίδι.

Για τη Σχολή της Λομποτινάς που φαίνεται ότι ήταν δημιούργημα των Προεστώτων των Κραβάρων Καναβαίων, έχουμε κάποιες ιστορικές μαρτυρίες. Ο Σάπφειρος Χριστοδουλίδης, μαθητής και πρώτος βιογράφος του Πατροκοσμά του Αιτωλού, γράφει για το δάσκαλό του: “...όταν ήτον χρόνων 20, ίσως και επέκεινα, άρχισε να διδάσκη τα Γραμματικά υποκάτω εις τον Ιεροδιάκονον Ανανίαν τον καλούμενον Δερβισάνον. Επειδή κατά τους χρόνους εκείνους άρχισε με φήμην μεγάλην το Σχολείον του Βατοπεδίου εις το Άγιον Όρος, μετέβη εις εκείνο με άλλους εδικούς του συμμαθητάς, ουκ ολίγους....”. Κατά την άποψη που επικρατεί ο Πατροκοσμάς γεννήθηκε στα 1714. Άρα γύρω στα 1734 πήγε κοντά στον Ανανία Δερβισάνο, που από άλλη πηγή γνωρίζουμε ότι διεύθυνε τη Σχολή της Λομποτινάς. Τώρα πότε ιδρύθηκε η Σχολή στη Λομποτινά δεν μπορούμε να ξέρουμε. Εκεί πάντως ο Πατροκοσμάς στην αρχή παρακολούθησε μαθήματα και αργότερα με τη σύμφωνη γνώμη του δασκάλου του Ανανία, ο οποίος παρατήρησε το θερμουργό του ζήλο, διορίστηκε ως δάσκαλος σ’ αυτή. “ Είχε δε πόθο πολύν, ο μακάριος εις την καρδίαν του εξ αρχής, έτι κοσμικός όντας ήθελε να ωφελήση και τους αδελφούς του χριστιανούς από εκείνα που εγνώριζε”, γράφει ο Χριστοδουλίδης. Πόσα χρόνια δίδαξε ο Πατροκοσμάς στη Λομποτινά δεν ξέρουμε. Η Αθωνιάδα Ακαδημία ιδρύθηκε στα 1749 και φαίνεται από τους πρώτους μαθητές της ήταν ο Κοσμάς.

Πάντως παραδίδεται ότι ενδιαμέσως ο Πατροκοσμάς πήγε στο Ελληνομουσείο των Βραγγιανών, όπου συνέχισε “ανώτερες” σπουδές κοντά στον Σχολάρχη αδερφό του Χρύσανθο. Υπολογίζεται ότι ο Πατροκοσμάς έμεινε στη Λομποτινά ως μαθητής και δάσκαλος 4-6 χρόνια, ίσως μέχρι το 1738.

Ο Θανάσης Νικολ. Σκαρλάτος ή Λιδωρίκης (γεν. 1788) μας δίνει στα απομνημονεύματά του τη δεύτερη ιστορική μαρτυρία για τη Σχολή της Λομποτινάς. Γράφει: “.....Η επαρχία Δωρίδος κατά την εποχήν εκείνην ήτο πολύ υποδεεστέρα, ως η των Σαλώνων κατά τα φώτα, ησχολούντο οι κάτοικοι εις τα ποίμνια και την γεωργίαν. Επειδή δε οι γονείς μου με είχον προορίσει δια το ιερατικόν σχήμα και εις την επαρχίαν μας δεν υπήρχεν Σχολείον μ’ έστειλαν εις Κράβαρα, όπου και Σχολεία υπήρχον και οι κάτοικοι περιουσίας ανεπτυγμένας είχον. Εις Λομποτινάν υπό την προστασίαν των προεστώτων Καναβαίων υπήρχον δύο σχολεία Ελληνικόν και Αλληλοδιδακτικόν, εις τα οποία εδίδασκον δύο διδάσκαλοι εκ Μεσολογγίου. Ελθών εν τη πόλει ταύτη εμαθήτευσα μέχρι τινός. Επειδή δε οι Καναβαίοι καταδιωκόμενοι υπό του Αλή έφυγον, μετ’ αυτών και οι διδάσκαλοι και τα σχολεία διελύθησαν, ένεκα τούτου οι γονείς μου με παρέλαβον και εμελέτουν ίνα μ’ αποστείλωσιν εις άλλο σχολείον....”. Ο διωγμός των Καναβαίων και η δολοφονία του Αρχιπροεστού Νικολάκη-Αναγνώστη Καναβού πιθανολογείται ότι έγιναν στα τέλη του 1800 ή στο πρώτο εξάμηνο του 1801. Άγνωστο αν η Σχολή ξανάνοιξε. Στα 1831 επί Καποδίστρια γίνεται κίνηση, για να ιδρυθούν δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία στα Κράβαρα (Πλάτανος-Κλεπά).

Δεν γίνεται λόγος για τη Λομποτινά, μολονότι ήταν έδρα του Διοικητή. Ίσως λόγω των καταστροφών και των διωγμών που είχε πάθει η Πολίχνη να μην είχε τη δυνατότητα να στηρίξη σχολείο.

Από τη Λομποτινά καταγόταν ο Ιωάννης Χρυσοβέργης, φημισμένος ελληνοδιδάσκαλος. Από έγγραφο 28.12.1829 πληροφορούμαστε: “Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας εσύστησεν εις το φρούριον της Ναυπάκτου ελληνικόν διδάσκαλον τον κύριον Ιωάννην Χρυσοβέργην, άνδρα ικανόν τοιούτου επαγγέλματος και χρηστοήθη...”. Το σχολείο λειτούργησε μόνο 15 ημέρες, γιατί ο Χρυσοβέργης απέθανε. (Λειτούργησε όπως βλέπομε σε σχετικό λογαριασμό εξόδων της σχολής στις 3.10.1829). Σε νεκρολογία για το γιό του Νικόλαο (χρονολ. θανάτου 28 Δεκ. 1850). “...Ήτο δε ο μακαρίτης υιός του κατά την καθ’ ημάς σοφίαν μεγάλου Διδασκάλου Ιωάννου Χρυσοβέργη υφ’ ω ανατραφείς και παιδευθείς την αληθινήν παιδείαν εδείχθη άξιος του σοφού πατρός του”. Παιδιά του Ιωάννη Χρυσοβέργη, που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στα 1817, ήταν οι :Αντώνης, Αναστάσης και Θανάσης που σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών κατά την επανάσταση, ο Βασίλης ο γραμματικός του Δήμου Σκαλτσά και του Καραϊσκάκη και μεταπελευθερωτικά Δικαστής, ο Παντολέων Β` Γραμματέας του Πολεμικού Κριτηρίου επί Καποδίστρια, και ο Νικόλαος στρατιωτικός και Δήμαρχος Λαμίας.

Να δίδαξε άραγε ο σοφός διδάσκαλος Ιωάννης Χρυσοβέργης στη Σχολή της πατρίδας του Λομποτινάς; Προς το παρόν δεν έχουμε στοιχεία για να απαντήσουμε χωρίς επιφυλάξεις στο ερώτημα.

Παρά τα λιγοστά στοιχεία μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η Σχολή Λομποτινάς έπαιξε σπουδαίο και δημιουργικό ρόλο κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Τουρκοκρατίας. Ήταν ένα φως μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Τα ορεινά Κράβαρα, τα τόσο στους νεότερους χρόνους συκοφαντημένα, πέρα από την αναμφισβήτητη πολεμική τους προσφορά, είχαν σημαντική παρουσία στο πνευματικό προσκλητήριο των σκλάβων Ελλήνων για την διατήρηση του Γένους.

Η Σχολή Λομποτινάς ήταν πνευματική απάντηση των Κραβάρων στα σκοτάδια της Τουρκοκρατίας. Ήταν η ζωντανή απόδειξη του πόθου των Κραβαριτών για γνώση και μάθηση και ταυτόχρονα μια πρωθύστερη αποστομωτική απάντηση στους κατοπινούς τιμητές τους...

Λ. Καναβός: Εισήγηση για δημοδιδάσκαλο στην Αμώρανη [1862]



Ένα τεκμήριο με επιστολή κάποιου Λ. Καναβού (Λογοθέτης;, Λεωνίδας;), με τ' οποίο εισηγείται να μετατεθεί ο δημοδιδάσκαλος Γεώργιος Καραματζάνης από την Αμώρανη (Ναυπακτίας) και στην θέση του να σταλεί ο ο δημοδιδάσκαλος Στέργιος.

Πρόκειται για ένα έγγραφο με ημερομηνία 16 Ιουλίου 1862 και έχει διασωθεί από την Ακαδημία Αθηνών:


Καναβός Γιώργος- Λογοθέτης από την Λομποτίνα [1827]



Γεννήθηκε στη Λομποτίνα Ναυπακτίας και έλαβε μέρος στον Αγώνα ως στρατιωτικός και πολιτικός, και για αυτό είχε το προσωνύμιο Λογοθέτης.

Στην αρχή του αγώνα επικεφαλής 2.00 Ναυπακτίων πολιόρκησε τα φρούρια της Ναυπάκτου και του Αντιρρίου. Το 1823 έλαβε μέρος στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους ως αντιπρόσωπος της επαρχίας Κραβάρων.

Όταν πολιορκούνταν το Μεσολόγγι συγκρότησε σώμα στη Δερβέκιστα και το έταξε στη διοίκηση του Καραϊσκάκη. Επίσης στρατολόγησε και άλλους άνδρες και τους έστειλε στο Μεσολόγγι. Όταν έγινε η Έξοδο βρισκόταν στο Ναύπλιο για να ζητήσει βοήθεια από τη Διοίκηση για την πόλη.

Μετά την είδηση της πτώσης της πόλης του Μεσολογγίου και της σφαγής της φρουράς και των κατοίκων της η Διοίκηση του ανέθεσε να οργανώσει εκστρατεία στη Ρούμελη.
Όμως ενώ βρισκόταν στην Αίγινα και ασχολούνταν ε την οργάνωση αρρώστησε. Μεταφέρθηκε στο Μέγα Σπήλαιο όπου άφησε την τελευταία του πνοή το 1827. Διέθεσε πολλά χρήματα για τον Αγώνα και η Επιτροπή τον κατέταξε στη Β’ τάξη των Αξιωματικών.

Kanaveoi and Ano-Chora [Nafpaktia - Greece]





Ano Chora is linked to the great Byzantine family Kanaveoi from which an emperor came. After the Franks conquest in 1204 and later the Ottomans the invasion in 1453 Constantinople many seigniorial families of the city escaped to safer places. The establishment of Kanaveoi in Kravara is unclear as there is no solid evidence. We meet written proof of Kanaveoi in Kravara in 1739. One thing is certain that they were leaders not only in Ano Chora but in all the villages of Kravara.
Kanaveoi also founded the great Academy of Ano Chora. But Kanaveoi were banished between 1800 and 1801 by Ali Pasa and were forced to seek refuge in Egio thus the Academy closed. We should mention that Father Kosmas of Aetolia had attended the academy during 1734 and taught in the school until 1738. The last of Kanaveoi family was Ioannis Nikolaou Kanavos (1866-1953) who was elected as Member of the Parliament but also as Senator and Minister for many times.

Undoubtedly the natural environment of the village is its greatest enticement. The forests are a natural mosaic made of many different types of trees such as: chestnut, fir, cedar oak and other. Amongst the fir, chestnut, cedar trees and fern there are many springs.



During these past years Ano Chora is taking full advantage of its natural beauty and social infrastructure like the Health Centre in order to create attractive tourist infrastructure that will make the village a tourist destination.
The old stonemason houses but also the new ones have blended in the natural environment; the traditional cafés and the cobblestone streets; the traditionally built hotels and guesthouses under the big plane trees, make up an idyllic atmosphere and grab the attention of the observer. The church of Agia Paraskevi (1918) is also magnificent with its two imposing cruciform bell towers built with carved black stones. The icons of Agia Paraskevi and Panagia SKopiotissa also stand out.

Moreover, there is much to see from the Lakoula Hill to the hill of Aye Giorgi. Even the small bus (Karnavalos) served as public transportation until 1983. Now it is on display by Agia Paraskevi church. During mid-October the chestnut and tsipouro festival is organised where tsipouro is distilled; roasted chestnuts, traditional pies, stew and deserts served (baklava, ravani, kourabie, cherry, chestnut, walnut, quince).

>>> Αno Xora - Google maps.

A short summary of origin



 Article by: Benoît Kanabus

I try to summarize the scattering of our clan, according to the history I know. Please add or emend information according your own family archives and knowledge:

- From 10th (990) to 15th century (1453), the well-known Kanabos noble lineage lived in Constantinople, arround Blachernae area (northwestern section of the city) where is still the church St Demetrios Kanabos (also called St Demetrius Kanabus in Latin, Kanabu's in Turkish, even "Canabée" in French...).

- In 1204-1205, after the Sack of Constantinople by the Latin Crusaders and above all the assassination of Nikolaos Kanabos (or in Latin Nicolaus Kanabus), few Kanabos went to Greece and ended up at Nafpaktia and Mistra.
[- Nikolaos was, we know well it, Sebastos (to render the Roman Imperial title of Augustus), then elected Emperor of Byzantine Empire in 1204. (It's the last known act of the Roman Senate founded in 753 BC...). Nikolaos would be a relative of Angelos Imperial dynasty, founded by Konstantinos Angelos from Philadelphia (1096)…]
- In 1453, after the Fall of Constantinople and Ottoman occupation, Kanabos family leaved definitively Constantinople to go to Greece.

- But… the last Kanabos living in Constantinople was the Prôtégoros (Lord Mayor) Laskaris Kanabos (1454), a relative of Laskaris and Kantakouzénos Imperial dynasties. His wife was also relative of Constantin XI from Palaiologos dynasty, the last Emperor of Byzance.

- In 1683, after the Battle of Vienna, lost by Ottomans, won by the Polish King John III Sobieski, the Greek private I. Kanabos was prisoner of war in Wilanow (Warsaw). He had descendants, the Kanabus (Latin form of our surname because Polish administration) living actually in Poland. Family estate near Wilanow call “Kanabusowka” - exactly the same name than estate “Kannabeiko” in Ano Hora/Nafpaktia (Greece).

- In 18the century, some Kanabos fleed Ottoman persecutions to Italy where one district of the Reggio Calabria city is called in Calabrian Greek “Kannavo” (phonetically transliterated) or "Cannavo" in Italian. (Warning: I personally don’t know this part of family history and I am curious to get more information).

- In 20th century, some Kanabos (phonetically transliterated Canavos) immigrated to USA from Greece (1930), to Belgium from Poland (1945), to France from Italy (19??)…

- So, Church St Demetrios Kanabos (Constantinople), estate Kannabeiko (Greece), estate Kanabusowka (Poland), district Kannavo (Italy), yes, we will be proud: our clan across the universe.

