Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επανασταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γεωργάκης Καναβός: Πληρεξούσιος στην Β΄ Εθνοσυνέλευση Άστρους [1823]



Η Β' Εθνοσυνέλευση Άστρους ή Δεύτερη Εθνική Συνέλευση του Άστρους (10 Απριλίου 1823 - 30 Απριλίου 1823) ήταν η δεύτερη συνέλευση κατά τα χρόνια της Ελληνικής επανάστασης.

Η διοργάνωση

Ο τόπος της συνέλευσης ήταν δίπλα στη Σχολή Καρυτσιώτη.Πληρεξούσιοι που ήταν προσκείμενοι στην κυβέρνηση έμειναν στο χωριό Αγιαννίτικα Καλύβια, ενώ όσοι υποστήριζαν τους στρατιωτικούς και όσοι ήταν αντίθετοι με την κυβέρνηση, έμειναν στα Μελιγιώτικα Καλύβια. Στο Άστρος άρχισαν να προσέρχονται τα μέλη της κυβέρνησης από τις αρχές Μαρτίου, αλλά χρειάστηκε ένας περίπου μήνας μέχρι να έλθουν οι πληρεξούσιοι. Η συνέλευση άρχισε στις 10 Απριλίου 1823[2] στο Άστρος Κυνουρίας και κράτησε μέχρι τις 30 Απριλίου.[3] Η επόμενη εθνοσυνέλευση, η Γ' Εθνοσυνέλευση Τροιζήνας έγινε τέσσερα χρόνια μετά, το 1827.

Οι εργασίες της Εθνοσυνέλευσης Στις 13 Απριλίου 1823, αναθεωρήθηκε το Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος, το σύνταγμα το οποίο είχε ψηφιστεί την 1η Ιανουαρίου 1822 από την Α' Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου. Το νέο Σύνταγμα ονομάστηκε «Νόμος της Επιδαύρου» (δείχνοντας τη συνέχεια του νέου Συντάγματος με το προηγούμενο). Είχε 99 παραγράφους και έδινε το δικαίωμα της ιδιοκτησίας σε όλα τα άτομα που βρίσκονταν στην Ελλάδα, χωρίς περιορισμό στην ιθαγένειά τους. Το Σύνταγμα αυτό αντικαταστάθηκε το 1827 από το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» που ψηφίστηκε στην Τροιζήνα, κατά τη διάρκεια της Γ' Εθνοσυνέλευσης.

Κατά τη Συνέλευση αποφασίστηκε να καταργηθούν οι τρεις τοπικοί οργανισμοί, η Πελοποννησιακή Γερουσία, ο Οργανισμός της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος και ο Άρειος Πάγος, ο Οργανισμός της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος ώστε να υπάρχει ένα μόνο κέντρο εξουσίας και συντονισμού. Ένα από τα σημαντικά σημεία της Δεύτερης Εθνοσυνέλευσης είναι η κατάργηση της αρχιστρατηγίας, απόφαση που αν και χωρίς αναφορά στο όνομά του, κατάργησε τη θέση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Σημαντικό είναι επίσης το καταληκτικό κείμενο της Εθνοσυνέλευσης όπου γίνεται επαναδιακήρυξη της Εθνικής Ανεξαρτησίας και της απόφασης για συνέχιση της Επανάστασης με κάθε θυσία. Αυτή η διακήρυξη αρχίζει με τις φράσεις: "Τρίτον ήδη χρόνον διαρκεί ο υπέρ ανεξαρτησίας εθνικός των Ελλήνων πόλεμος και ο τύραννος ούτε κατά γην ούτε κατά θάλασσαν ηυδοκίμησεν. Ενώ δε αι τυραννοκτόνοι χείρες των Ελλήνων έπεμψαν μυριάδας Τούρκους εις άδου, και φρούρια απέκτησαν, και την επικράτειαν εξησφάλισαν, ο δε κρότος των ημετέρων όπλων, αντηχήσας, διετάραξε το Βυζάντιον, ευτύχησε το έθνος να διακηρύξη εν Επιδαύρω κατά πρώτον ως έθνος, την ανεξαρτησίαν του, να νομοθετήσει και εθνικήν να καταστήση διοίκησιν".

Σύσταση

Στη θέση του προέδρου της συνέλευσης εκλέχθηκε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ενώ ο Θεοδώρητος Βρεσθένης πήρε τη θέση του αντιπροέδρου και ο Θεόδωρος Νέγρης τη θέση του αρχιγραμματέα. Πρόεδρος του Βουλευτικού εκλέχθηκε ο Ιωάννης Ορλάνδος.
 Στο Εκτελεστικό ορίστηκαν οι: Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, πρόεδρος Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, γενικός γραμματέας Σωτήριος Χαραλάμπης Ανδρέας Ζαΐμης Ανδρέας Μεταξάς.

Κατάλογος πληρεξουσίων
[...]
Στερεά Ελλάς
  • ο Άρτης (προφανώς επίσκοπος Άρτης Άνθιμος Β')
  • Στάμος Στάϊκος σελ.76
  • Γεωργάκης Καραβός, γραπτέον Καναβός 
  • Αναγνώστης Αθανασίου 
  • Πάνος Ράγκος 
  • Γεώργιος Αινιάν 
  • Μαργαρίτης Δημάδης
  • Νικολής Ιωάννου 
  • Θανασούλας Αναγνώστου 
  • Αναγνώστης Κολφόπουλος 
  • Γιάννης Παπαχρήστου ορθογραφία παπ.Χρήστου 
  • Ρήγας Παπακοντορήγας ορθογραφία παπ.Κοντορήγα 
  • Αναγνώστης Παπαλεξίου ορθογραφία παπ.Αλεξίου
  • Αναγνώστης Δημητρίου 
  • Γεώργιος Παπαηλιόπουλος ορθογραφία παπ.Ηλιόπουλος 
  • Χαράλαμπος Παπαπολίτης ορθογραφία παπ.Γ.Πολίτη 
  • Παναγιώτης Κονδύλης Κονδίλης  (Κονδύλης)
  • Αναγνώστης Ζορογιαννόπουλος
[...]

Γεώργιος Καναβός: Πληρεξούσιος στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου [1826]



Η Γ' Εθνοσυνέλευση ξεκίνησε στην Επίδαυρο στις 6 Απριλίου του 1826 αλλά διαλύθηκε λόγω της πτώσης του Μεσολογγίου στις 16 Απριλίου και επαναλήφθηκε στην Τροιζήνα. Έτσι λοιπόν αυτό το πρώτο μέρος της συνέλευσης με διάρκεια δέκα ημερών ονομάζεται Γ' Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου.