Ιωάννης Κανναβός, υπουργός: Από την Άνω Χώρα στην Περιθιώτισσα


Όπως αναφέραμε ο Ιωάννης Κανναβός, βουλευτής και Υπουργός δεν άφησε απογόνους καθ' όσον η καλή του γυναίκα είχε πολλές αποβολές και στην εποχή εκείνη η ιατρική δεν μπορούσε να βοηθήσει.
Πούλησε και το τριόφορο αρχοντικό των Κανναβαίων και κάπου εδώ τελείωσε η ιστορία μας στην Άνω Χώρα Ναυπακτίας μετά από τόσες περιπέτειες και κυνηγητά από εχθρούς και ζηλότυπους <<φίλους>>.

Όμως ο Θανασάκης όπως αναφέραμε, φοβούμενος την σύλληψη από τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων και όχι μόνον, αλλά και από τα μπαξίσια που υπόσχονταν οι αρβανίτες για την παράδοσή του στο Τουρκαλβανό ταγματάρχη Αχμέτ Πρέβιστα και στον αντικαταστάστη του Αβδούλ καθώς και του Σωτηρόπουλου, κατέφυγε σε κρυψώνα, σε ηλικία περίπου είκοσι χρονών.
Τη μοναδική αυτή κρυψώνα στη θέση <<Περιθιώτισσα>> την γνώριζαν οι Κραβαρίτες ζωοκλέπτες που γύριζαν όλες τις τρύπες και προτίμησαν εκεί να κρύψουν τον προστατευόμενό τους Θ α ν α σ ά κ η, τον καταδιωκόμενο περί το φθινόπωρο του 1820.

Και δεν έπεσαν έξω οι καλοί εκείνοι Κραβαρίτες, φίλοι των Κανναβαίων γιατί δεν υπήρχε πιό ιδανική και ασφαλή κρυψώνα σε απρόσιτη θέση, μέσα σε παρθένα και πανύψηλα δάση δρυός και πουρναριών και αριών.
Μέ άγρια και κατάφυτη οργιώδη βλάστηση στην οποία δεν μπορούσε κανείς να υποψιασθεί για ύπαρξη ζωής.
Εκεί λοιπόν είχαν τις ταράτσες τους και τα μανδρυά τους έξη τσοπάνηδες και ζούσαν ήσυχα μακρυά από χωριό και κόσμο, ελεύθεροι και απηλλαγμένοι από κάθε ανεπιθύμητη επίσκεψη. Ζούσαν με ότι παρήγαγαν, τα λίγα γιδοπρόβατά τους, το γάλα τους, το τυράκι τους, το μαλί για τα ρουχαλάκια τους τα μάλλινα, του αργαλειού, με τις χονδρές κάπες τους που τις είχαν για παλτό και πάπλωμα. Είχαν και τα κηπάκια τους με τα γόνιμα χωραφάκια τους.
Τα ονόματα αυτών των βοσκών δεν τα θυμόμαστε καλά, που να τα σημειώσει κανείς τότε που τα μαθαίναμε από τους παππούδες, γράφει ο κ. Κώστας ο Δασονόμος, αλλά συγκράτησε τα ονόματα του Στάθη, του Γεωργούλα, του Καραγκούνη και του Χουλιάρα που αργότερα έγιναν επώνυμα ως Σταθόπουλοι, Γεωργόπουλοι, Τριανταφύλλου (του Καραγκούνη) και Γεωργίου.
Δεν γνωρίζουμε αν οι άλλοι Κανναβαίοι της Άνω Χώρας ήξεραν τίποτα για την κρυψώνα του Θανασάκη, δεν έχουμε καμμιά πληροφορία.
Το σίγουρο είναι ότι ήξεραν το μυστικό μόνο 2-3 Κραβαρίτες κτηνοτρόφοι και ο πατέρας της Μαρίας συζύγου του Θανάση Γερο-Στεργίου, από τη Κάτω Χώρα Ναυπακτίας.
Μαθεύτηκε το μυστικό μόνο μετά το 1830 που απελευθερώθηκε η Ρούμελη, όταν οι συγγενείς του Στεργίου πήγαιναν συχνά σε επίσκεψη στη Περιθιώτισσα.

Στο μεταξύ ο Θανασάκης προσαρμόσθηκε στη νέα του ζωή σε μιά μεγάλη ταράτσα που αποτελείτο από τρία διαμερίσματα, ένα για τα ζώα, ένα για την αποθήκη και ένα για υπνοδωμάτιο και τραπεζαρία. Μαζί με τη Μαρία, τη γυναίκα του δούλεψαν σκληρά και ξεχέρσωσαν εκτάσεις για κήπους, αμπέλια, στανοτόπια και δημιούργησαν πολλά περισσότερα από συγχωριανούς τους, που σιγά σιγά κατέφθαναν και από άλλα χωριά.
Η Περιθιώτισσα το 1951 είχε 397 κατοίκους, το 1907 είχε 248, αλλά από το 1961 που υπήρχαν 141 ψυχές, τώρα φθάσαμε στις 51.
Το πρώτο τους παιδί το ονόμασαν Δημήτριο προς τιμή και μνήμη του Αγίου Δημητρίου, τον οποίον όλοι οι Κανναβαίοι της Λομποτινάς (Άνω Χώρας) θεωρούσαν προστάτη τους και στον οποίο αφιέρωσαν το Μοναστήρι που κτίσθηκε από τον Αντώνη Κανναβό.
Αλλά και η κεντρική εκκλησία της Περιθιώτισσας είναι αφιερωμένη στον Αγιο Δημήτριο.
Συνολικά απέκτησαν επτά αγόρια και ένα κορίτσι, την Ελένη στη μνήμη της μητέρας του Θανάση που κατακομματιάσθηκε από τα γιαταγάνια των τουρκαλβανών, όπως αναφέραμε στο άνανδρο εκείνο ξεκλήρισμα.
Το άτυχο αρχοντόπουλο πέθανε ένα χρόνο μετά τη Μαρία του, το 1867.

Οι λοιποί απόγονοι Κανναβαίοι ευρίσκονται καταγεγραμμένοι στη χειρόγραφη κατάσταση του πονήματος του κ. Κώστα του Δασονόμου και κάποιος ελπίζω θα συνεχίσει το έργο του για τη μελλοντική μας γενεά.

Δράση των Καναβαίων κατά το 1821



ΔΡΑΣΗ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΚΑΝΝΑΒΑΙΩΝ

Α) ΓΕΩΡΓΙΟΥ-ΛΟΓΟΘΕΤΗ

Στο σύγγραμμα του ιστορικού Ι.Κοτίνη (1905 σελ. 107) αναφέρεται ο Γεώργιος ότι υπήρξε από τους διασημότερους άνδρες της Στερεάς Ελλάδος και ο πυρήνας της εκραγείσης το Μάϊο του 1821 επαναστάσεως την περιοχή Ναυπακτίας.
Ο Γεώργιος Κανναβός από την Λομποτινά, Φιλικός από το 1820, εξελέγη βουλευτής Κραβάρων και Βενέτικου, δηλαδή ολόκληρης της Επαρχίας Ναυπακτίας και ως πολιτικός έλαβε μέρος στις Εθνικές συνελεύσεις Άστρους και Επιδαύρου. Προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στο Έθνος και στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, στο οποίο μετέβηκε ως Κυβερνητικός αντιπρόσωπος μαζί με τους βουλευτές Θέμελη και Παπαρρηγόπουλο και ως Γενικός Φροντιστής στο οποίο παρέμεινε επί επτάμηνο.
Κατά την έξοδο του Μεσολογγίου είχε στρατολογήσει 2.000 άνδρες από την ορεινή Ναυπακτία και διέθεσε τη τεράστια περιουσία του στον αγώνα. Τους έθεσε υπό τις διαταγές του Γ. Καραϊσκάκη ο οποίος ήταν άρρωστος στο Πλάτανο Ναυπακτίας και τους παρέδωσε στον Κώστα Μπότσαρη και έσπευσαν σε ενίσχυση των Μεσολογγιτών. Βοήθησαν τους εξερχομένους Έλληνες από τους καταδιώκοντας Αλβανούς στον Άγιο Συμεών. Κατόπιν Κυβερνητικής εντολής οι άνδρες του Γεωργίου μετέβησαν στο Αίγιο για να ετοιμασθούν σε νέα εκστρατεία, αλλά εκεί αρρώστησε βαρειά και τον μετέφεραν στο Μέγα Σπήλαιο όπου και απεβίωσε το 1826.

Β) ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΚΑΝΝΑΒΟΣ

Μόλις κηρύχθηκε η επανάσταση οι οικογένειες του Γεωργίου και του Αναγνώστη Κανναβού μεταφέρθηκαν για ασφάλεια στην Αίγινα μέχρι την απελευθέρωση της Ναυπακτίας το 1829. (Έξι ανύπανδρες θυγατέρες και τον μικρό Νικόλαο)
Ηταν ο μικρός γιός του Κοτζαμπάση Αναγνώστη και πήρε το όνομα του πατέρα του, όπως συνηθίζετο. Ηταν δίκαιος, ανιδιοτελής, αυθόρμητος και αυταρχικός. Προ του 1818 είχε δημιουργήσει και αυτός μαζί με τον Κωνσταντίνο δική του ένοπλο ομάδα κλεφταρματωλών στα Δωρικά βουνά. Ήταν του ιδίου χαρακτήρα με τον πρώτο του ξάδελφο Κωνσταντίνο γιού του Κανναβογάννη που δολοφονήθηκε στο Σέλλο.

Νυμφεύθηκε την Ελένη Δεσποταίου-Λογοθέτη (Δεσποτάδες Λιδωρικίου) πολύ καλή και θρησκευόμενη γυναίκα, από την οποία απέκτησε τρεις κόρες και το Νίκο. Ο Αλή πασάς κυνήγησε πολύ την οικογένειά της, αλλά διασώθηκε διότι ο Δεσπότης Ναυπάκτου εξεπατρίσθη στη Κων/πολη, κοντά στον Πατριάρχη.
Φλογερός πατριώτης ο Αναγνώστης, μετέφερε την οικογένειά του όπως αναφέραμε στην Αίγινα και γεμάτος μένος κατά των Τούρκων για την άνανδρη δολοφονία του ξαδέλφου του και πρώτου καπετάνιου Κων/νου, ετέθη το Μάϊο του 1821 επί κεφαλής ομάδος περίπου 200 ενόπλων Κραβαριτών, που τους μισθοτροφοδοτούσε, γιατί το κράτος τότε ήταν ανύπαρκτο και οι πολεμιστές φτωχοί οικογενειάρχες.

Στή Φιλική Εταιρεία κατηχήθη από τον Κωνσταντίνο το 1819 και πολέμησε τόσο στά Κράβαρα (μάχες Παπαδιάς, Μυρμηγκιάρια), όσο και στίς δύο πολιορκίες του Μεσολογγίου όπου στίς 10-4-1826 έσωσε πολλά γυναικόπαιδα, στο σημερινό Καταφύγι, από όπου πήρε το όνομά του το χωριό που πριν ελέγετο Αμώρανη.
Τιμήθηκε με το βαθμό του Χιλιάρχου στο Μεσολλόγγι και αργότερα του Στρατηγού. (αποφ. 9547 19-7-1825).

Ο Αναγνώστης δούλεψε, κοπίασε, βασανίστηκε, κινδύνεψε από μερικούς άρπαγες που βρήκαν την ευκαιρία από την απουσία του στίς μάχες, να πάρουν τα τσιφλίκια του.
Κατάφερε και δεν άργησε να συνέλθει οικονομικά και οι Κανναβαίοι έγιναν ξανά οι ξακουστοί άρχοντες από τα παλιά. Όμως τελικά δεν απέκτησαν ούτε το 1/5 της προεπαναστατικής των περιουσίας.
Τιμήθηκαν από όλη την επαρχία της Ναυπακτίας, μέχρι το 1974 υπήρχε και οδός με το όνομά του Γ. στη Ναύπακτο. Ο Α. πέθανε περί το 1842-3.

Ο Γιώργος και ο Αναγνώστης συγχώρεσαν τον Παν. Σωτηρόπουλο (εν αντιθέσει με τον Αντώνη Κανναβό) που αντί να τον συντρίψουν για το ξεκλήρισμα των Κανναβογιανναίων, συμπολέμησαν μαζί του και τον συνέστησαν στη Στρατιωτική Διοίκηση ως εξαίρετο <<Λαγουμιτζή>> σπάνια ειδικότητα τότε, ο οποίος βοήθησε πολύ στο Μεσολόγγι, στην Ακρόπολη των Αθηνών και στην Αττική γενικά και όλα αυτά πρός όφελος της πατρίδας και για μας αυτό ήταν το καλύτερο μνημόσυνο των αδικοχαμένων προγόνων.


Γ) ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΝΝΑΒΟΣ

Το 1919 ο Αντώνης έγινε κοτζαμπάσης Κραβάρων και Αρχιπρόκριτος μέχρι το Μάϊο του 1821, οπότε οι 40 αρβανίτες του που είχε προσλάβει ως σωματοφύλακες, τον εγκατέλειψαν, αφού προσπάθησαν και να τον ξεκάνουν.
Τότε παρέλαβε περίπου 90 ενόπλους Κραβαρίτες και ξανάπιασε τα γνώριμα βουνά του και πολέμησε σε πολλές μάχες με μεγάλο ηρωϊσμό και ανδρεία, αναδειχθείς αντάξιος διάδοχος του Κωνσταντίνου και του Αναγνώστη, με τη διαφορά ότι δεν βγήκε από την Αποδοτία του και τα πέριξ, όπως και πολλοί από τους μικροκαπεταναίους οπλαργηγούς τότε.
Γιατί είχε προσλάβει αρβανίτες, δεν γνωρίζουμε. Άλλοι λένε ότι του το υπέβαλε ο Διοικητής του αρβανίτικου τάγματος που ήδρευε στη Λομποτινά και άλλοι ότι φοβόταν τους φιλελεύθερους Κραβαρίτες μη του πάρουν με το ζόρι τα χωράφια του. Πάντως για τον Αντώνη οι επιζήσαντες γέροντες αρχάς 20ου αιώνα, δεν εξεφράζοντο με ενθουσιασμό.
Ήτανε λέγανε έξυπνος, αλλά σφικτός, τσιγκούνης, φιλύποπτος και εκδικητικός μέχρι εξοντώσεως. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν μιλούσε στ' αδέλφια του που δεν σκότωσαν τον Παν. Σωτηρόπουλο, για να εκδικηθούν το ξεκλήρισμα της οικογένεις του Κανναβογιάννη, αλλά συμπολέμησαν μαζί του.
Ως συγγενής εθυσιάζετο και τους αγαπούσε, παρόλα αυτά επί των ημερών του έλαβαν χώρα τα πιο συνταρακτικά γεγονότα της ιστορίας μας εις βάρος των Κανναβαίων.

Λέγεται ότι χάριν της επιμονής του ο στρατηγός Τζαβέλλας δέχθηκε και με καυτό σίδερο στιγμάτισε στο μέτωπο τους συλληφθέντες αρβανίτες μαζί με τον στρατηγό αρχηγό τους Αχμέτ Πράβιστα για εκδίκηση των βασανιστηρίων που έκαναν στους Έλληνες αυτοί.
Κατά την μεγάλη μάχη της Λομποτινάς τον Οκτώβριο του 1828 που οι Έλληνες πήραν φαλάγγι 1.200 τουρκαλβανούς, από του οποίους διεσώθησαν μόνο 200 στη Ναύπακτο υπό τον Καφτά Αγά, τραυματίσθηκε στη Ρέρεσι, στο Μόρνο και μετά από μήνα απεβίωσε.
Με το θάνατο του Αντώνη και την απελευθέρωση της Ελλάδος, ήρθε στη Λομποτινά η θυγατέρα του Τασούλα, παρέλαβε το σπίτι της και τα τσιφλίκια της γιατί ο άνδρας της σκοτώθηκε στην επανάσταση. Ήτανε πολύ αγαπητή και έδωσε μεγάλο μέρος της περιουσίας της στους φτωχούς Λιμνιστιάνους. Όταν γέρασε οι συγχωριανοί είχανε καμάρι και τιμή τους να της πάνε τα μικρά δώρα τους.


Δ) ΝΙΚΟΣ ΚΑΝΝΑΒΟΣ


Ο μόνος λοιπόν άνδρας γόνος των Κανναβαίων της Λομποτινάς που επέζησε και ξανάρθε, ήταν ο γιός του Αναγνώστη Κανναβού, ο Νίκος που μάλλον είναι το μωρό που εκτοξεύθηκε και σώθηκε στα χιόνια κατά την ανατίναξη του σπιτιού των Κανναβαίων το 1815-16. Ο Αναγνώστης πάντρεψε τα εξι ανύπαντρα κορίτσια, περιμάζεψε την Κανναβαίϊκη περιουσία και έτσι ο Νίκος δεν είχε προβλήματα οικονομικά.

Ο Νίκος ήταν εξυπνότατος, ως ο πατέρας του ακέραιος χαρακτήρας, άκαμπτος, ειλικρινής και πεισματάρης.
Μπήκε γρήγορα στην πολιτική, κέρδιζε πάντα τις δημοτικές εκλογές, (Δήμαρχος Αποδοτίας), αλλά στη βουλή μπήκε λίγες φορές (3-4) γιατί επολιτεύετο με το αντιβασιλικό κόμμα και αυτό του κόστισε σε όλη τη σταδιοδρομία του. Οι Ναυπάκτιοι τον προέτρεπαν να βάλει με το Βασιλικό κόμμα, για να έχουν κανένα ρουσφέτι, αλλά αυτός ήταν συνεπής στις ιδέες του και μάλιστα όταν πέρασε ο Όθωνας από τη Ναύπακτο, πήρε τους ομοϊδεάτες του και δεν τον υποδέχθηκαν, θύμωσε ο Όθωνας και καταλαβαίνουμε τις συνέπειες. Έτσι στις βουλευτικές έβγαινε ο Βασιλικός υποψήφιος Α. Κοκκοτάκης.

Πολιτεύθηκε από το 1835 μέχρι το 1895 οπότε ανέλαβε βουλευτής ο γιός του Ιωάννης και πέθανε στη Ναύπακτο το 1902 σε βαθειά γεράματα αφού απεκατέστησε άριστα τις τρείς θυγατέρες του και ευχαριστημένος με τον αντάξιο γιό του που αντιθέτως εκείνος εξελέγετο συνεχώς βουλευτής. Μόνο του παράπονο που δεν απέκτησε εγγονό από τον γιό του.

Αντίποινα για ξεκλήρισμα των Καναβαίων;


ΑΥΤΟΣΥΓΚΡΑΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΤΙΠΟΙΝΑ ΑΠΟ ΗΓΟΥΜ. ΔΑΜΙΑΝΟ.

Η κουμπουριά που άστραψε εναντίον του Κωνσταντίνου ο Δερβέναγας μέσα στη νύκτα, ακούσθηκε σε μεγάλη απόσταση και σύμφωνα με το ύπουλο σχέδιο, αμέσως κυκλώθηκαν και συνελήφθηκαν όλοι οι τσοπάνηδες των Κανναβαίων. Κατασχέθηκε όλη η περιουσία τους στο Σέλλο στο Κελί και όπου αλλού είχαν και δόθηκε εντολή να πάνε τα 3.000 περίπου γιδοπρόβατα με τα 80 περίπου βόδια και αλογομούλαρα, και 2.000 γιδοπρόβατα των κολίγων-τσοπάνηδων, μαζί με το δεμένο Θοδωράκη, στα Γιάννενα, στον Αλή πασά.

Εδώ να αναφέρουμε το παράπονο του Γεωργίου Κανναβού για την αδράνεια του καπετάν Σαφάκα που βρισκόταν στις ράχες της Λομποτινάς με το ασκέρι του και δεν επιτέθηκαν στους αρβανιτάδες για να γλυτώσουν και το Θεοδωράκη και τα γιδοπρόβατα που συνόδευαν, όπως γράφει σε επιστολή του.

Ο Διοικητής του τάγματος των Τουρκαλβανών στα Κράβαρα, ο άτιμος Αχμέτ Πρέβιστας, στο γραφείο του που καταστρώθηκε το αισχρό σχέδιο, κάλεσε για δήθεν σύσκεψη τους άλλους Κανναβαίους Αντώνη, Γιώργο και Αναγνώστη. Τους κλείδωσε και εκείνοι επειδή δεν γνώριζαν την πραγματική αιτία, νόμισαν ότι προδόθηκαν επειδή ήταν μέλη στη Φιλική Εταιρεία. Αλλά το σχέδιο ήταν άλλο. Να συλληφθούν και να απομονωθούν προς αποφυγή ταραχών και αντιδράσεων όταν θα μάθαιναν όλοι τη άδικη και άνανδρη δολοφονία του Κωνσταντίνου και τα λοιπά συμβάντα.

Το πρωϊ ακούσθηκαν οι πένθιμες καμπάνες και γρήγορα όλοι ενημερώθηκαν για τα γεγονότα. Ο Αναγνώστης ήταν ασυγκράτητος, έβριζε και απειλούσε μέχρι και τον Αχμέτ, ο οποίος τον διαβεβαίωνε ότι ήταν εντολή του Αλή πασά και ο ίδιος δεν ήξερε τίποτα, ενώ ο Γιώργος και ο Αντώνης προσπάθησαν να τον καθυσηχάσουν φοβούμενοι μήπως είχαν τη τύχη του Κωνσταντίνου. Στο μεταξύ όλοι οι φίλοι και αδελφοποιτοί των Κανναβαίων κινητοποιήθηκαν για να αντιδράσουν.

Τότε κατέφθασε ο αρχιφιλικός ηγούμενος Δαμιανός και τους συνέστησε αυτοσυγκράτηση γιατί δεν συνέφερε τώρα να αντιδράσουν, ενώ τους διαβεβαίωσε ότι σε 2-3 μήνες θα άρχιζε η γενική επανάσταση.
Η κηδεία έγινε στην Ανω Χώρα με πολλά μοιρολόγια που διασώθηκαν στην ιστορία και τα δημοσιεύουμε. Παρευρέθηκαν μάλιστα πολύς κόσμος από όλα τα χωριά της ορεινής Ναυπακτίας, εκτός από τον Θανασάκη που βέβαια κατεζητείτο από τον Αλή πασά, και το αντηλήφθηκε ώστε να εξαφανισθεί.
Αποχώρησαν όλοι με πίκρα και αναμένοντας το ξέσπασμα της επανάστασης.
Το δρομολόγιο που ακολούθησαν οι αρβανίτες με τα γιδοπρόβατα και τον Θοδωράκη ήταν: "Σέλλο - Παπαδιά - Ελευθέριανη - Χώμορη - Πλάτανος - Κεφαλόβρυσο - Άρτα - Γιάννενα"

Ένας αδελφοποιτός, ο Θανάσης Σκούφος-Καραγιάννης, παραφύλαγε στη διαδρομή και προσπάθησε να σκοτώσει τον Θοδωράκη από αγάπη για να αποφύγει το οδυνηρό κρέμασμα, αλλά απέτυχε και οι αρβανίτες τόν σκότωσαν. Τότε έπεσε πάνω στο νεκρό Θανάση ο Θοδωράκης που τον υπεραγαπούσε και έκλαψε σαν μωρό παιδί, αποκαλώντας τον αδελφούλη μου Θανάση. Όμως αυτή η παλλικαριά του Σκούφου γλύτωσε από πολλούς μπελάδες τους Κανναβαίους, γιατί με το μεγάλο μοιρολόϊ, παραπλανήθηκαν και πείσθηκαν οι αρβανίτες ότι σκότωσαν τον αδελφό του που κατα σύμπτωση ήταν Θανάσης, όχι όμως ο κατά σάρκα, αλλά ο αδελφοποιτός ήρωας και έτσι σταμάτησαν να τον καταζητούν.


ΚΡΕΜΑΣΜΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ - ΔΙΑΣΩΣΗ ΘΑΝΑΣΑΚΗ

Έφθασαν όλοι στα Γιάννενα και παρέδωσαν την περιουσία των Κανναβαίων στον πασά. Εκείνος έδωσε τη πλούσια αμοιβή του και διέταξε να κρεμάσουν τον Θοδωράκη. Δυστυχώς τόν κρέμασαν με πολλή οδυνηρό τρόπο, οι μόνιμοι δήμιοι του πασά, οι γύφτοι.

Δεν γινόταν το κρέμασμα τότε με θηλειά στο λαιμό που επέρχεται σύντομος θάνατος, αλλά τον κρέμασαν στο πλάτανο με τσιγκέλια κάτω από την μασχάλη και έτσι αργοπέθανε με φοβερούς πόνους μέχρι τη δεύτερη μέρα. Σημειωτέον ότι ο Θοδωράκης ήταν ψηλό γεροδεμένο παλικάρι και αποκαλείτο "θεριό", επειδή κάποτε διέσωσε ένα τσοπάνη από τα κέρατα ενός μαινόμενου ταύρου και του έστριψε το κεφάλι.
Έτσι πέθαναν ηρωϊκά όλοι οι απόγονοι της οικογένειας Κανναβογιάννη, προσφορά στη προπαρασκευή της επανάστασης του 1821. Έπεσαν χωρίς να συμβιβασθούν με τον δυνάστη κατακτητή.
Το φοβερό μαντάτο του Θοδωράκη, έφεραν στην Άνω Χώρα καμμιά δεκαπενταριά τσοπάνηδες που μετέφεραν τα γιδοπρόβατα στα Γιάννενα και ήρθαν καταφοβισμένοι και σωστά ράκη.

Ο Θανασάκης λοιπόν, καταζητείτο από τους αρβανίτες του Αλή πασά σε κάθε τόπο ακόμα και σε βουνά και λαγγάδια. Όλοι έλεγαν δεν τον είδαμε, δεν ξέρουμε και μετά το συμβάν που αναφέραμε με τον αδελφοποιτό Θανάση Σκούφο-Καραγιάννη, χαλάρωσαν οι έρευνες.

Που ήταν ο Θανασάκης τη νύχτα του φονικού, που κρυβόταν; Αυτή η ερώτηση είναι αναπάντητη μέχρι σήμερα. Πάντως ούτε στη κηδεία των γονέων του πήγε, για το φόβο μήπως συλληφθεί. Ούτε και μετά το θάνατο του Αλή πασά δεν μίλησε σε κανένα. Οι λίγοι που ήξεραν πήραν το μυστικό του μέχρι το μνήμα. Μάλλον κάπου θα τον έστειλε ο πατέρας του ή σε κτηνοτρόφους ή σε τίποτε κλεφταρματωλούς. Τίποτα δεν είναι σίγουρο. Σημασία έχει πως χάρη στη διάσωσή του υπάρχει συνέχεια στο Κανναβαίϊκο σήμερα, από την πλευρά της οικογένειας Κανναβογιάννη.

Η κόρη του Κανναβογιάννη και αδελφή του Κων/νου, η Λάμπρω, που ήταν όμορφη και την ήθελε ο πασάς, αλλά δεν μπόρεσε να την αρπάξει, διασώθηκε, επειδή λόγω της βροχής παρέμεινε στην Ανω Χώρα στα σπίτια των εκεί Κανναβαίων. Παντρεύθηκε μάλιστα τόν προεστό του χωριού "Σίμου" Κώστα Ξύδη όπως μας το αναφέρει ο Καρκαβίτσας σε βιβλίο του. (Άπαντα εκδ.1973 Χρ. Γιοβάνη σελ.346).
Με το Θανασάκη και τους απογόνους του, θα ασχοληθούμε πιό κάτω, τώρα θα δούμε τη δράση των άλλων Κανναβαίων.

To ξεκλήρισμα των Καναβαίων στη Ναυπακτία [1820]


ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ "ΚΑΛΟΓΕΡΩΝ" - ΘΑΝΑΤΟΣ ΙΩΑΝΝΗ


Αυτοί οι καλόγεροι ήταν τελικά κατάσκοποι, για να ενημερώσουν τον πασά με ποιούς είχαν δοσοληψίες οι Κανναβαίοι, αφού κάποιος που τον χαστούκισε ο Κολοκοτρώνης, "κάρφωσε" στον καχύποπτο πασά όσους νόμιζε ότι θα ήταν στην οργάνωση, μεταξύ των οποίων και τους Κανναβαίους, αλλά δυστυχώς επίσης και κάποιοι κακοί συμπατριώτες τους απο αντιζηλία στούς άρχοντες Κοτζαμπάσηδες, και έβαζαν λόγια στον Αλή πασά.

Το χειμώνα του 1819 ο άρχοντας Κανναβογιάννης πέθανε.
Ο γιός του Κωνσταντίνος διέταξε τους ψευτοκαλόγερους να φύγουν πριν την Άνοιξη. Οι "καλόγεροι" διέδιδαν στους κατοίκους ότι δεν ήθελαν οι Κανναβαίοι να κτίσουν Μοναστήρι και τους δυσφημούσαν, αλλά και συγχρόνως έδιναν αναφορές στόν πασά, μέσω του Αρβανίτη στρατιωτικού Διοικητή, για τις κινήσεις τους και τις συναναστροφές τους με τους κλεφταρματωλούς και ό,τι άλλο υποψιάζονταν.
Μάλιστα ο ψευτοηγούμενος πήγε και προσωπικά στα Γιάννενα να δεί τον πασά και να τον ενημερώσει.
Τότε λοιπόν ο Αλή πασάς πείσθηκε για την ενοχή των και έδωσε εντολή να συλλάβουν τους Κανναβαίους και να τους φέρουν ζωντανούς εκεί, μαζί με όλα τα γιδοπρόβατά τους, που βέβαια τα ήθελε γιατί τα χρειαζόταν, λόγω της μεγάλης ανάγκης τροφίμων, ειδικά τώρα που κινδύνευε από τον Σουλτάνο.