Η διοργάνωση

 Μερικούς μήνες αργότερα, στην αρχή του 1827, πριν επαναληφθεί η εθνοσυνέλευση, οι πληρεξούσιοι είχαν συγκεντρωθεί αφενός στην Αίγινα και αφετέρου στην Ερμιόνη. Από την Ερμιόνη εκδόθηκαν αποφάσεις και το τμήμα αυτό της Συνέλευσης αναφέρεται και ως Γ' Εθνοσυνέλευση Ερμιόνης.[3] Οι δυο πλευρές συμβιβάστηκαν και επέλεξαν τρίτο μέρος, την Τροιζήνα για τη συνέχιση της εθνοσυνέλευσης, την Γ' Εθνοσυνέλευση Τροιζήνας.

Η επόμενη εθνοσυνέλευση, η Δ' Εθνοσυνέλευση Άργους, έγινε δυο χρόνια μετά στο Άργος, το 1829 όσο κυβερνήτης ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας.

Εργασίες της Εθνοσυνέλευσης

Η Εθνοσυνέλευση άρχισε τις εργασίες της στις 6 Απριλίου 1826 και οι τελευταίες αποφάσεις της συνέλευσης έχουν ημερομηνία 16 Απριλίου. Αναφέρεται ότι η απόφαση να διαλυθεί και να συνέλθει αργότερα λόγω των γεγονότων του Μεσολογγίου έχει ημερομηνία 10 Απριλίου. Κατά το πρώτο μέρος της Εθνοσυνέλευσης, τον Απρίλιο του 1826 και πριν διαλυθεί λόγω της πτώσης του Μεσολογγίου, διόρισε Διοικητική επιτροπή της Ελλάδος στην οποία εμπιστεύθηκε προσωρινά την ολική κυβέρνηση των ελληνικών πραγμάτων.
 Από τον Αύγουστο μέχρι το Δεκέμβριο του 1826 έγιναν προσκλήσεις των πληρεξουσίων για συνέχιση της Συνέλευσης αρχικά στον Πόρο και μετά στην Αίγινα. Τον Ιανουάριο 1827, καλούν δε τους «ευρισκόμενους εν Ερμιόνει» στην Αίγινα για την εθνοσυνέλευση. Εκδόθηκαν αποφάσεις στην Ερμιόνη, αρχεία των οποίων καταγράφηκαν και οι συνελεύσεις εκεί αναφέρονται ως Γ' Εθνοσυνέλευση Ερμιόνης. Στην Ερμιόνη υπογράφει ως πρόεδρος ο Γεώργιος Σισίνης. Αντίθετα, από τις όποιες συνεδριάσεις έγιναν στην Αίγινα, δεν καταγράφηκαν έγγραφες αποφάσεις. Τελικά η Εθνοσυνέλευση συνήλθε ως συμβιβαστική λύση στην Τροιζήνα, ως Γ' Εθνοσυνέλευση Τροιζήνας.

Κατάλογος πληρεξουσίων [...]
  • Πανούτσος Νοταράς, πρόεδρος
  • Ιωάννης Λογοθέτης
  • Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄, πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης όταν αυτή άρχισε στην Επίδαυρο το 1826
  • Αναγνώστης Παπαγιαννόπουλος
  • Ανδρέας Ζαΐμης
  • Ιωάννης Γκούρας
  • Γεώργιος Καναβός
[...]

 [πηγή]

Limnitsa was the manor of Kanavaion



Limnitsa is built on the of Makri sides NA Rachi (1,114 m). In Kambi, the valley near Mornay, where there was an anncient city, which was suggested by some as the possible location of Aitolikou Aigitiou. Populating appears that continued to the Byzantine times, where left the ruins of the temples of St. Constantine and St. Spyridon and houses. This settlement was abandoned and the natives built a new village in the position of Paliospita and the neighboring Kato Vrysi. Here stood the temple of Holy Archangels which according to tradition was a dependency of the Virgin Varnakova and the church of St. Athanasius, where today is the cemetery.

Moving from the Paliospita to the current location seems to have occurred immediately after the Revolution. Limnitsa is a passageway to the mountainous Nafpaktos and Doris and bustling with life during the summer months. The square with the perennial plane tree, the retrofitted fountain, the tourism infrastructure can satisfy the visitor and the endless green makes the village worth a visit and observation.

The parish church Pammegistoi Taxiárkhai is a three aisled basilica (1866). The three masterly carved stones at the door of the church impress every visitor. Features are the chapels. At Agia Paraskeui there is an old picture of the Saint bearing the inscription of the Prayer handmaiden of God Tasioulas Antoniou Kanavou. Limnitsa was the manor of Kanavaion. The archiproestos Kanavos Antonis died in 1828, being taken prisoner by the Turks. Seven mills operating in the village. From Limnitsa descends the grandfather of John Kordatos, the known historian. 

[source]

ΣΧΟΛΗ ΛΟΜΠΟΤΙΝΑΣ: Το πνευματικό φυτώριο των Κραβάρων που ανέδειξαν οι Καναβαίοι



Για την Μεγάλη Λομποτινά και την εκεί μεγάλη οικογένεια των Καναβαίων που έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την διάρκεια της επανάστασης, αλλά και στα μεταγενέστερα χρόνια έχουμε αναφερθεί αρκετές φορές στο παρελθόν. Η περιοχή αυτή δεν θα είχε ακμάσει ποτέ χωρίς την παρουσία κάποιων οικογενειών, ανάμεσά τους και οι Καναβαίοι φυσικά. Πιο κάτω είναι ένα μικρο αφιέρωμα στην Σχολή της Λομποτινάς που δημιούργησαν και συντηρούσαν οι Καναβαίοι και από εκεί περάσαν πλήθος νέων για να αποκτήσουν υψηλής ποιότητας παιδεία για τα δεδομένα της εποχής, ανάμεσά τους και ο Κοσμάς ο Αιτωλός.