ΚΑΤΑΣΤΡΩΣΗ ΣΧΕΔΙΟΥ ΕΞΟΝΤΩΣΗΣ


Σε λίγες μέρες έστειλε τον Δερβέναγα με 15 Αρβανίτες στην Ανω Χώρα όπου καταστρώθηκε σχέδιο εξόντωσης στο γραφείο του Αχμέτ Πρέβιστα, που το μαρτύρησε αργότερα ο ίδιος στον Αντώνη Κανναβό, όταν τον ανέκρινε αιχμάλωτο στην μάχη της Βαρνάκοβας το 1828.
Το απάνθρωπο σχέδιο τιθεται σε εφαρμογή.

Ήταν κάποιο απόγευμα του καλοκαιριού εκείνου το 1820 γύρω στον μήνα Ιούνιο και η οικογένεια του Κωνσταντίνου με την γυναίκα του Ελένη, τον γιό του Θανάση και τον αδελφό του Θοδωράκη, καθόντουσαν στο καινούργιο τους σπίτι, στό Σέλλο, μαζί με δύο τσοπάνηδες που τους υπηρετούσαν. Η αδελφή του έλειπε στο Κανναβαίϊκο σπίτι της Άνω Χώρας. Ο Θανάσης ήταν τότε περίπου 20 χρονών και ο Θοδωράκης γύρω στά 30 με 35.
Τότε λοιπόν, άρχισε να βρέχει πάρα πολύ και ήταν σωστή νεροποντή, που κράτησε πολύ ώρα.

 

ΤΟ ΑΝΑΝΔΡΟ ΚΑΙ ΥΠΟΥΛΟ ΞΕΚΛΗΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓ. ΚΩΝ/ΝΟΥ

Ξαφνικά ακούσθηκαν γαυγίσματα των σκυλιών τους, φωνές και βογγητά. Πενήντα μέτρα μακρυά από το σπίτι τους στο Σέλλο, στο δρόμο Κεντρικής Αναβρυτής, είδαν ξαπλωμένο κάτω, έναν άγνωστο Δερβέναγα να φωνάζει και από πάνω του 15 άγνωστοι πάλι αρβανίτες στρατιώτες να του προσφέρουν βοήθεια.
Ο Κωνσταντίνος με τον Θεοδωράκη και με τους δύο τσοπάνηδες έτρεξαν να βοηθήσουν, τον δήθεν τραυματισμένο στο πόδι Δερβέναγα. Οδηγός αυτού του τάγματος ήταν ο Τσαούς Ομέρ φίλος των Κανναβαίων, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι τυχαία περνούσε το απόσπασμα από εκεί (ξεγελασμένος από τον στρατιωτικό Διοικητή, Πρέβιστα γι' αυτό και αργότερα τρελλάθηκε) για να κατευθυνθεί μέσω Αναβρυτής-Καταφυγίου στη Ναύπακτο.

Φιλότιμοι οι Κανναβαίοι και επειδή στο Σέλλο δεν υπήρχε κοντά άλλο σπίτι, προσφέρθηκαν να τους φιλοξενήσουν μέχρι να ξημερώσει. Οι στρατιώτες μετέφεραν σηκωτό τόν Δερβέναγα στο σπίτι και ο Θοδωράκης έτρεξε να σφάξει αρνιά και κατσικάκια, να τα ψήσει για να φάνε οι ξένοι. Ο Κωνσταντίνος πήγε και έφτιαξε μιά αλοιφή και την έβαλε στο πόδι του δήθεν τραυματία. Μετά τον πήγε στο σαλόνι να ξαπλώσει και εκεί ο Δερβέναγας άπλωσε τα πολεμικά του σύνεργα με απόλυτο εμπιστοσύνη. Οι τσοπάνηδες, εκτός των δύο υπηρετών, λόγω της νεροποντής κάθησαν στις ταράτσες τους και δεν ήταν στο σπίτι των αφεντάδων τους, πράγμα που θα προβλημάτιζε τους αρβανίτες. Η κυρά Ελένη, σύζυγος του Κωνσταντίνου, ετοίμασε τα πιάτα με τα κρέατα και τα τυριά και άρχισαν όλοι να τρώνε.

Μόλις τελείωσαν το φαγητό, ο Δερβέναγας είπε πως αισθανόταν καλύτερα και θα πρόσφερε ένα εξαίρετο Αγρινιώτικο καπνό.
Βάζει λοιπόν το χέρι του στην καπνοσακκούλα για να προσφέρει τον καπνό και αστραπιαία βγάζει την δίκανη κουμπούρα του την οποία αδειάζει στο κεφάλι του ανύποπτου Κωνσταντίνου. Οι άλλοι αρβανίτες έπεσαν αμέσως πάνω στο Θοδωράκη και στους δύο υπηρέτες και τους ακινητοποίησαν. Η κυρά Ελένη αντέδρασε αμέσως σκοτώνοντας έναν αρβανίτη και γι' αυτό την κομμάτιασαν.

Με αυτό τον ύπουλο και άνανδρο τρόπο, ξεκλήρισαν την οικογένεια του καλοκάγαθου και πατριώτη Κανναβογιάννη, αλλά ατύχησαν να σκοτώσουν και τον νεαρό Θανάση που έλειπε για άγνωστο λόγο απο το σπίτι και επειδή τον καταζητούσε παντού ο Αλή πασάς, δεν πήγε ούτε στην κηδεία των γονέων του, όταν έμαθε τα σχετικά.

Αρχιπροεστός Αναγνώστης Καναβός: Συμβολὴ στην Ναυπακτιακὴ Μοναστηριακὴ Ιστορία [1746]


Η συνεχιζόμενη ἔρευνα στά διάφορα ἀρχεῖα φέρει στό προσκήνιο ἔγγραφα σημαντικά πού συμβάλλουν στήν συστηματική γνώση τῆς ἱστορίας τῶν παλαίφατων μοναστηριῶν μας. Δύο ἀπό τά ἔγγραφα αὐτά θά παρουσιάσουμε παρακάτω. Τό πρῶτο εἶναι τοῦ ἔτους 1753 καί βρίσκεται στό ἀρχεῖο τοῦ μακαριστοῦ καθηγητή Παναγιώτη Χριστόπουλου, πού ἐκχωρήθηκε στήν Ε.ΝΑ.Μ.

Τό ἔγγραφο αὐτό ἀπό ὅ,τι γνωρίζουμε εἶναι ἀνέκδοτο καί ὑπογράφεται ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Λιδωρικίου Θεόκλητο. Τότε τά Κράβαρα (βόρεια Ναυπακτία, ἀπό τό Τιρνόρεμα-Χάνι Λόη καί ἐπάνω) ἀνῆκαν στήν Ἐπισκοπή αὐτή, πού γιά πολλά χρόνια ἕδρευε στήν Χώμορη, ἀφοῦ τέσσερις Ἐπίσκοποι ἀπό τήν οἰκογένεια τῶν Καζάκων ἦσαν Χωμορίτες.

Τό ἔγγραφο ἀποτελεῖ κρισολογία τοῦ Ἐπισκόπου στήν διαφορά τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ἀμπελακιώτισσας μέ τούς Λευτεριάνους γιά τό «βουνί τῆς Λευθέριανης», πού ἀγόρασε τό 1746 (2 Μαΐου) τό Μοναστήρι. Τήν ὁμολογία (συμφωνητικό) ὑπέγραψαν 33 Λευτεριάνοι καί ἐπικύρωσαν 3 Τοῦρκοι Σπαχῆδες (τιμαριοῦχοι) καί 11 μάρτυρες ἀπό τά γειτονικά χωριά, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ Ἀρχιπροεστώς Ἀναγνώστης Καναβός.

Ὅμως παρά τήν συμφωνία οἱ Λευτεριάνοι ἔφερναν προσκόμματα στήν διακατοχή καί νομή τοῦ λιβαδιοῦ καί ἡ ὑπόθεση ὁδηγήθηκε στό τουρκικό δικαστήριο πού ἐξέδωσε χοζέτι ὑπέρ τοῦ Μοναστηριοῦ (1747) καί συνέχεια τοῦ Σουλτάνου, πού ἐξέδωσε φιρμάνι τό 1749. Φαίνεται ὅμως ὅτι οἱ παρενοχλήσεις στό Μοναστήρι συνεχίζονταν καί τό 1753, ὁπότε τοῦτο κατέφυγε στόν Ἐπίσκοπο γιά κρισολογία. Ὁ Θεόκλητος στηριζόμενος στά ἔγγραφα ἀποφάνθηκε ὅτι ἡ ὁμολογία τοῦ 1746 εἶναι «ἀληθινή καί ἄψευστος» καί ὅποιος Χριστιανός «θελήσει ἐθελοκάκως νά τήν διασείσῃ καί νά τήν παρασαλεύση ἔστω ἀναθέματι». Σέ ἄλλη κρισολογία (11 Σεπτ. 1755) μεταξύ Ποδιωτῶν καί Μοναστηριοῦ «δι’ ἀφορισμοῦ ὠμοφορίου καί πετραχηλίου» ἀποδόθηκε τό δίκαιο στό Μοναστήρι.

Τό ἔγγραφο ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Διά τῆς παρούσης ἐκκλησιαστικῆς ὁμολογίας γίνεται φανερόν ὅτι κατά τό α΄ψ΄ν΄γ΄ σεπτεμβρίου β΄ ἐγένετο ζήτησις καί διαφορά ἀπό μερικῶν χαιρεκάκων καί σκανδαλοποιῶν λόγια διά τά σύνορα τοῦ βουνοῦ ὁποῦ εἶχον ἀγοράσει οἱ πατέρες πρό ἤδη ἕξ χρόνους ἀπό τούς χριστιανούς τοῦ χωριοῦ λευθέριανη, καί πολλῆς λογοτριβῆς γενομένης παρά τῶν πλησιοχώρων χωρίων διά τά αὐτά παλαιά σύνορα ὕστερον ἀπό πολλάς λογομαχίας διά βεβαίωσιν καί ἀπόφασιν τοῦ δικαίου ἐκάλεσαν καί ἡμᾶς καί ἐλθόντες εἰς τόν αὐτόν τόπον, ἐξετάσαμεν ἀκριβῶς καί ἐν φόβῳ Θεοῦ εὕρομεν τό δίκαιον κατά τήν μαρτυρίαν τῶν παρευρεθέντων χριστιανῶν τῆς παλαιᾶς καί πρώτης ὁμολογίας ὁποῦ ἔχουν ἀνά χεῖρας οἱ πατέρες τοῦ αὐτοῦ μοναστηρίου τῆς ὑπεραγίας ἀμπελακιοτήσης. ὅθεν εἰς τήν ἀληθινήν αὐτήν ἐξέτασιν καί μαρτυρίαν βεβαιώνομεν διά τοῦ παρόντος καί ἡμεῖς τήν αὐτήν ὁμολογίαν ὡς ἀληθινήν καί ἄψευστον ὅσ τις καί ὁποῖος χριστιανός θελήση ἐθελοκάκως νά τήν διασείση καί νά τήν παρασαλεύση ἔστω ἀναθέματι: ᾳψνγ σεπτεμβρίου β.
+Ὁ Λοιδωρικίου θεόκλητος βεβαιοῖ:
Τό δεύτερο ἔγγραφο προέρχεται ἀπό τά ΓΑΚ καί εἰδικότερα ἀπό τόν φάκελο τῆς Ἱ. Μ. Προδρόμου Βομβοκοῦς. Φέρει ἡμεροχρονολογία 3 Ἀπριλίου 1835 καί ὑπογράφεται ἀπό τούς μοναχούς Βενέδικτος (ἡγούμενος) , Νεόφυτος, Ἰωαννίκιος.

Τό μοναστήρι εἶχε καταργηθῆ μέ τό Ὀθωνικό διάταγμα τοῦ 1833 καί οἱ μοναχοί παρέμεναν στό μοναστήρι γιά νά τούς ἐξώσουν βιαίως σέ λίγο. Πάντως καί τήν τελευταία στιγμή ἤθελαν νά προστατεύσουν τήν περιουσία τῆς Μονῆς, ἀλλά καί τήν ἀλήθεια, καί συνέταξαν τό ἔγγραφο σέ ἀντικατάσταση τῶν πρωτότυπων ἐγγράφων (ἔτος συναλλαγῆς 1812), τά ὁποῖα λόγῳ τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν εἶχαν χαθῆ. Ἡ συναλλαγή ἦταν ἀνταλλαγή οἰκίας 180 πήχεων στή Βαρναράχη πού περιῆλθε στό Μοναστήρι ἀντί οἰκοπέδου 300 πήχεων πού περιῆλθε στούς ἀντισυμβαλλομένους Καλογερογιάννη καί Ἀντωνίου. Ἐδῶ πρέπει νά ἀναφέρουμε ὅτι τό Μοναστήρι εἶχε σημαντική περιουσία, ἡ ὁποία ἀπό τήν κρατική ἀβελτηρία καί προχειρότητα στήν πλειονότητά της καταπατήθηκε καί περιέπεσε σέ «οἰκοπεδοφάγους».

Ἡ λογική ἐπέβαλε τά διαλυθέντα Μοναστήρια νά μετατραποῦν σέ μετόχια τῶν διατηρούμενων Μονῶν. Ἐάν τοῦτο συνέβαινε, ἴσως νά διασώζονταν ἡ κτηματική περιουσία, τά κτίρια, οἱ ναοί, τά κειμήλια.

Κτήματα τοῦ Προδρόμου ὑπῆρχαν (Δεκ. 1837) στήν περιφέρεια τοῦ Μοναστηριοῦ, στό Σερέλι Δάφνης, στή Φτέρη Σκάλας (μετόχι), στό Τζάσι (Φροξυλιά), στόν Γαλατά, στήν Μπούλα Λιδωρικίου, στήν Μαγούλα Δωρίδας (μετόχι), στήν Ναύπακτο (Ἐλαιοστάσιο), στόν Ἀβαρίκο, στό Μεσολόγγι, στή Σαΐτα (Δωρίδα), στό Δένδρο. Συνολικά μόνο στήν Ναυπακτία εἶχε στρέμματα 737 ποτιστικά, 213 ξηρικά, 2950 λιβάδια, 21 ἀμπέλια, 472 δένδρα ὀπωροφόρα κλπ. Ἐπίσης δύο μύλους στόν Σκά, μιά νεροτριβή στόν Σκά, ἐλαιοτριβεῖο στό δυτικό προάστιο, ἐργαστηριότοπους καί οἰκόπεδα στήν Ναύπακτο καί τό Μεσολόγγι.

Ἄξιο ἐπισήμανσης εἶναι ὅτι ἡ κρατοῦσα καί τότε ὀνομασία Βομβοκού (Βομποκοί) ἀναφέρεται ὡς Βαμβακού.
Τό ἔγγραφο ἔχει ὡς ἑξῆς:
(ΓΑΚ, Μοναστ. Φ 196, ἔγγρ, 015)

«Μαρτυροῦμεν ἐν φόβῳ Θεοῦ καί βάρει τῆς συνειδήσεως ἡμῶν τῶν ὑποφαινομένων Ἱερομονάχων ἀσκουμένων ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ τοῦ Προφήτου Προδρόμου κειμένην παρά τῷ χωρίῳ Βαμπακοῦς τῆς Ἐπαρχίας Βενετίκου καί δή εὐθυνομένων τά τοῦ Μοναστηρίου ἐκείνου ὅτι εἰς τούς 1812 ἐσυμφωνήσαμεν μετά τοῦ Μακαρίτου Καλογερογιάννου καί Χαράλαμπου Ἀντωνίου κατοίκων Ναυπάκτου νά κάμωμεν ἀλλαγήν τόπου συμφέρουσαν τότε ἑκάτερα τά μέρη ὡς ἀκολούθως: Δηλ. οἱ ἀποθανόντες Καλογερογιάννος καί Χαράλαμπος Ἀντωνίου νά παραχωρήσουν ὑπό τήν ἄμεσον ἐξουσίαν εἰς τό διαληφθέν Μοναστήριον ὀσπίτιον λιθόκτιστον μετά τόπου πηχῶν 180 κείμενον εἰς τήν θέσιν λεγομένην Βαρνᾶ ράχη.

Οἱ ὑποφαινόμενοι δέ νά παραχωρήσωμεν τόπον πήχεων 300 περίπου ὑπό τήν ἐξουσίαν παρομοίως τῶν διαληφθέντων Καλογερογιάννου καί Χαραλάμπου κείμενον πλησίον τῆς ἐν Ναυπάκτῳ οἰκίας των.

Καί περί ταύτης τῆς μεταξύ ἡμῶν αὐτῶν τῶν μακαριτῶν συμφωνίας, ἐκάμαμεν ἀλληλέγγυα ἔγγραφα, τά ὁποῖα ἐκ τῶν παρελθουσῶν ἀνωμαλιῶν ἐχάθησαν. Μ’ ὅλα ταῦτα οἱ ὑποφαινόμενοι ὡς ζῶντες, δίδομεν τήν μαρτυρίαν ταύτην τῆς θελητικῆς ἀνταλλαγῆς εἰς τούς διαδόχους τῶν εἰρημένων Καλογερογιάννου καί Χαραλάμπους διά νά τούς χρησιμεύση ὅπου δεῖ καί ὑποφαινόμεθα Ἐν Ναυπάκτῳ 3 Ἀπριλίου 1835
βενέδικτος
νεόφυτος
ηοανήκηος
Ἡ Δημογεροντία Ναυπακτίας ἐπικυροῖ τό γνήσιον τῶν ὑπογραφῶν τήν ἰδία ἡμερολογία 1835
Τ.σ.
Οἱ Δημογέροντες
Θ. Αναγνωστόπουλος

Αναγνώστης Κανναβός: To κυνήγι από τον Αλή πασά [1816]


ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ (1816)



Την διάσωση του Αναγνώστη, την έφερε βαρέως ο Αλή πασάς και κατέστρωνε νέο πονηρό κτύπημα. Τόν κάλεσε λοιπόν ξανά στά Γιάννενα για να τα πούνε αδελφικά, γιατί τον πόνεσε που είχε τόσο καιρό να τον δεί. Φυσικά ο Αναγνώστης, έξυπνος άνθρωπος, κατάλαβε τους δόλιους σκοπούς του και δεν πήγε στο στόμα του "λύκου".

Αφού δεν πήγαινε λοιπόν ο Αναγνώστης στα Γιάννενα, ο Αλή πασάς έστειλε δύο μέλη της σωματοφυλακής του, από αντίζηλο οικογένεια του Κανναβού, (Σ) για να σκοτώσουν όλη την οικογένειά του.
Αυτό όμως ήταν τρομερά δύσκολο και έτσι βρήκαν ένα άλλο πολύ ύπουλο τρόπο. Άνοιξαν υπόνομο (λαγούμι) κάτω από το σπίτι τους, που απείχε περίπου 200 μέτρα, μέχρι το σπίτι των Κανναβαίων και τα χώματα τα έβγαζαν στο πίσω μέρος του σπιτιού τους στό ρέμμα 'Κούκνας" που ήταν ζούγκλα από τα βάτα και τα άλλα δένδρα και έτσι δεν αντιλήφθηκε κανείς τίποτα. Κατόπιν τοποθέτησαν ένα μεγάλο βαρέλι μπαρούτι κάτω απο το σπίτι και όταν θεώρησαν ότι ήρθε η κατάλληλη ώρα, το πυροδότησαν.

Τα αποτελέσματα της ανατινάξεως όμως δεν ήταν όπως τα περίμεναν οι προδότες. Το σπίτι ανατινάχθηκε, αλλά ελάχιστα λεπτά πριν οι άνδρες Κανναβαίοι, ποιός ξέρει γιατί, βγήκαν από το σπίτι και πήγαν στην αυλή στο πάνω δυτικό μέρος ενώ οι γυναίκες ήταν στην κουζίνα που, και αυτή, ήταν στο δυτικό μέρος της οικοδομής και έτσι τα θύματα περιορίσθηκαν και είχαμε κατ΄αρχήν τέσσερα: την Πέπω, κόρη του Γεωργίου-Λογοθέτη Αναγν.Κανναβού, το Γιαννάκη Κ. Κανναβό 15 περίπου ετών και δύο υπηρέτες (τον Πατούχα και τον Κολοπάνη).

Επίσης τραυματίσθηκαν άλλα έξι άτομα, μεταξύ των οποίων η Γρηά Κοτζαμπασίνα, γυναίκα του Αναγνώστη και η νύφη της, γυναίκα του Γ.Λογ. Αναγνώστη, οι οποίες όμως υπέκυψαν μετά απο λίγες μέρες.
Η νύφη του Κοτζαμπάση, Ελένη, γυναίκα του Αναγνώστη, που θύλαζε εκείνη την ώρα, εκτινάχθηκε από τη έκρηξη μαζί με το βρέφος της, στη σκεπή του σπιτιού του Καραγεώργου που κατά καλή τύχη ήταν καλυμμένη με χιόνι και έτσι σώθηκαν. Η ανατίναξη του σπιτιού έγινε γύρω στο 1816 και αναφέρεται και στά Άπαντα του Καρκαβίτσα, παραθέτοντας στη βιβλιογραφία μας και το σχετικό δημοτικό τραγούδι.
Το σπίτι αυτό ξανακτίσθηκε στο ίδιο μέρος και σήμερα ανήκει στο Γ. Καραγεώργο.

Αναγνώστης Κανναβός: Ο κοτζαμπάσης της ορεινής Ναυπακτίας


Πρώτος Κοτζαμπάσης της ορεινής Ναυπακτίας που τότε λεγόταν Κράβαρα, διορίσθηκε το 1805 από τον Αλή πασά ο Αναγνώστης Κανναβός. Πανέξυπνος και με τεράστια περιουσία έπεσε σε φθόνο από τον αδίστακτο πασά, που δεν ήθελε κανένα να τον νοιώθει ισχυρό. Φρόντιζε να βγάζει απο τη μέση κάθε δραστήριο άνδρα που νόμιζε ότι μπορούσε να τον απειλήσει. Πάντα ύπουλα, ποτέ φανερά, διέταζε ανθρώπους του περιβάλλοντός του, να τον δολοφονήσουν, αποσπώντας και την περιουσία του. Μάλιστα πολλές φορές ζητούσε τάχα να γνωρίσει την οικογένεια κάποιου συνήθως πλούσιου και κατόπιν τους συνελάμβανε όλους, ζητώντας τεράστιο ποσό χρημάτων για την απελευθέρωσή τους.

Γύρω στα 1810, ο Αλή πασάς κάλεσε στά Γιάννενα όλους τους μεγαλοάρχοντας και Κοτζαμπάσηδες της Αιτωλοακαρνανίας σε συνέδριο, για να δούν πως θα διοικήσουν καλύτερα, αλλά ο σκοπός του ήταν να δεί με ποιούς είχε να κάνει καθώς και για να λάβει τα δώρα τους.
 Όπως λέγεται και γράφει η ιστορία, εντυπωσιάσθηκε από τον Αναγν. Κανναβό και ως φιλύποπτος που ήταν, αποφάσισε να τον εξοντώσει.
Ανέθεσε λοιπόν την δολοφονία του σε αρβανίτες σωματοφύλακές του, και τους έδωσε εντολή να τον σκοτώσουν χωρίς πιστολιές και θόρυβο, στα μουλωχτά.
Μετά τη λήξη του συνεδρίου και κατά την αναχώρησή του, ο Αναγνώστης, ανύποπτος και χαρούμενος από την εύνοια που του επέδειξε ο Αλή, δέχθηκε επίθεση με πέτρα στο κεφάλι με αποτέλεσμα να πέσει κάτω αναίσθητος και ετοιμοθάνατος. Ευχαριστημένοι οι εκτελεστές πήγαν στον Αλή, του είπαν την επιτυχία τους και πήραν την "αμοιβή" τους.

Στη βιασύνη τους όμως να φύγουν για να μη τους συλλάβουν οι επίσης αρβανίτες, συνοδοί-σωματοφύλακες του Κανναβού, δεν τον αποτελείωσαν. Σημειωτέον ότι, όπως κάθε Κοτζαμπάσης , ο Αναγνώστης είχε περίπου 60 ένοπλους αρβανίτες σωματοφύλακες, που τους διέτρεφε και τους συντηρούσε σε ειδικό κτίριο φρούριο τη λεγομένη "Κούλια" κοντά στο αρχοντικό του στην Άνω Χώρα. Κάποιοι απ' αυτούς, κατεδίωξαν ανεπιτυχώς τους δολοφόνους, χωρίς να γνωρίζουν ότι ήταν ομοεθνείς τους αφ΄ενός και ότι είχαν εντολή από τον πασά αφ΄ετέρου. Οι άλλοι τον μετέφεραν σε κοντινό χωριό όπου για καλή του τύχη έπεσε σε χέρια άριστου Ηπειρώτη γιατρού χειρουργού, με αποτέλεσμα να αποφύγει τη μόλυνση και να αντικατασταθεί το θρυψαλιασμένο κόκκαλο της κεφαλής του με "οστούν κυνός", κατά τον ιστορικό.

Μετά από καιρό ανέλαβε ξανά τα καθήκοντά του, αφού δέχθηκε τις έγγραφες ευχές για την διάσωσή του, από τον Αλή πασά!
Ο Αναγν. Κανναβός πολιτεύθηκε άψογα, δεν επέτρεπε καμμία βία και ξυλοδαρμό σε βάρος των Ελλήνων από τους κατακτητές και ήταν στήριγμα και προστάτης των Κλεφταρματωλών που τους εφοδίαζε με τρόφιμα, μπαρούτι, όπλα και ό,τι άλλο χρειαζόντουσαν. Τιμωρούσε όμως σκληρά τους προδότες και τους κακούς.

Η αρχή (;): Σταυροφορίες, Βυζάντιο, εποικισμός


Όπως αρχικά αναφέραμε το όνομα Κανναβός εμφανίζεται στην Ελληνική ιστορία γιά πρώτη φορά το 1203, όταν η Κωνσταντινούπολη επολιορκείτο από τους σταυροφόρους, οι οποίοι ως γνωστόν με την πρόφαση να ελευθερώσουν τους Αγίους Τόπους απο τους Σελτζούκους, λεηλάτησαν την Πόλη και συνέβαλαν όσο κανείς στην πτώση της. Τότε υπήρξε μεγάλη κρίσις κυβερνήσεως και στο σημείο αυτό ο Λαός, ο Κλήρος και η Αριστοκρατία, ομόφωνα έστεψαν στην Αγία Σοφία ως Αυτοκράτορα τον Νικόλαο Κανναβό, (28/1/1204) καθαιρέσαντες τους Αυτοκράτορες, πατέρα και γιό Δούκα.

Δεν παρεβρέθηκε, όμως, σκόπιμα ο πατριάρχης Ιωάννης Καματερός. Ο νεαρός Αυτοκράτορας γενναίος μαχητής, συνέτριψε τις αλλεπάλληλες επιθέσεις των Φράγκων σταυροφόρων, οχύρωσε την Αγία Σοφία, αλλά τελικά σκοτώθηκε την 5η Φεβρουαρίου από το Μούρτζουφλο, Αλέξιο Δ΄ που ανέλαβε Αυτοκράτορας μέχρι την 12η Απριλίου που οι Φράγκοι κυρίευσαν την Πόλη, με τις γνωστές συνέπειες που γνωρίζουμε από την Ιστορία.
Κοιτίς, ρίζα των Κανναβαίων λοιπόν υπήρξε η Κωνσταντινούπολη και μετά την τελική άλωση το 1453 απο τους Τούρκους, πολλοί Κανναβαίοι διεσκορπίσθηκαν σε πολλά σημεία κυρίως της παλαιάς Ελλάδος, για να αποφύγουν την δουλεία των Τούρκων.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ - ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΝΕΑΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ 


Μετά την άλωση φυσικά κανένας Ρωμηός δεν θεωρείτο ασφαλής στη Κωνσταντινούπολη. Προσπάθησαν τότε άρον άρον να πάνε σε ασφαλέστερες περιοχές που θεωρούντο οι ορεινές περιοχές της Ηπειρωτικής Ελλάδος σαν πιό ελεύθερες, εν σχέσει με τις πεδινές. Ο πληθυσμός των πόλεων μειώθηκε πάρα πολύ (Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη κ.α.)

Το παιδομάζωμα, ο εξισλαμισμός που επέβαλαν οι Τούρκοι, ανάγκασαν τους Ελληνες που σέβονταν την παράδοσή τους να γίνουν πρόσφυγες. Πολλοί Κανναβαίοι αρχικά κατέφυγαν κοντά στη Λαμία (1455-1460) όπως έλεγε ο Βουλευτής Ι. Κανναβός, αλλά δεν παρέμειναν εκεί παρά μόνον ένας δύο, οι άλλοι διεσκορπίσθηκαν σε πολλά μέρη της Ρούμελης, της Θεσσαλίας, της Πελοπονήσου, αλλά και σε νησιά. Δεν είναι όμως σίγουρα όλα αυτά. Σίγουρο είναι ότι άδειασε η Πόλη και γέμισε μέχρι και η αραιοκατοικημένη Μάνη, όπου οι μισοί σημερινοί Μανιάτες είναι απόγονοι αυτών των φυγάδων.

Στην Ήπειρο υπάρχουν και σήμερα, σε κάποιο χωριό της Κόνιτσας, Κανναβαίοι και στη Καρδίτσα στο χωριό Ανθηρό. Απο τους Φράγκους διέφυγε την κατάληψη το Δεσποτάτο της Ηπείρου, με έδρα την Άρτα και περιφέρεια την Αιτωλοακαρνανία, η Φωκίδα (εκτός της Άμφισσας) και η Αυτοκρατορία της Νίκαιας-Τραπεζούντος.