Ελάχιστες και αποσπασματικές είναι οι πληροφορίες για την περίοδο της Τουρκοκρατίας στην Επαρχία μας, τόσο στο βόρειο τμήμα της, τα Κράβαρα, όσο και στο νότιο, το Βενέτικο. Είναι όμως ευχάριστο ότι η συνεχιζόμενη αρχειακή έρευνα ανακαλύπτει στοιχεία που ρίχνουν αμυδρό φως στο σκοτάδι που επικρατεί. Έτσι τα τελευταία χρόνια έχει δημοσιευθεί ένα απόσπασμα τουρκικού κατάστιχου του δεύτερου μισού του ιστ' αι. (1575) που αφορά τα τιμάρια και τους Τούρκους τιμαριώτες των Κραβάρων.

Από το κατάστιχο αυτό βεβαιωνόμαστε ότι εκείνη την εποχή υπήρχαν τα παρακάτω χωριά: Αμόρανη (Καταφύγιο), Ανδρίβιστα (Κεντρική) Κάτω Λομποτινά (Κάτω Χώρα), Αράχοβα, Μερτάτοβα (Αρτοτίβα; -Αχλαδόκαστρο), Πεντινάνι (Πόδος;), Πιρτούκος (Πέρκος;), Βετολίστα (Τερψιθέα), Πετρίτσα(;), Βιλοχάνι(;), Βίλκα (Δέλγα;-Γαύρος), Περίστα, Σίμου, Πλάτανος, Απάνω Αβόρανη (Λιβαδάκι). Από ένα άλλο Τουρκοβενέτικο έγγραφο μαθαίνουμε ότι στα 1481 υπήρχαν: Κάστρο Βρομιάριν (Βρόμιαρη-Καστράκι), Ζιλιτζά (Ζηλίστα-Κυδωνιά), Αχιλλία(;). Τα παραπάνω έγγραφα είναι από τις αρχαιότερες γνωστές ιστορικές μαρτυρίες της εποχής της Τουρκοκρατίας που αφορούν την επαρχία μας.

Βέβαια οι μαρτυρίες αυτές δεν αποκλείουν την ύπαρξη και άλλων χωριών στη Ναυπακτία.

Επίσης διασώζονται παραδόσεις ότι ο τοπικός πληθυσμός ιδιαίτερα των Κραβάρων, για το δυσπρόσιτο του εδάφους του, ενισχύθηκε από κυνηγημένους από την Τουρκική εξουσία. Ενισχυτικές ενδείξεις των παραδόσεων αυτών είναι η ύπαρξη επωνύμων που θυμίζουν αρχοντικές βυζαντινές οικογένειες, όπως Καναβός (Λομποτινά), Ταρωνάς (Δορβιτσά), Χρυσοβέργης (Λομποτινά), Κομνηνός, Ρωμανός, Παλαιολόγης (Κοζίτσα) κ.ά. Επίσης κατά την τοπική παράδοση η Αραχοβίτικη οικογένεια των Σισμαναίων, προέρχεται από την βασιλική οικογένεια των Σισμανιδών της Βουλγαρίας.

Κοντά λοιπόν στο αρχοντολόϊ φυσικό ήταν να ιδρυθούν κάποια σχολεία, κοινά (στοιχειώδη) ή ανώτερα (ελληνικά). Ίσως και στα Μοναστήρια, ιδιαίτερα στην Καβαδιώτισσα και την Αμπελακιώτισσα, να υπήρχαν κάποιοι γραμματιζούμενοι καλόγεροι ή κάποιοι εφημέριοι στα χωριά που να μάθαιναν τα Ναυπακτόπουλα κολλυβογράμματα. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν ιστορικές αποδείξεις για οργανωμένα σχολεία. Από κάποια έγγραφα έχουμε κάποιες ενδείξεις. Σε δανειστικό έγγραφο του 1757, υπογράφει στον Πλάτανο: Διδάσκαλος Θηακός έγραψα και μαρτυρώ. Σε έγγραφο του 1795 υπογράφει κάποιος Γιωργάκης Δασκαλόπλος (γιός δασκάλου) μάλλον από τα χωριά της Πυλήνης. Ακόμα ένας Παναγιώτης Δασκάλου από Κοζίτσα υπογράφει σε ομολογία (21.2.1821). Δημήτριος Κραβαρίτης γραμματοδιδάσκαλος δίδασκε στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας στο Γαλαξίδι.

Για τη Σχολή της Λομποτινάς που φαίνεται ότι ήταν δημιούργημα των Προεστώτων των Κραβάρων Καναβαίων, έχουμε κάποιες ιστορικές μαρτυρίες. Ο Σάπφειρος Χριστοδουλίδης, μαθητής και πρώτος βιογράφος του Πατροκοσμά του Αιτωλού, γράφει για το δάσκαλό του: “...όταν ήτον χρόνων 20, ίσως και επέκεινα, άρχισε να διδάσκη τα Γραμματικά υποκάτω εις τον Ιεροδιάκονον Ανανίαν τον καλούμενον Δερβισάνον. Επειδή κατά τους χρόνους εκείνους άρχισε με φήμην μεγάλην το Σχολείον του Βατοπεδίου εις το Άγιον Όρος, μετέβη εις εκείνο με άλλους εδικούς του συμμαθητάς, ουκ ολίγους....”. Κατά την άποψη που επικρατεί ο Πατροκοσμάς γεννήθηκε στα 1714. Άρα γύρω στα 1734 πήγε κοντά στον Ανανία Δερβισάνο, που από άλλη πηγή γνωρίζουμε ότι διεύθυνε τη Σχολή της Λομποτινάς. Τώρα πότε ιδρύθηκε η Σχολή στη Λομποτινά δεν μπορούμε να ξέρουμε. Εκεί πάντως ο Πατροκοσμάς στην αρχή παρακολούθησε μαθήματα και αργότερα με τη σύμφωνη γνώμη του δασκάλου του Ανανία, ο οποίος παρατήρησε το θερμουργό του ζήλο, διορίστηκε ως δάσκαλος σ’ αυτή. “ Είχε δε πόθο πολύν, ο μακάριος εις την καρδίαν του εξ αρχής, έτι κοσμικός όντας ήθελε να ωφελήση και τους αδελφούς του χριστιανούς από εκείνα που εγνώριζε”, γράφει ο Χριστοδουλίδης. Πόσα χρόνια δίδαξε ο Πατροκοσμάς στη Λομποτινά δεν ξέρουμε. Η Αθωνιάδα Ακαδημία ιδρύθηκε στα 1749 και φαίνεται από τους πρώτους μαθητές της ήταν ο Κοσμάς.