Στο Δεσποτάτο της Ηπείρου ανήκε και η Ναυπακτία μέχρι το 1580 περίπου. Εδώ βρίσκουμε τους Κανναβαίους που θα ασχοληθούμε στην ιστορία μας. Από το 1580 έως το 1700 η Ναυπακτία κατακτήθηκε από τους Βενετούς, Αλβανούς του Μπούα-Γρίβα και πειρατές. Από το 1700 μέχρι το 1829 κατακτήθηκε απο τους Τούρκους. Όσοι δεν ήθελαν να εξισλαμισθούν, για να αποφύγουν τις σφαγές και τα σκλαβοπάζαρα, προτίμησαν να αφήσουν τίς πόλεις και πήγαν στά ορεινά μέρη, όπως είπαμε, κρατώντας την θρησκεία τους, αλλά κυνηγημένοι και φυσικά χωρίς ανέσεις.

Μεταξύ 1455-1460 κάποιος Κανναβός, αγνώστου ονόματος εγκαταστάθηκε στη θέση ''Γεροντοκαρυές" στά Κράβαρα, όπως λέγονταν τότε, σε απόκρυφο μέρος με έλατα και καστανιές, 3 χλμ απο την Άνω χώρα. Εκεί κατασκεύασε μιά βρύση (κρήνη κατά τους ιστορικούς) λιθόκτιστη και αναγνωρίσθηκε ως άρχοντας του χωριού. Μετά από 100 περίπου χρόνια, λόγω αυξήσεως του πληθυσμού και από ελλειψη νερού, μεταφέρθηκε το χωριό στη σημερινή θέση -Άνω Χώρα- με την ονομασία Τρανή Λομποτινά, όπου και είχε άφθονο νερό. Έγινε δε και πρωτεύουσα των Κραβάρων (50 συνολικά χωριά τότε). Ο κατακτητής εδώ δεν έδωσε και πολλή σημασία επειδή ήταν άγονο και απρόσιτο μέρος.

Στην ορεινή Ναυπακτία βρίσκουμε λοιπόν τους Κανναβαίους, αλλά η ιστορία μας με σίγουρα στοιχεία ξεκινά απο το 1800.
Τό 1805 η Ναυπακτία υπήχθη στο πασαλήκι του Αλή Πασά των Ιωαννίνων και απο το 1805 διοικητές Κοτσαμπάσηδες στά Κράβαρα, έως το 1821 ήταν οι Κανναβαίοι.

Γενεαλογία της μεγάλης οικογενείας των Καναβαίων από την Μεγάλη Λομποτινά



Μια σύντομη επισκόπηση στην γνωστή αρχοντική οικογένεια των Κραβάρων, που είδαμε αναλυτικότερα σε προηγούμενο άρθρο:

Γνωστή αρχοντική οικογένεια των Κραβάρων που κατά την παράδοση είχε τις ρίζες της στο Βυζάντιο. Στις 28.1.1204 ένας προγονός της ο Νικόλαος Καναβός ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας ύστερα από επανάσταση κατά της ανίκανης διοίκησης των Αγγέλων. Σε λίγες όμως μέρες (5.2.1204) ο Νικόλαος Καναβός φονεύεται και ανέρχεται στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Αλέξιος Ε' ο Μούρτζουφλος. Μετά την άλωση της πόλης από τους Τούρκους (1453) ένας κλάδος των Καναβαίων βρήκε καταφύγιο στην Μεγάλη Λομποτινά Κραβάρων όπου διετέλεσαν Προεστώτες.

Γνωστά μέλη της Κραβαρίτικης οικογένειας είναι:

1. Αναγνώστης Καναβός, υιός Ανδρέα. Υπογράφει ως μάρτυρας σε ιεροδικαστική απόφαση (1747). Ο ίδιος χωρίς το πατρώνυμο υπογράφει σε ομολογία στις 2.5.1746. Ο Αναγνώστης ήταν εκείνη την εποχή εκκλησιαστικός τίτλος και υποκαθιστούσε πολλές φορές το βαπτιστικό. Δεν γνωρίζουμε όμως ποιο ήταν το βαπτιστικό του παραπάνω και αν ταυτίζεται με τον αμέσως παρακάτω Γεωργάκη.

2. Γιωργάκης-(Λογοθέτης;) Καναβός. Υπογράφει σε ομολογίες (18 Δεκ. 1739, 15.3.1746 και 25.8.1753).
3. Κωνσταντάκης-Λογοθέτης Καναβός. († 1775) Περιέχεται σε «εμμάρτυρο γράμμα» (27.9.1770).
4. Νικολάκης-Αναγνώστης Καναβός. († 1800 ή 1801). Όπως παραπάνω, στο ίδιο «εμμάρτυρο γράμμα».
5. Ιωάννης Καναβός. Αδελφός του Νικολάκη.
6. Αντώνης Καναβός (; - 1828). Αδελφός του Νικολάκη.
7. Γεώργιος-Λογοθέτης Καναβός (αρχές 1827), γιος του Νικολάκη.
8. Ανδρέας-Αναγνώστης Καναβός (1790-1844), γιος του Νικολάκη.
9. Ιωάννης Λογοθέτου-(Καναβός), γιος του Νικολάκη.
10. Νικόλαος Καναβός (; - 1902) γιος του Ανδρέα-Αναγνώστη Καναβού.
11. Ιωάννης Νικολάου Καναβός (1865-1953), γιος του προηγούμενου και τελευταίος γόνος των Καναβαίων της Λομποτινάς.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Με την ονομασία Κράβαρα ή Γκράβαρα φέρονταν παλαιότερα τοποθεσία της επαρχίας Ναυπακτίας, στο Νομό της Αιτωλοακαρνανίας, που περιλαμβάνονταν και τα ακόλουθα 10 χωριά: Αβώρανη (Λιβαδάκι), Αράχωβα, Κλεπά, Νεοχώριο και Σίνιστα ή Σινίστα, (σημερινή Περδικόβρυση) του τ. δήμου Κλεπαΐδας, Αρτοτίνα και Πλάτανος, του τ. δήμου Προσχίου καθώς και τα χωριά Ζήλιστα, Σίτιστα και Στρώμιανη, του τ. δήμου Οφιονείας.
 Όλα τα παραπάνω χωριά βρίσκονται νότια του όρους Οξιά ή Κράβαρα.

 Επί Καποδίστρια στη γενόμενη τότε πρώτη διοικητική διαίρεση της Ελλάδος τα Γκράβαρα αποτελούσαν ιδιαίτερη διοικητική περιφέρεια, που έπαυσε να υφίσταται από την εποχή του Βασιλέως Όθωνα, πλην όμως συνεχίζει από τους παλαιότερους να διατηρείται μόνο το όνομα.

Οδός Ιωάννου Κανναβού στη Ναύπακτο

Η οδός με τ' όνομα του πολιτικού Ιωάννου Κανναβού στη Ναύπακτο, σ' έναν από τους πιο σημαντικούς δρόμους της περιοχής, το Στενοπάζαρο που άλλοτε ήταν το επίκεντρο της πόλης, λόγω της αγοράς της:


Να θυμίσουμε πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν δημοφιλής στην περιοχή και όχι μόνο, καθώς είχε καταφέρει αρκετά φιλολαϊκά μετρά που ήταν σημαντικά για την γεωργό-κτηνοτροφία της εποχής.

Φωτογραφίες από τον δρόμο, παλιές και πιο νέες:





Καναβαίοι: H μεγάλη οικογένεια της Μεγάλης Λομποτινάς



  Πολύ λίγες οικογένειες, ελάχιστες σ’ όλη τη Στερεά Ελλάδα είχαν την ίδια κοινωνική προβολή με τους Καναβαίους. 

Πρώτα-πρώτα ήταν η βυζαντινή προέλευση τους την οποία μπορεί να είχαν κι άλλοι όμως κανείς δεν είχε αυτοκρατορικούς τίτλους όπως οι Καναβαίοι (όρα την ιστορική μας μονογραφία: Γιώργος-Λογοθέτης Α. Καναβός. Αθήνα 1979).

Κι εξόν αυτό δεν στερούνταν κι άλλων στοιχείων αρχοντιάς και μεγαλείου οικογενειακού: Ήταν ο επιβλητικός πύργος των, τα καρπερά τσιφλίκια τους και τ’ απέραντα βοσκοτόπια τους. Βέβαια οι Καναβαίοι εκτός από τον επιβλητικό πύργο στη Λομποτινά είχαν και δεύτερο πύργο στο τσιφλίκι τους στον Μαραθιά, περιοχή Παλιόπυργου του οποίου σώζονται ερείπια.

Καταβάλλεται μάλιστα προσπάθεια να χαρακτηριστεί μνημείο διατηρητέο και η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων βεβαίωσε πως θα γίνει αυτοψία και σύνταξη μελέτης για τη δυνατότητα εκτέλεσης εργασιών στερέωσης.
Παρά πολλά είναι εκείνα που έχουμε εκθέσει στο βιβλίο μας για τον Γ. Καναβό κι ίσως να μην χρειάζονταν να προσθέσουμε τίποτε άλλο, όμως για μια οικογένεια σαν κι αυτή, δεν εξαντλούνται εύκολα τα γεγονότα που την σημαδεύουν κι ίσως είναι σωστό να λέμε πως δεν τελειώνουν αυτά ποτέ. Με όσα θ’ ακολουθήσουν σκοπός μας είναι να προσθέσουμε μερικά μόνο στοιχεία σ’ εκείνα που έχουμε εκθέσει στην παραπάνω εκδοθείσα το 1979 ιστορική μονογραφία μας.

Οι Καναβαίοι πήραν μέρος στον αγώνα του ’21 από την αρχή, όντας μυημένος στη Φιλική Εταιρεία ο Γιώργος-Λογοθέτης Καναβός ο περισσότερο γνωστός και διακεκριμένος απ’ την μεγάλη αυτή φαμίλια. Το ίδιο όμως διακεκριμένος αγω­νιστής υπήρξε κι ο αδελφός του Αναγνώστης-Ανδρέας, ο οποίος έφτασε στο βαθ­μό του στρατηγού, κι από κοντά κι ο θείος των Αντώνης Καναβός, αδελφός του πατέρα τους Αναγνώστη-Νικολάου Καναβού. Από τους τρεις μόνο ο Αναγνώστης-Ανδρέας έζησε να χαρεί την Ελλάδα ελεύθερη από την τουρκική σκλαβιά. Ο Γιώργος πέθανε στο τέλος του 1826 αρχές του 1827 ο δε Αντώνης σκοτώθηκε κατά τις 22 Οκτωβρίου του 1828 στη Ρέρεσι καθώς τον κουβαλούσε μαζί του όμηρο ο Αχμέτ Πρεβίστας μαζί με άλλους πρόκριτους της περιοχής όταν ο αρβανίτης σερασκέρης τόσκασε απ’ τη Μεγάλη Λομποτινά με τις δυνάμεις του, με σκοπό να φτάσει στον Έπαχτο.

Εκεί στη Ρέρεσι τους είχανε στήσει καρτέρι οι ελληνικές δυνάμεις κι από τα πυρά των Ελλήνων σκοτώθηκε ο Αντώνης Καναβός καθώς ακολουθούσε τους αρβανίτες πάνω σε μουλάρι, επειδή όντας μεγάλης ηλικίας και καλομαθημένος δεν μπορούσε ν’ ακολουθήσει πεζός τις εχθρικές δυνάμεις.
Στη συνέχεια, θα καταχωρήσουμε αποσπασματικά ορισμένα μόνο στοιχεία γύρω από τη συγκρότηση των οικογενειών των Καναβαίων και βέβαια δεν θ’ ανατρέξουμε πίσω απ’ το 1700, επειδή δεν υπάρχουν γνωστά στοιχεία. Μπορούμε μόνο να πούμε σίγουρα ότι η οικογένεια αυτή έφτασε στη Μεγάλη Λομποτινά μετά την άλωση της πρωτεύουσας του Βυζαντίου το 1453, ρίζωσε για καλά στο χωριό κι έπαιξε σημαντικό ρόλο και κατά τη διάρκεια της σκλαβιάς του γένους στην τουρκιά και κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως του ’21 αλλά και μετά την επανάσταση στον ελεύθερο πολιτικό βίο της Ελλάδος μέχρις ότου η μεγάλο-κοτσαμπασίδικη αυτή οικογένεια της Μεγάλης Λομποτινάς έσβυσε με το θάνατο του τελευταίου απογόνου της, του Γιάννη-Νικολάου Καναβού, που συνέβη στις 29 Απριλίου του 1953.

Ο Γιώργος-Λογοθέτης Α. Καναβός μετά την πτώση του Μεσολογγίου τον Απρίλιο του 1826 πήρε εντολή απ’ την προσωρινή Κυβέρνηση του Ναυπλίου να αναχωρήσει για τη Στερεά Ελλάδα με σκοπό να οργανώσει νέα εκστρατεία κατά του εχθρού ο οποίος μετά την πτώση του Μεσολογγίου αλώνιζε κυριολεκτικά σ’ όλη τη Στερεά και πλήθος καπεταναίων είχαν υποκύψει. Όμως στο δρόμο αρρώστησε, μεταφέρθηκε στο Μέγα Σπήλαιο κι εκεί μετά πέντε ημέρες πέθανε, «…εγκαταλειπών εις την νήσον Αιγίνης πολυάριθμον οικογένειαν μετά τριών ανηλίκων θυγατέρων εξ ων η μεν πρώτη οκταετής, η δε μεσαία πενταετής και η μικρότερα βρέφος, όπου παραμείνασα τέσσερα ολόκληρα έτη άνευ ουδενός πόρου και λιμοκτονούσα ηναγκάσθησαν να πωλήσωσι και αυτά τα φορέματα των…»
(Χ.Δ. Χαραλαμπόπουλος: Γιάννη Φαρμάκη. Πολεμικά Πρακτικά 1983 σ.51).


Απ’ την περικοπή αυτή προβάλει το ερώτημα: Ποια είναι τα πρόσωπα εκτός από τις τρεις κόρες του, που ο Γ. Καναβός άφησε στην Αίγινα; Η γυναίκα του είχε σκοτωθεί στην ανατίναξη του πύργου μαζί με ένα μωρό της που κρατούσε στην αγκαλιά της, η Μάνα του που τραυματίστηκε απ’ την ίδια αιτία πέθανε μετά λίγους μήνες, τον Πατέρα του τον είχε δολοφονήσει ο Αλή πασάς πριν από χρόνια. Ποια λοιπά μπορούσα να είναι τα άλλα άτομα της οικογενείας του; Αδυνατούμε να τα προσδιορίσουμε. Το μόνο που θα μπορούσαμε να κάνουμε είναι να διερωτηθούμε μήπως στην εποχή εκείνη—μετά την πτώση του Μεσολογγίου είχαν καταφτάσει στην Αίγινα ο θείος του Αντώνης Καναβός, αδελφός του πατέρα του, η κόρη του Αντώνη η Τασιούλα, της οποίας ο άντρας σκοτώθηκε στη μάχη της Κλείσοβας στις 25 Μαρτίου 1826, και μέλη της οικογενείας του αδελφού του Αναγνώστη-Ανδρέα Καναβού;

Όμως ένα σημαντικό ακόμα ερώτημα είναι και το εξής: Όταν λέγεται ότι η τρίτη κόρη του Γιωργάκη Καναβού ήταν βρέφος κατά τον θάνατο του Πατέρα της, ερωτάται: Ποιας ηλικίας βρέφος; Δεδομένου ότι η πρώτη ήταν οκταετής και η δεύτερη πενταετής, η τρίτη θα έπρεπε να είναι διετής ή το πολύ τριετής. Όμως στην περίπτωση αυτή προβάλει το τελευταίο και ποιο καίριο ερώτημα: Αι του βρέφους ποια μπορούσε να είναι η Μάνα του;

Είναι γνωστό ότι στα τέλη του 1822 αρχές-Γενάρης-του 1823, έγινε η ανατίναξη του πύργου των Καναβαίων με αποτέλεσμα να σκοτωθεί εκτός των άλλων και η σύζυγος του Γιωργάκη Καναβού με το νεογέννητο στην αγκαλιά της. Επομένως, εάν είναι πραγματικές οι ηλικίες των τριών κοριτσιών, τότε η τρίτη αδελφή-βρέφος, θα πρέπει να μην είναι κόρη της θανατωθείσης Καναβοαρχόντισας απ’ την ανατίναξη αλλά κόρη δεύτερης συζύγου την οποία να έλαβε ο Γιώργος Λογοθέτης Α. Καναβός, όντας χήρος απ’ την πρώτη γυναίκα του κι αφού βεβαιώθηκε ότι δεν μπορούσε να βολέψει την οικογένεια του μόνος του με κόρες κάτω των οχτώ ετών, αλλά και να μην… βολεύονταν και ο ίδιος.

Η έρευνα μπορεί να φωτίσει κάποτε και αυτή τη γωνιά της Καναβαίïκης φαμίλιας, εκτός εάν οι αναφερόμενες ηλικίες των τριών κοριτσιών τέθηκαν έτσι αβασάνιστα οπότε αντί να μιλάμε για βρέφος μπορεί να ήταν μια μικρή δεσπινιδούλα των 6-7 ετών κι οι αδελφές της να ήταν των 10 και 12 ετών, αν όχι και παραπάνω.
Η αναφερόμενη οκτάχρονη κατά το 1826-1827 κόρη του Γιωργάκη Καναβού ήταν η περίφημη Δεσποινιά ή Δεσπούλα, ή Δέσπω ή Πέπω την οποία απήγαγε και έκαμε γυναίκα του ο γνωστός οπλαρχηγός του ’21 Γιάννης Παναγιώτου Φαρμάκης από τη Βοϊτσά. Το γεγονός αυτό συνέβη το 1831, όταν δηλαδή η Πέπω 13 χρονών κι ο Φαρμάκης 30, αφού αυτός γεννήθηκε το 1801 και πέθανε το Μάρτη του 1855 σε ηλικία 54 ετών. Υποπτεύεται κανείς ότι οι αναφερόμενες ηλικίες των θυγατέρων του Γιώργου-Λογοθέτη Καναβού, μάλλον δεν είναι σωστές.

Η Πέπω από τον γάμο της με τον Γιάννη Φαρμάκη, «τον μικρό κατά το σώμα αλλά μεγάλον στα έργα και αρειμάνιον», απόχτησε τρεις γιους τον Γιώργο το Νίκο και τον Δήμο και μία κόρη, την ευειδεστάτη και απαράμιλλη μεταξύ νεανίδων της εποχής, τη Ρήνα η οποία γεννήθηκε το 1836 και παντρεύτηκε σε νεαρότατη ηλικία τον κατά πολλά χρόνια μεγαλύτερο της αξιωματικό Κώστα γιο του Λάμπρου Βέϊκου, και πέθανε από μαρασμό το 1858 σε ηλικία 22 ετών πρόλαβε ν’ αφήσει πίσω της τρία βρέφη (Χ.Δ.Χ. όπ. αν.).

Οι άλλες δύο αδελφές της Δέσπως, η Ειρήνη παντρεύτηκε τον Γιώργο Γιολδάση, πολεμιστή του ’21, που γεννήθηκε το 1798 στο Καρπενήσι κι ήταν γιος του Ευρυτάνα πρωτοκαπετάνιου Γιάννη Γιολδάση, ενώ η τρίτη αδελφή, η Γιωργίτσα παντρεύτηκε τον Παναγιώτη Τσιμπουράκη. (Δεν ξέρουμε ποιος από πού είναι ο Π. Τσιμπουράκης. Δεν αποκλείεται να πρόκειται για τον Μεσοαστό Παναγιώτη Τσιμπουράκη, που όντας πολύ μικρός πιάστηκε αιχμάλωτος στην έξοδο του Μεσολογγίου, οδηγήθηκε στην Αίγυπτο απ’ όπου επέστρεψε ύστερα από πολλά χρόνια, αναμείχτηκε στην πολιτική και χρημάτισε πολλές φορές Δήμαρχος Μεσολογγίου και Βουλευτής).

Για τον Αναγνώστη-Ανδρέα Καναβό, αδελφό του Γιώργου-Λογοθέτη πού έχουμε καταχωρήσει βιογραφικά του στοιχεία στο βιβλίο μας «Ναυπάκτιοι Αγωνιστές το ’21» που κυκλοφόρησε το 1984. Συμπληρωματικά σημειώνουμε ότι ο Αναγνώστης Καναβός διακρίθηκε κυρίως στη μάχη της Παπαδιάς Ιούλιος 1825-όταν μαζί με τον κουμπάρο του στρατηγό Ανδρίτσο Σαφάκα, των αρμάτων των Κραβάρων, και με τον Γιάννη Φαρμάκη, σημείωσαν νίκη κατά των εχθρικών δυνάμεων, απ’ τις οποίες έμειναν στον τόπο κάπου πενήντα στρατιώτες του εχθρού κι ακόμα πολλά λάφυρα; στα χέρια των νικητών.
Το όνομα του Αναγνώστη Καναβού αναφέρεται μεταξύ των 95 οπλαρχηγών που υπογράφουν την έκθεση του αρχηγού Καραϊσκάκη που στάλθηκε στην κυβέρνηση μετά την περίφημη μάχη της Αράχωβας στις 24 Νοεμβρίου 1826.
Ο Αναγνώστης Καναβός είχε σύζυγο την Ελένη Δεσποτόπουλου από τη Χ ρη, αδελφή του Γιαννέκου Δεσποτόπουλου, ο οποίος χρημάτισε πρώτος Ειρηνοδίκης στο Ειρηνοδικείο της Μεγάλης Λομποτινάς και κατόπιν συμβολαιογράφος στον Πλάτανο.

Ο Αναγνώστης Καναβός, πεθαίνοντας στις 16 Μαρτίου 1844, άφησε τη σύζυγο του Ελένη και δύο παιδιά, τον Νικόλαο Καναβό και την κόρη του Ασπασία.
Για τον Νικόλαο δεν θα σημειώσουμε τίποτα εδώ, επειδή ό,τι τον αφορά γράφουμε σε άλλο μέρος του παρόντος και συγκεκριμένα στην Πολιτική Ιστορία της Μεγάλης Λομποτινάς.
Όσο για την Ασπασία, σημειώνουμε ότι το 1855, παντρεύτηκε τον υπολοχαγό Παναγιώτη, γιο του Παπακώστα Τζαμάλα από τα Σάλωνα. Ο Πατέρας του Παναγιώτη, ο Παπακώστας Τζαμάλας, υπήρξε από τους αρχηγούς αντιοθωνικούκινήματος στη Στερεά Ελλάδα το 1848.0 ίδιος κατά το 1848-1850 ήταν από λίγους αρχηγούς ανταρτικών σωμάτων, ετοίμων να εισβάλουν στη Θεσσαλία προς απελευθέρωσή της από τους Τούρκους. Ο Παπακώστας υπήρξε επιβλητική γενειοφόρα επαναστατική φυσιογνωμία, χαρακτηριστικός τύπος ένοπλου στρατολογήθηκε κατά περιόδους από τις ελληνικές κυβερνήσεις για να λάβει μέρος σε επαναστάσεις αλυτρώτων Ελλήνων.

Ο Παναγιώτης Τζαμάλας είχε την παλληκαριά και την αντρειοσύνη στο αίμα του, μαζί με την αρχοντιά, κι αυτά ήταν που τον οδήγησαν στην περίλαμπρη οικογένεια της Μεγάλης Λομποτινάς.
Τον θάνατον του Παναγιώτη Παπακώστα Τζαμάλα αντισυνταγματάρχου Πεζικού, αναγγέλει η εφημερίδα ΑΙΩΝ στις 14Αυγ. 1881.
Όμως δεν ήταν η πρώτη φορά που η οικογένεια των Καναβαίων συμπεθέρεψε με τα Σάλωνα. Είχε προηγηθεί αρκετά ενωρίτερα σε χρόνο που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε, γάμος μεταξύ της Αικατερίνης Αναγνώστου-Νικολάου Καναβού με τον Χριστοδουλάκην Βλαχόπουλον, κάτοικον Αμφίσης. Ο γάμος αυτός σίγουρα πρέπει να έγινε πριν από την επανάσταση του 1821, αφού το 1841 η Αικατερίνη διόριζε τον γιό της πληρεξούσιο της για να παρίσταται στα δικαστήρια αντ’ αυτής. Η Αικατερίνη ήταν αδελφή του Γιωργάκη-Λογοθέτη Καναβού του Αναγνώστη-Ανδρέα Καναβού.

Η Αικατερίνη απέδειξε κι αυτή με τη σειρά της ότι στις μεγάλες οικογένειες έχουν πολύ να κάμουν οι κληρονομικές διαφορές.
Όπως η Χάιδω Οικονομοπούλα, σύζυγος του Παναγιωτάκη Σωτηρόπολου κράτησε επί είκοσι χρόνια τις κουνιάδες της Μαρία και Αικατερίνη Σατηρόπούλες «στα έξη μέτρα με το χέρι της στη σκανδάλη του πολυβόλου της» σέρνοντάς τες από Δικαστήριο σε Δικαστήριο ως που τελικά έβγαλε στο σφυρί και τελευταία ίντσα από την κτηματική περιουσία των Σωτηροπούλων, το ίδιο αι η Αικατερίνη Καναβοπούλα άρχισε δικαστικό αγώνα κατά του αδελφού της γνώστη-Ανδρέα Καναβού.

Δεν μας είναι γνωστό εάν άρχισε ο δικαστικός αγώνας της Αικατερίνη κατά του αδελφού της, ούτε τί τέλος είχε, εάν δηλ. η κληρονομική τους διαφορά έφτασε επί τέλους στα Δικαστήρια. Έπειτα πώς γίνεται να προβάλουν κληρονομικά δικαιώματα τ’ αδέρφια του πάνω στην περιουσία που άφησε πεθαίνοντας ο Γιώργος Καναβός αφού είχε άμεσους κληρονόμους τις τρεις κόρες του;

Ένα ακόμα δραστήριο άτομο της Καναβαίικης γενιάς ήταν κι η μοναχοκόρη του Αντώνη Καναβού η περίφημη Τασιούλα.
Η Τασιούλα ήταν πρωτοξαδέρφη του Γιωργάκη-Λογοθέτη και του Αναγνώστη-Ανδρέα Καναβού. Ο Πατέρας της Αντώνης ήταν αδελφός του Νικολάκη Αναγνώστη Καναβού, τον οποίον σκότωσε ο Αλήπασας, κι ο Αντώνης, όπως έχουμε γράψει, σκοτώθηκε στις 22 Οκτωβρίου του 1828 στη Ρέρεσι.
Η Τασιούλα είχε παντρευτεί τον Γρηγόρη Γαλάνη ή Μεγαπάνο, γιο του πάμπλουτου και πανίσχυρου Πάνου Γαλάνη από τον Μαχαλά του Ξηρομέρου ο οποίος χάρις στο πλούτος και την ισχυρή του θέση, σαν αναγνωρισμένος αρχηγός όλης της περιοχής της γνωστής ως «Κάρλελι», πήρε το επώνυμο «Με νος» κι έτσι παρέμεινε γνωστός στην ιστορία ο ίδιος και τα παιδιά του.
Η Τασιούλα απ’ το γάμο της με το Γρηγόρη Μεγαπάνο είχε αποχτήσει μ ρη,την Μαρούλα.

Ο Γρηγόρης πολέμησε σαν αξιωματικός το ’21 επί κεφαλής σώματος ππυ οργάνωσε ο ίδιος, παραυρέθηκε με το τμήμα του σε διάφορες μάχες ακόμα και στην πολυθρύλητη μάχη της Κλείσοβας στις 25 Μαρτίου 1826, όπου πολέμησε με τον αρχηγό της φρουράς, τον Παναγιώτη Σωτηρόπουλο και στην οποί ο Γρηγόρης σκοτώθηκε. Έτσι η Τασιούλα έμεινε χήρα με την ορφανή κόρη της Μαρούλα.

Όταν ο Αγώνας για την απελευθέρωση της πατρίδας τελείωσε κι ο ελεύθερος βίος επεκράτησε, η Τασιούλα, άγνωστο πότε ακριβώς παντρεύτηκε το Νίκο Θέο, ο οποίος και εγκαταστάθηκε στη Μεγάλη Λομποτινά.
Ο Νίκος Θέος, που είχε διατελέσει Γραμματικός του Αλήπασα, ήταν γιός κοτσάμπαση του Χωριού Χρύσω της Ευρυτανίας, Θέου ή Τσάτσου. Ο Νίκος βαρύνεται με ένα σοβαρότατο έγκλημα. Δολοφόνησε τον αδελφό του Κατσαντώνη, τον Λεπενιώτη, στο Χωριό Φουρνά της Ευρυτανίας την ώρα που έφυγε από την εκκλησία το απόγευμα του Πάσχα, μετά τη Λειτουργία της Αγάπης δολοφονία έγινε κατ” άλλους το 1819, το σωστότερο όμως είναι ότι έγινε το 1815 με τη συνεργασία του προύχοντα της Φουρνάς Γιαννάκη Κωστάκη, από τον Πύργο του οποίου ο Θέος πυροβόλησε τον Λεπενιώτη.
Αλλά κι όταν ο Σκόνδρα πασάς το καλοκαίρι του 1823 ξεκίνησε να κατακτήσει το Μεσολόγγι ο Νίκο Θέος έπαιξε το άθλιο παιγνίδι του.