Πάντως παραδίδεται ότι ενδιαμέσως ο Πατροκοσμάς πήγε στο Ελληνομουσείο των Βραγγιανών, όπου συνέχισε “ανώτερες” σπουδές κοντά στον Σχολάρχη αδερφό του Χρύσανθο. Υπολογίζεται ότι ο Πατροκοσμάς έμεινε στη Λομποτινά ως μαθητής και δάσκαλος 4-6 χρόνια, ίσως μέχρι το 1738.

Ο Θανάσης Νικολ. Σκαρλάτος ή Λιδωρίκης (γεν. 1788) μας δίνει στα απομνημονεύματά του τη δεύτερη ιστορική μαρτυρία για τη Σχολή της Λομποτινάς. Γράφει: “.....Η επαρχία Δωρίδος κατά την εποχήν εκείνην ήτο πολύ υποδεεστέρα, ως η των Σαλώνων κατά τα φώτα, ησχολούντο οι κάτοικοι εις τα ποίμνια και την γεωργίαν. Επειδή δε οι γονείς μου με είχον προορίσει δια το ιερατικόν σχήμα και εις την επαρχίαν μας δεν υπήρχεν Σχολείον μ’ έστειλαν εις Κράβαρα, όπου και Σχολεία υπήρχον και οι κάτοικοι περιουσίας ανεπτυγμένας είχον. Εις Λομποτινάν υπό την προστασίαν των προεστώτων Καναβαίων υπήρχον δύο σχολεία Ελληνικόν και Αλληλοδιδακτικόν, εις τα οποία εδίδασκον δύο διδάσκαλοι εκ Μεσολογγίου. Ελθών εν τη πόλει ταύτη εμαθήτευσα μέχρι τινός. Επειδή δε οι Καναβαίοι καταδιωκόμενοι υπό του Αλή έφυγον, μετ’ αυτών και οι διδάσκαλοι και τα σχολεία διελύθησαν, ένεκα τούτου οι γονείς μου με παρέλαβον και εμελέτουν ίνα μ’ αποστείλωσιν εις άλλο σχολείον....”. Ο διωγμός των Καναβαίων και η δολοφονία του Αρχιπροεστού Νικολάκη-Αναγνώστη Καναβού πιθανολογείται ότι έγιναν στα τέλη του 1800 ή στο πρώτο εξάμηνο του 1801. Άγνωστο αν η Σχολή ξανάνοιξε. Στα 1831 επί Καποδίστρια γίνεται κίνηση, για να ιδρυθούν δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία στα Κράβαρα (Πλάτανος-Κλεπά).

Δεν γίνεται λόγος για τη Λομποτινά, μολονότι ήταν έδρα του Διοικητή. Ίσως λόγω των καταστροφών και των διωγμών που είχε πάθει η Πολίχνη να μην είχε τη δυνατότητα να στηρίξη σχολείο.

Από τη Λομποτινά καταγόταν ο Ιωάννης Χρυσοβέργης, φημισμένος ελληνοδιδάσκαλος. Από έγγραφο 28.12.1829 πληροφορούμαστε: “Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας εσύστησεν εις το φρούριον της Ναυπάκτου ελληνικόν διδάσκαλον τον κύριον Ιωάννην Χρυσοβέργην, άνδρα ικανόν τοιούτου επαγγέλματος και χρηστοήθη...”. Το σχολείο λειτούργησε μόνο 15 ημέρες, γιατί ο Χρυσοβέργης απέθανε. (Λειτούργησε όπως βλέπομε σε σχετικό λογαριασμό εξόδων της σχολής στις 3.10.1829). Σε νεκρολογία για το γιό του Νικόλαο (χρονολ. θανάτου 28 Δεκ. 1850). “...Ήτο δε ο μακαρίτης υιός του κατά την καθ’ ημάς σοφίαν μεγάλου Διδασκάλου Ιωάννου Χρυσοβέργη υφ’ ω ανατραφείς και παιδευθείς την αληθινήν παιδείαν εδείχθη άξιος του σοφού πατρός του”. Παιδιά του Ιωάννη Χρυσοβέργη, που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στα 1817, ήταν οι :Αντώνης, Αναστάσης και Θανάσης που σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών κατά την επανάσταση, ο Βασίλης ο γραμματικός του Δήμου Σκαλτσά και του Καραϊσκάκη και μεταπελευθερωτικά Δικαστής, ο Παντολέων Β` Γραμματέας του Πολεμικού Κριτηρίου επί Καποδίστρια, και ο Νικόλαος στρατιωτικός και Δήμαρχος Λαμίας.

Να δίδαξε άραγε ο σοφός διδάσκαλος Ιωάννης Χρυσοβέργης στη Σχολή της πατρίδας του Λομποτινάς; Προς το παρόν δεν έχουμε στοιχεία για να απαντήσουμε χωρίς επιφυλάξεις στο ερώτημα.

Παρά τα λιγοστά στοιχεία μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η Σχολή Λομποτινάς έπαιξε σπουδαίο και δημιουργικό ρόλο κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Τουρκοκρατίας. Ήταν ένα φως μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Τα ορεινά Κράβαρα, τα τόσο στους νεότερους χρόνους συκοφαντημένα, πέρα από την αναμφισβήτητη πολεμική τους προσφορά, είχαν σημαντική παρουσία στο πνευματικό προσκλητήριο των σκλάβων Ελλήνων για την διατήρηση του Γένους.

Η Σχολή Λομποτινάς ήταν πνευματική απάντηση των Κραβάρων στα σκοτάδια της Τουρκοκρατίας. Ήταν η ζωντανή απόδειξη του πόθου των Κραβαριτών για γνώση και μάθηση και ταυτόχρονα μια πρωθύστερη αποστομωτική απάντηση στους κατοπινούς τιμητές τους...

Ο βουλευτής Γεώργιος Καναβός και οι μισθοί του πολιορκημένου στρατού [Μεσολόγγι 1826]


 Είδαμε σε προηγούμενο άρθρο την συμβολή του Γεωργίου Καναβού στην κατασκευή του τείχους για την άμυνα των πολιορκημένων στο Μεσολόγγι κατά το 1826.

Ο Γεώργιος ήταν μέλος της Πολιτικής Επιτροπής και βουλευτής  και κάποια στιγμή μαζί με τον Αντρέα Βαλτινό και τον Μήτζιο βγήκαν από την πόλη προκειμένου να συναντηθούν με την πολιτική επιτροπή, την άτυπη επαναστατική κυβέρνηση, προκειμένου να μπορέσουν να πιέσουν για την χρηματοδότηση της φρουράς. Σημειωτέον πως ο Γεώργιος, για άγνωστους λόγους δεν επέστρεψε ξανά στην πόλη, παρά μόνο μετά την λήξη της πολιορκίας το 1828.

Αυτά είναι ντοκουμέντα, τα οποία διασώζονται και έχουν διασωθεί σε σύγχρονη μορφή στο βιβλίο  Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων (1821-1833) - Τόμος Β, του Νικόλαου Κασομούλη.

Διαβάζοντας, κάποιος που δεν γνωρίζει τις πραγματικές πτυχές της ιστορίας, θα ανακαλύψει πολλά σημεία του χαρακτήρα των Ελλήνων, τα οποία δεν είναι άλλα από διχόνοια, εξουσιομανία, γκρίνια και αισχροκέρδεια. Φυσικά δεν έλλειπαν και τα υψηλά ιδανικά περί ελευθερίας και αλληλεγγύης, μα όπως διαχρονικά γίνεται αυτά τα πρέσβευαν λίγοι.

Παραθέτω τις σχετικές σελίδες από το βιβλίο, τ' οποίο μπορείτε να το κατεβάσετε ολόκληρο σε μορφή pdf, για περισσότερες πληροφορίες: [DOWNLOAD]:


Γεώργιος Καναβός: Στην πρώτη έξοδο του Μεσολογγιού [6 Μαΐου 1825]



Στις 6 Μαΐου 1825, οι Έλληνες επιχείρησαν τήν πρώτη τους έξοδο, η οποία προκάλεσε πανικό στόν εχθρό. Από εκείνη τήν ημέρα οι κανονιοβολισμοί τού εχθρού συνεχίζονταν καθημερινά προξενώντας θανάτους καί τραυματισμούς στούς "Ελεύθερους Πολιορκημένους". Είναι λυπηρό νά διαβάζεις στήν καθημερινή εφημερίδα τής εποχής "Ελληνικά Χρονικά", τήν οποία εξέδιδε ο Ελβετός φιλέλληνας Ιάκωβος Μάγερ, γιά θανάτους μικρών αγοριών καί κοριτσιών από τά θραύσματα τών οβίδων. Ένα από τά θύματα τών βομβαρδισμών τών πρώτων ημερών τής πολιορκίας ήταν ο πυροβολητής τού κανονιοστασίου "Τερρίμπιλε" ή "Φραγκλίνου" Κωστής Μπαλτάς από τίς Σέρρες.

Τό Μεσολόγγι τό είχαν αποκλείσει σαράντα πλοία τού τουρκικού στόλου πού περιπολούσαν στή θαλάσσια περιοχή μεταξύ Γλαρέντζας (Κυλλήνης) καί Κεφαλλονιάς. Μικρότερα μπρίκια βομβάρδιζαν τά παράλια κανονιοστάσια ενώ τά τουρκικά φορτηγά πλοία αποβίβαζαν στό Κρυονέρι πολεμοφόδια καί τρόφιμα, τά οποία παρελάμβανε ο Κιουταχής γιά τίς ανάγκες τού στρατού του.

Οι Μεσολογγίτες κάθε μέρα έστρεφαν τό βλέμμα τους στή θάλασσα, μήπως καί φανεί ο ελληνικός στόλος γιά νά τούς μεταφέρει τά τόσο πολύτιμα τρόφιμα πού άρχισαν νά λείπουν από τό Μεσολόγγι. Τήν πολιτική διοίκηση τής πόλης, υπεύθυνη γιά τήν τροφοδοσία τού πληθυσμού καί τήν οργάνωση τής πόλης, τήν αποτελούσε ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος από τήν Πάτρα, ο Δημήτριος Θέμελης από τήν Πάτμο καί ο Γεώργιος Καναβός.
Τή στρατιωτική διοίκηση τήν αποτελούσαν ο Νότης Μπότσαρης, ο Γεώργιος Τσόγκας, ο Δημήτριος Μακρής, ο Νικόλαος Στουρνάρης, ο Ανδρέας Ίσκος, ο Δημοτσέλιος, ο Γρηγόριος Λιακατάς, ο Σούκας καί ο Γιαννάκης Ραζικότσικας. Έξω από τό Μεσολόγγι βρίσκονταν ομάδες ενόπλων Ελλήνων, οι οποίες παρενοχλούσαν τίς εφοδιοπομπές τού εχθρού, παρεμποδίζοντας τήν επικοινωνία τού Κιουταχή μέ τήν Ανατολική Στερεά.



Τό Μεσολόγγι ήταν άριστα οχυρωμένο καί εξοπλισμένο μέ 48 πυροβόλα. Τό μισό τής περιμέτρου του, τό προστάτευαν τά ρηχά νερά τής λιμνοθάλασσας καί τό υπόλοιπο μισό ένα τείχος τριών μέτρων μέ μία τάφρο μπροστά του, η οποία επικοινωνούσε μέ τή λιμνοθάλασσα. O μηχανικός Μιχαήλ Kοκκίνης μέ καταγωγή από τήν Χίο καί μέ σπουδές στή Γαλλία, ήταν εκείνος πού είχε αναλάβει τήν κατασκευή τών τειχών τού Μεσολογγίου, υπό τήν επίβλεψη τών Βύρωνα, Μαυροκορδάτου, Σπανιολάκη, Μάγερ καί Πεταλά, τήν άνοιξη τού 1823. Τό έργο τό ολοκλήρωσε έπειτα από ένα χρόνο καί ο μόνος πού μίλησε περιφρονητικά γιά τήν οχύρωση τού Μεσολογγίου, ήταν ο Βρετανός πρόξενος Green, πού δήλωσε ότι δέν αξίζει κανένας νά τήν ονομάζει οχύρωση.

Ο λαός τού Μεσολογγίου εργάστηκε νυχθημερόν γιά νά κατασκευάσει τό επταγωνικό τείχος τής ξηράς, ακολουθώντας πιστά τίς εντολές τού αρχιμηχανικού, τόν οποίον καί υπεραγαπούσε. Γιά τίς δυνατότητες εκείνης τής εποχής καί τά υποτυπώδη μέσα πού υπήρχαν, η κατασκευή τού τείχους τού Μεσολογγίου αποτέλεσε έναν πραγματικό άθλο.