Ο παραστάτης (βουλευτής) των Αγράφων Αναγνώστης Ζαρογιαννόπουλος επιστολή του από τη Μεγ. Λομποτινά στις 15 Οκτωβρίου 1823 πρς την Υπερτάτη Διοίκηση, ανάμεσα στ’ άλλα αναφέρει και τα εξής: «…Ο Νίκο Θέος με τον Τούρκο-Σταμούλην, ζητούσαν από τους επαρχιώτας να προσκυνήσουν. Έτρεξα και έπεισα ότι αυτός είναι «πλάνος του Σκόνδρα» να μην τον ακούσουν διότι θα φτάσουν τα πελοπονησιακά στρατεύματα και το περισσότερον έμψυχώθηκαν από την ορμήν του Μακαρίτου Μάρκου Μπότσαρη».

Από περικοπή πληροφορούμαστε ότι ο Νίκος Θέος και η οικογένειά του, έμειναν στο Κάστρο των Ιωαννίνων, ασφαλώς σαν φίλοι των Τούρκων όπου ο Θέος και ο Δρόσος αφέθησαν ελεύθεροι να αναχωρήσουν, κρατήθηκαν όμως οι ς οικογένειες των. Υποψία μας είναι ότι η αναχώρηση του Θέου και η επιστροφή του στο Κάστρο των Ιωαννίνων, έκρινε την τύχη της οικογένειας του πάνω στην οποία εκδηλώθηκε η οργή των Τούρκων για την μη επιστροφή του Νίκου Θέου. Έτσι μόνο εξηγείται ότι ο Θέος παντρεύτηκε την Τασιούλα Αντωνίου Καναβού, χήρα του Γρηγόρη Μεγαπάνου, και εγκαταστάθηκε στη Μεγάλη Λομποτινά μετά το γάμο του με την Καναβοπούλα.
Η Τασιούλα κληρονόμησε την τεράστια περιουσία του πατέρα της σε ακίνητα-κτήματα, το ορεινό λειβάδι στο Τσακαλάκι της Παπαδιάς, το τσιφλίκι στον Κάτω Μαραθιά, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το Παλιοχωράκι, καθώς και άλλα σε διάφορες τοποθεσίες κρατούσε δε τόσο γερά στα χέρια της την εκμετάλλευση αυτής της περιουσίας, που ακόμα και σε μας έχει φτάσει η φήμη της σαν σκληρής γυναίκας.

Η κόρη της Τασιούλας, η Μαρούλα Γρηγορίου Μεγαπάνου, πέθανε σε μικρή ηλικία και κληρονομήθηκε από αυτήν την ίδια.
Ο Νίκος Θέος, του οποίου το παρελθόν υπήρξεν εθνικά επιλήψιμο, φαίνεται πως μετά την απελευθέρωση κι ίσως μετά το γάμο του με την Τασούλα, άλλα πορεία και η στάση του έγινε αξιοπρεπής εθνικά και δημοκρατική. Γι’ αυτό ότι το 1835 εκδηλώθηκε η αντιοθωνική ανταρσία, ο Νίκος Θέος ήταν με το μέρος των αντιοθωνικών και γι’ αυτό ήταν υπό αυστηρή επιτήρηση, κι όχι μόνον αυτό αλλά υποχρεώθηκε και να φύγει από τη Μεγάλη Λομποτινά της οποίας ήταν μόνιμος κάτοικος.

Μια επιστολή που βρέθηκε στο αρχείο του Κώστα Μπότσαρη (αδερφός του Μάρκου) και συμπεριελήφθητε στην έκδοση του αρχείου τούτου από τον δισέγγονό του ναύαρχο Δ. Οικονόμου, και η οποία στάλθηκε στον Σουλιώτη στρατηγό από έναν χαφιέ της εποχής εκείνης που υπογράφεται με το ψευδώνυμο «ο Οίδας του γράψαντος» ενημερώνει τον Κ. Μπότσαρη «περί αντεθνικών κινήσεων».
Μεταξύ των «αντεθνικώς δρώντων» – οι χαφιέδες χρησιμοποιούν πάντα την ίδια φρασεολογία-είναι κατά τον χαφιέ Οίδα και ο Νίκος Θέος ο οποίος-γράφει-«επήγε εις Λομποτινάν με το πρόσχημα ότι θα έκτιζεν οικίαν… ότι το έκανε και ένας Δεληγωργόπουλος, ο οποίος επέρασεν εις Λομποτινάν. Διεπιστώθη – καταλήγει στην επιστολή του ο χαφιές – ότι αυτά που έλεγαν για χτίσιμο σπιτιού είναι ψέματα…».

Δεν ξέρουμε αν ο χαφιές ήταν Λομποτιανίτης. Μπορώ πάντως να βεβαιώσω —από προσωπική μου πείρα το λέω— ότι ο χαφιεδισμός είναι ζιζάνιο που ευδοκιμεί σε όλα τα εδάφη.
Ας κλείσουμε τη δυσάρεστη αυτή παρένθεση για τους χαφιέδες και ας συν σουμε με την Τασιούλα Καναβύ. Ο σύζυγος της Νίκος Θέος φαίνεται πως κατάφερε να περισώσει απ’ την οικογένεια του έναν γιο, τον Θεοδόσιο Νίκου Θέο οποίος κυρίως από το 1848 εμφανίζεται σε πολλά συμβόλαιο σαν μάρτυρας, στα οποία αναφέρεται σαν κτηματίας, μόνιμος κάτοικος Μεγάλης Λομποτινάς υιοθετημένος απ’ την Τασούλα Καναβού όπως αποσαφηνίζεται αυτό στο αριθ. 797/20.9.1848 συμβόλαιο-πληρεξούσιο στο οποίο εμφανίζεται ο Θεοδόσιος Νίκου Θέος ως πληρεξούσιος της θετής μητρός του Τασιούλας Αντων Καναβού και διορίζει τον κύριον Αντώνιον Κωνσταντίνου Πρωτοπαπάν υπογραμματέα του Ειρηνοδικείου Κραβάρων, κάτοικον Πλατάνου… Είναι φαν ότι η Τασούλα υιοθέτησε τον γιο του συζύγου της Νίκου Θέου, αφού η δική κόρη, η Μαρούλα Γρηγόρη Μεγαπάνου είχε πεθάνει.

Ο πατέρας της Τασούλας, ο Αντώνης Καναβός, δεν έχαιρε τη φήμη του καλού διαχειριστού ξένων χρημάτων, εκείνων μάλιστα που συγκεντρώνονταν για τον αγώνα, όπως αναφέρεται σε απόφαση που πάρθηκε ύστερα από συνέλευση των προκρίτων και δημογερόντων της Επαρχίας Κραβάρων στη Μεγάλη Λομποτινά κατά το 1827, και η οποία καταχωρείται σε άλλο μέρος του παρόντος.
Από τις εργασίες του Χ.Δ. Χαραλαμπόπουλου, θα παραθέσουμε ακόμα τη νεκρολογία του Αναγνώστη-Ανδρέα Καναβού.

Μετά πενθήμερον κακοήθη πυρετό, την πέμπτη 16 Μαρτίου απεβίωσε ο αξιότιμος αντισυνταγματάρχης Ανδρέας-Αναγνώστης Καναβός, αφήσας απαρηγόρητον λύπην εις όλους τους συγγενείς και φίλους του. Εγεννήθη κατά το 1790 εκ γονέων επιφανών. Οι προπάπποι και πάππος του μακαρίτου εκ των σημαντικοτέρων ανδρών της Στερεάς Ελλάδος, εχρημάτισαν Προεστώτες των Κραβάρων της Αιτωλίας, αλλά τούτων ανώτερος εφάνη ο πατήρ του Νικόλαος Καναβός. όστις υπερασπιζόμενος τους επαρχιώτας του, εναντίον των θελήσεων του Αλή πασά, κατετρέχετο τόσον επιμόνως από του διαβόητου εκείνου Σατράπη που ώστε πυροβοληθείς επί τέλους υπό τίνων αλβανών, και πληγωθείς καιρίως κατά την κεφαλήν, κατέφυγεν εις Αίγιον, εις τον οίκον των Λονταίων δια να σωθεί. Αλλά και απόντα τον εφοβείτο ο τύραννος, ώστε κατόρθωσε να φαρμακωθεί.

Τοιούτου πατρός άξιος απόγονος ήτο ο μακαρίτης Ανδρέας-Αναγνώστης Καναβός, όστις άμα ήνοιξε το στάδιον του υπέρ ελευθερίας αγώνος, προσφέρων θύμα εις τον βωμόν της ελευθερίας, άπασαν την πλουσίαν περιουσίαν της Καναβαίϊκης οικίας και προτιθέμενος σκοπόν την μέλλουσαν αποκατάστασιν έθνους, δεν εφείσθη ουδέ της ιδίας του ζωής, αλλά δραξάμενος των όπλων, υπηρέτησε καθ’ όλον τον αγώνα, διατελούν αρχηγός των όπλων της Επαρχίας Κραβάρων και αναδειχθείς πολλάκις πληρεξούσιος και βουλευτής. Προ τεσσάρων περίπου μηνών έφθασεν ενταύθα, δια τινας υποθέσεις του και προπάντων την αποπεράτωσιν των εργασιών της Συνελεύσεως, συνετέλεσεν υπέρ του καλού κατά δύναμιν. Επί τοσούτον δε έφθασαν ο υπέρ της πατρίδος ζήλος και τα ειλικρινή του αισθήματα, ώστε πνέουν τα λοίσθια και κείμενος επί ψάθης, δια τη-πενίαν εις ην ένεκα της επαναστάσεως υπέπεσεν, έλεγεν ότι αποθνήσκει ευχαριστημένος βλέπων το Έθνος αποκαταστημένον κατά την επιθυμίαν του. Απέθανεν εγκαταλείπων σύζυγον και δύο ανήλικα τέκνα, αλλά δεν αμφιβάλλομεν, ο Κυβέρνησης δεν θα αφήσει να δυστυχώσι τέκνα πρωταγωνιστού, θυσιάσαντος τα πάντα δια την απελευθέρωσιν του έθνους».

«ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗΣ»22 Μαρτίου 1844
Ως προς τον γιο του Αναγνώστη-Ανδρέα Καναβού, τον Νικόλαο, καταχωρούμε τα παρακάτω:
Καθ’ α εξάγεται εκ των αρχείων της καθ’ ημάς Αρχιεπισκοπής υπ’αριθ. 948 και ημερομηνίαν 16 Απριλίου 1865 εξεδόθη άδεια δι’ ης διετάσσετο ο τότε εφημέριος του Χωρίου Αγά του Δήμου Σπεριχειάδος Κωνσταντίνος, να στεφανώσει τον εκ του δήμου Αποδοτίας Νικόλαον Α. Καναβόν μετά της Μαριγώς Ευαγγέλου Κοντογιάννη, κατοίκου του Χωρίου Αγά εις γάμον πρώτον. Εκ όμως τούτου προσάγεται και έτερον πιστοποιητικό εκ των μητρώων αρρένων το οποίον φαίνεται ότι εγεννήθη ο (Ιωάννης) Καναβός το 1866».
Από τα ίδια Σύμμικτα του Χ.Δ.Χ., καταχωρούμε και τις παραπέρα πληροφορίες του σχετικά με προηγούμενα πρόσωπα της ιστορικής οικογενείας των Καναβαίων: Είναι τα εξής:
  1. Αναγνώστης Καναβός γιος του Ανδρέα. Υπογράφει σαν μάρτυρας στην ιατροδικαστική απόφαση του 1747. Ο ίδιος υπογράφει σε άλλο έγγραφο 2.5.1746 σαν Αναγνώστης Καναβός χωρίς πατρώνυμο.
  2. Γιωργάκης (Λογοθέτης) Καναβός. Υπογράφει σε ομολογίες 18 15.3.1746.+25.8.1753.
  3. Κωνσταντάκης-Λογοθέτης Καναβός (+1775). Το όνομα του περιέχετο σε εμμάρτυρο γράμμα τις 27.9.1770.
  4. Νικολάκης-Αναγνώστης Καναβός (+1800 ή 1801). Είναι ο πατέρας του Γιωργάκη-Λογοθέτη Καναβού και του Αναγνώστη-Ανδρέα Καναβού. ΤονΝικολάκη-Αναγνώστη δολοφόνησε ο Αλή πασάς.
  5. Ιωάννης Καναβός, αδελφός του Νικολάκη.
  6. Αντώνης Καναβός, κι αυτός αδελφός του Νικολάκη, ο πατέρας της Τασούλας(1828).
  7. Γιώργος-Λογοθέτης Νικολάου Καναβός (+1826-αρχές 1827).
  8. Ανδρέας-Αναγνώστης Καναβός του Νικολάκη (+1844,16 Μαρτίου)
  9. Νικόλαος Αναγνώστου Καναβός (+1902)
  10. Ιωάννης Νικολάου Καναβός (+1866-1953,29 Απριλίου).
Στους παραπατώ πρέπει να προσθέσουμε και τον Παναγιωτάκη πεθερό του Γιωργάκη Σωτηρόπουλου.
Θα πρέπει ακόμη να πούμε ότι η Μάνα του Μπάρμπα Γιάννη ήταν κόρη του Βαγγέλη Κοντογιάννη. Ο παππούς του Γιάννη Καναβού, Βαγγέλης Κοντογιάννης, γεννήθηκε το 1800, πήρε μέρος στο μεγάλο αγώνα του 21′ από την αρχή και παρευρέθηκε σε διάφορες μάχες. Στη διάρκεια του Αγώνα και μετά απ’ αυτόν, υπήρξε όργανο του Κωλέτη, με εντολή του οποίου, πήρε μέρος σε πράξεις βίας στην Πελοπόννησο μετά την απελευθέρωση. Πέθανε στο χωριό Αγά της Σπερχειάδος στις 24 προς 25 Δεκεμβρίου 1875.

Ο Μπάρμπα Γιάννης Καναβός, ο τελευταίος της μεγάλης Λομποτιανίτικης οικογένειας των Καναβαίων, που πέθανε στις 29 Απριλίου του 1953, είχε σύζυγο την Παρασκευή το Γένος Παπακώστα, καταγόμενη και αυτή από την ίδια περιοχή όπως κι πεθερά της. Με το θάνατο του Μπάρμπα Γιάννη Καναβού, η μακραίωνη παρουσία και πολιτικοκοινωνική δράση της πρώτης οικογένειας της μεγάλης Λομποτινάς, της Επαρχίας Ναυπακτίας και μιας από τις ελάχιστες οικογένειες της Στερεάς Ελλάδος.

(Ανατύπωση από το Βιβλίο του Γ. Μ. Τσατσάνη «Η ΜΕΓΑΛΗ ΛΟΜΠΟΤΙΝΑ το χωριό μου, που τυπώθηκε σε 1000 αντίτυπα για λογαριασμό του Συνδέσμου Ανωχωριτών Ναυπακτίας)