Λ. Καναβός: Εισήγηση για δημοδιδάσκαλο στην Αμώρανη [1862]



Ένα τεκμήριο με επιστολή κάποιου Λ. Καναβού (Λογοθέτης;, Λεωνίδας;), με τ' οποίο εισηγείται να μετατεθεί ο δημοδιδάσκαλος Γεώργιος Καραματζάνης από την Αμώρανη (Ναυπακτίας) και στην θέση του να σταλεί ο ο δημοδιδάσκαλος Στέργιος.

Πρόκειται για ένα έγγραφο με ημερομηνία 16 Ιουλίου 1862 και έχει διασωθεί από την Ακαδημία Αθηνών:


Καναβός Γιώργος- Λογοθέτης από την Λομποτίνα [1827]



Γεννήθηκε στη Λομποτίνα Ναυπακτίας και έλαβε μέρος στον Αγώνα ως στρατιωτικός και πολιτικός, και για αυτό είχε το προσωνύμιο Λογοθέτης.

Στην αρχή του αγώνα επικεφαλής 2.00 Ναυπακτίων πολιόρκησε τα φρούρια της Ναυπάκτου και του Αντιρρίου. Το 1823 έλαβε μέρος στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους ως αντιπρόσωπος της επαρχίας Κραβάρων.

Όταν πολιορκούνταν το Μεσολόγγι συγκρότησε σώμα στη Δερβέκιστα και το έταξε στη διοίκηση του Καραϊσκάκη. Επίσης στρατολόγησε και άλλους άνδρες και τους έστειλε στο Μεσολόγγι. Όταν έγινε η Έξοδο βρισκόταν στο Ναύπλιο για να ζητήσει βοήθεια από τη Διοίκηση για την πόλη.

Μετά την είδηση της πτώσης της πόλης του Μεσολογγίου και της σφαγής της φρουράς και των κατοίκων της η Διοίκηση του ανέθεσε να οργανώσει εκστρατεία στη Ρούμελη.
Όμως ενώ βρισκόταν στην Αίγινα και ασχολούνταν ε την οργάνωση αρρώστησε. Μεταφέρθηκε στο Μέγα Σπήλαιο όπου άφησε την τελευταία του πνοή το 1827. Διέθεσε πολλά χρήματα για τον Αγώνα και η Επιτροπή τον κατέταξε στη Β’ τάξη των Αξιωματικών.

Οι Αρκάδες Παναγιώτης και Στασινός Καναβός αξιωματικοί του επαναστατικού στρατού [1821]


 Άλλες δυο μορφές με το επώνυμο που συναντάμε κατά την επανάσταση του 1821, είναι οι Παναγιώτης και Στασινός Καναβός, προερχόμενοι από την Πελοπόννησο, από την Αρκαδία συγκεκριμένα.

Σε διασωθέντα έγγραφα, έχουν προαχθεί σε αξιωματικούς του επαναστατικού στρατού και γίνεται αίτημα από την μονάδα τους προς την κεντρική διοίκηση, να αποσταλούν τα σχετικά δικαιολογητικά, μαζί με των υπολοίπων Αρκάδων αξιωματικών.
 Στο δεύτερο το επίσημο σχετικό έγγραφο, υπογεγραμμένο από τον τότε γενικό γραμματέα του υπουργείου εσωτερικών Γεώργιο Γλαράκη.

 -Είναι τα εξής (2) και υπάρχουν στην αρχειοθήκη της βιβλιοθήκης της εθνικής παλιγγενεσίας:



O βουλευτής Λογοθέτης Καναβός, τα τελωνεία και ο Κολοκοτρώνης



Ο  Λογοθέτης Καναβός είναι καταγεγραμμένη ιστορική μορφή κατά την περίοδο του 1821 και πιο κάτω παραθέτουμε κάποια διασωθέντα έγγραφα, με τα οποία, ορίζεται. μαζί με άλλους δυο, αντιπρόσωπος, προκειμένου να κανονισουν το θεμα χρηματικης διελυεσης (τελωνειο) απο τα διερχομενα στον ελλαδικο χωρο ξενα πλοια.

Στο επόμενο έγγραφο, είναι η ανάδειξή του σε βουλευτή και ορισμός της συνάντησής του, μαζί με τους άλλους νεοεκλεγμένους με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
Μην ξεχνάμε πως μιλαμε για μια εξεγερμένη περίοδο και για χρήματα που μαζεύονταν για την χρηματοδότηση της επανάστασης.

-Είναι τα εξής (3) και υπάρχουν στην αρχειοθήκη της βιβλιοθήκης της εθνικής παλιγγενεσίας:








Καναβός: Απονομή του βαθμού του εκατόνταρχου [1824]



Αναφορά ενός Καναβού που προάγεται στον βαθμό του εκατόνταρχου κατά την περίοδο της επανάστασης του 1821.
Το έγγραφο χρονολογείται από το 1824 και το υπογράφουν ο Μπότσαρης και ο Κουντουριώτης.
Πιθανολογώ πως μάλλον είναι είναι ο Γεωργάκης, ίσως όμως και όχι, καθώς γνωρίζουμε πως υπήρχαν και άλλοι με το ίδιο επώνυμο (θα τους δούμε σε προσεχείς δημοσιεύσεις).

-Το έγγραφο είναι αυτό (1) και και υπάρχει στην αρχειοθήκη της βιβλιοθήκης της εθνικής παλιγγενεσίας.




Καναβός Γεωργάκης - Γεώργιος: Αγωνιστής της επανάστασης [1823]



Βρήκα μια αναφορά για κάποιον Καναβό Γεωργάκη - Γεώργιο, αγωνιστή κατά την επανάσταση του 1821, με επιστολές του προς την τότε βουλή, οι οποίες χρονολογούνται από το 1823 και υπάρχουν στην αρχειοθήκη της βιβλιοθήκης της εθνικής παλιγγενεσίας.

-Είναι τα εξής (3):


 





Συμπληρωματικά στοιχεία: Το πραγματικό πρόσωπο των ρασοφόρων κατά την ζοφερή οθωμανοκρατία



Καθώς ένα μεγάλο κομματι της οικογενειακής ιστορίας γράφτηκε κατά την περίοδο των οθωμανών, ορισμένες διευκρινήσεις του γιατί οι Καναβαίοι της εποχής κρατούσαν αποστάσεις από τον κλήρο, χωρίς ωστόσο να είναι εχθρικές:

[από τον Βλάση Ρασσιά]

Το ότι ο νικητής γράφει κατά κανόνα την Ιστορία ίσως είναι εν πολλοίς γνωστό και άρα κάπου λογικά (αν και μετά βίας) «αποδεκτό», εκείνο όμως που δεν μπορεί κάποιος να καταπιεί εύκολα είναι το να βασίζει ο νικητής αυτός στην από τον ίδιο πλαστογραφία της αλήθειας τις όποιες θρασείς απαιτήσεις του για τωρινή και μελλοντική καταδυνάστευση των ζωών μας. Το κατ’ εξοχήν παράδειγμα μίας τέτοιας θρασύτητας είναι για την εδώ και 22 αιώνες κατακτημένη χώρα μας ο γνωστός εσμός των ρασοφόρων και των πολυώνυμων συνεργατών και υπηρετών τους που δίχως την παραμικρή ντροπή έρχονται να παρουσιάσουν σαν τάχα… εθνοφελή (!!!) την σαφώς αντεθνική, προδοτική, αντιανθρώπινη και παρασιτική δραστηριότητά τους σε όλες τις περιόδους της μεταχριστιανικής Ιστορίας του έθνους των Ελλήνων και κυρίως κατά την λεγόμενη «Τουρκοκρατία» ή, επί το ορθώτερον, Οθωμανοκρατία.

Δεν θα καταναλώσουμε εδώ μεγάλο χώρο για να αντικρούσουμε αυτό το χυδαίο όσο και επικίνδυνο εθνικά ψέμα, καθώς οι στημένες «αλήθειες» των κατακτητών του τόπου μας είναι τόσο διάτρητες που καταρρέουν αμέσως μετά την παράθεση 2 - 3 μόνον στοιχείων όπως λ.χ. οι γνωστές αρλούμπες περί… «Κρυφού Σχολειού» (βασισμένη ιστορικά επάνω σε μία… ζωγραφιά ενός υπέρ το δέον θρήσκου καλλιτέχνη και σε ένα ρομαντικό… ποίημα του δευτέρου ημίσεως του 19ου αιώνος !), περί… ευλογίας του λάβαρου της εθνεγερσίας από τον αντιδραστικό, φιλήδονο και υπερόπτη ρασοφόρο Π. Π. Γερμανό (βασισμένη και αυτή μόνον σε ένα ρομαντικό διήγημα Γάλλου λογοτέχνη) κ.ο.κ. Απλώς, «όλως παραδόξως», σε αυτόν τον τόπο κανείς από εκείνους που πρέπει να μιλάνε αφού παριστάνουν τους εθνικούς «πνευματικούς ταγούς», δεν δείχνει πρόθυμος να ξεμπροστιάσει την αηδιαστική ιστορική απάτη, πράγμα που αποδεικνύει την κατά κυριολεξία ψυχολογική και όχι μόνον τρομοκρατία των θεοκρατών στους πολυπληθείς σκλάβους της.

Ο τόπος μας επιπροσθέτως έχει δε την ιδιορρυθμία να φιλοξενεί εκτός από κατά δήλωση και κατά φαντασία «δημοκράτες» και «διανοούμενους», πάμπολλους επίσης κατά δήλωση και κατά φαντασία «κομμουνιστές», κατά δήλωση και κατά φαντασία «αναρχικούς» και κατά δήλωση και κατά φαντασία «άθεους», που αντί να πράττουν αυτό που στοιχειωδώς πράττουν οι ανά τον κόσμο κανονικοί αντίστοιχοί τους, αυτοί κατεξοχήν γλύφουν και ξαναγλύφουν με πάσαν υποτακτικότητα και χαμέρπεια την απαράδεκτη και ασύδοτη σε όλα τα επίπεδα βυζαντινή θεοκρατία. Ίσως στο πηχτό σκοτάδι των θεοκρατών αισθάνονται περισσότερο οικεία από όσο στο φως του Ελληνικού Πολιτισμού που όντως τρομάζει τους ασήμαντους (ο δικός τους Ιωάννης ο κατ’ ευφημισμόν «Χρυσόστομος», είχε άλλωστε απερίφραστα παραδεχθεί πως «όσο πιο βάρβαρο φαίνεται ένα έθνος και της Ελληνικής απέχει παιδείας τόσο λαμπρότερα φαίνονται τα ημέτερα», Εις Ιωάννην 59. 31. 33)

Εμμένοντας ωστόσο στην διατύπωσή μας ότι οι στημένες «αλήθειες» των κατακτητών του τόπου μας είναι τόσο διάτρητες που καταρρέουν αμέσως μετά την παράθεση 2 - 3 μόνον στοιχείων, θα περιορισθούμε εδώ για το αναγκαίο ξεβράκωμα των εθνο-απατεώνων και εθνο-προδοτών να μεταφέρουμε απλώς (από το τεκμηριωμένο πολύτομο ιστορικό έργο του Τάκη Α. Σταματόπουλου «Ο Εσωτερικός Αγώνας», εκδόσεις «Κάλβος», Αθήνα 1979) κάποια ελάχιστα αλλά συντριπτικά δεδομένα για την πραγματική συμπεριφορά τους έναντι του υπόδουλου στους Οθωμανούς συνεργάτες τους Ελληνισμού.

Κοινό μυστικό αποτελεί λοιπόν το γεγονός ότι οι ρασοφόροι καταπίεζαν αγρίως τους Έλληνες από κοινού με τους Τούρκους και τους κοτζαμπάσηδες (τους «χριστιανούς πασάδες» όπως του αποκαλούσε ο λαός) και επέβαλαν άγρια φορολογία. Ο κάθε χριστιανός ήταν υποχρεωμένος να δίνει το 1/3 του εισοδήματός του (!) στην Εκκλησία, η δε κατοχή άνω του 1/3 περίπου της υποδουλωμένης γης από το Πατριαρχείο και τα μοναστήρια, είχε μετατρέψει κατ’ ουσία τους περισσότερους Έλληνες σε δουλοπάροικους αυτών των, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του επαναστάτη της Άνδρου Δημήτρη Μπαλή, «τουρκαρχόντων». Χαρακτηριστικό είναι ότι 32 από τα 68 χωριά της Χίου ανήκαν στην Εκκλησία και οι σκληρά εργαζόμενοι κάτοικοί τους συντηρούσαν με τον ιδρώτα τους 300 μοναστήρια και 700 εκκλησίες και παρεκκλήσια (και δεν είναι διόλου τυχαίο βεβαίως το ότι ο εκεί μητροπολίτης και οι κοτζαμπάσηδες, όταν τον Μάρτιο του 1822 έφθασαν στο νησί οι επαναστατημένοι Σαμιώτες είχαν κρυμμένους στα σπίτια τους Τούρκους και μαζί πυροβολούσαν τους αγωνιστές της εθνικής ελευθερίας):

«… την αυτήν (με τους κοτζαμπάσηδες) τυραννίαν ήσκει επί του πληθυσμού και ο κλήρος, εισπράττων υπέρ της εκκλησίας βαρέως και κακοτρόπως εγγείους και άλλους φόρους…» (παραπομπή του Σταματόπουλου στο Ραπτάρχη, 61)

όπου αυτό το «βαρέως και κακοτρόπως» σήμαινε πολύ χειρότερα πράγματα από όσο οι δύο λέξεις κάπως κομψά υποδηλώνουν. Το ξυλοκόπημα και ο φάλαγγας ήταν στην ημερήσια διάταξη, ενώ οι επίγειοι «εκπρόσωποι» του Υιού του Ιαχωβά δεν είχαν ενδοιασμό να χρησιμοποιήσουν και κάθε είδους άλλη ψυχική τρομοκρατία, όπως η συνεχής απειλή του αφορισμού και ο ωμός εκβιασμός, αφού, ως γνωστόν, ασκούσαν συν τοις άλλοις ΚΑΙ την δικαστική εξουσία !

Αυτή η άγρια ληστεία θεωρείτο βεβαίως «τακτική» ή «κανονική» ή «χρονιάτικη», διότι η τρομερή αλήθεια είναι πως υπήρχαν συχνά - πυκνά και «έκτακτες» τέτοιες. Στην «κανονική» φορολογία, προστίθεντο απανωτές «αρπαχτές» των ρασοφόρων, όπως τα περιβόητα «εμβατίκια», «φιλότιμα», «ζητείαι», «συνοικέσια», «δίσκοι», «λειτουργικά», «παρρησίαι», «προθέσεις», «ψυχομερίδια» και άλλα ανάλογα, που επιπροσθέτως συμπληρώνονταν συχνά από τις λεγόμενες «απανταχούσες» για έκτακτη οικονομική ενίσχυση («παραμυθία των χρεών» κατά την παπαδίστικη ορολογία) των δεσποτάδων και των λοιπών στελεχών του μαύρου εσμού. Στην σελίδα 151 του Α τόμου του έργου του Σταματόπουλου, διαβάζουμε καθαρά:

«…τους φόρους αυτούς, τους εισέπρατταν τακτικά χωρίς να χαρίζουν ούτε έναν παρά και στην ανάγκη μεταχειρίζονταν και βία».

Ο ίδιος λίγο παρακάτω (σελ. 155), γράφει πως «οι χωρικοί που καταληστεύονταν, φυσικά διαμαρτύρονταν και ακολουθούσαν προστριβές και στάσεις. Και οι δεσποτάδες για να τους πειθαναγκάσουν και να εισπράξουν τα χρήματα… εζήταγαν την ενίσχυση των πασάδων, πράγμα που φανερώνει τον δεσμό της τουρκικής και εκκλησιαστικής ολιγαρχίας» ενώ ο ανώνυμος συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» αγανακτεί με τους εκατό χιλιάδες «και ίσως περισσότερους μαυροφορεμένους» που «ζώσιν αργοί και τρέφονται από τους ιδρώτας των ταλαιπώρων και πτωχών Ελλήνων». Ο δε ξένος περιηγητής Μπερτόλδυ υπογραμμίζει:

«…ουδεμία απάτη, ουδείς λόγος, ουδεμία δεισιδαιμονία, ουδείς ερεθισμός υπάρχει άγνωστος εις αυτούς… βραδυκίνητοι, φίλαυτοι, δόλιοι, πραγματικές βδέλλες, εκμυζούν το αίμα του λαού».

Η ληστεία της Εκκλησίας κατά των υπόδουλων ραγιάδων υπήρξε άλλωστε και η αιτία για την δυναμική απάντηση των υπό τον Καπετάν Γιώργα Κοσμά κλεφτών του Μωριά, το έτος 1805, που ωστόσο προκάλεσε τον αναθεματισμό τους από τον Πατριάρχη και την εν συνεχεία εξόντωσή τους με την συνεργεία των ίδιων των αποβλακωμένων χριστιανών που έβαζαν τον αφορισμό επάνω και από τις οικογένειές τους και παρέδιδαν οι ίδιοι τους συγγενείς τους στους Τούρκους αν δεν ενώνονταν κιόλας μαζί τους στα αποσπάσματα εξόντωσης των κλεφτών. Όταν ο Γιώργας απήγαγε, εξευτέλισε και έκλεισε σε μία στέρνα τον εκ Γαργαλιάνων πρωτοσύγκελλο Ανδριανόπουλο που είχε βγει στην γύρα για να εισπράξει από τους ραγιάδες τα βαρύτατα «εκκλησιαστικά δικαιώματα», η Εκκλησία κατέφυγε στους Τούρκους και παράλληλα ξεσήκωσε τους Ρωμιούς κατά των «αφορισμένων» (από 12 δεσποτάδες μάλιστα !) επαναστατών. Ο Σταματόπουλος γράφει σχετικά μ’ αυτόν τον τόσο άδικο «χαλασμό της κλεφτουριάς του Μωριά» τον χειμώνα του 1806 που κόστισε την ζωή σε 3 έως 5 χιλιάδες ψυχωμένους Έλληνες άνδρες αλλά και τον θάνατο στους Αιμιαλούς (από τις σφαίρες των χριστιανών κατοίκων της Δημητσάνας έπειτα από προδοσία καλογέρων) του ίδιου του Καπετάν Γιώργα και του Γιάννη Κολοκοτρώνη (αδελφού του Θόδωρου Κολοκοτρώνη που στο παρά πέντε της σφαγής είχε κατορθώσει να διαφύγει με 4 συντρόφους του), των οποίων τα κομμένα κεφάλια περιέφεραν επί εβδομάδες οι δολοφόνοι τους στο Ζυγοβίτσι, την Δημητσάνα και την Τρίπολη:

«Οι δεσποτάδες και οι κοτζαμπάσηδες συμβούλεψαν τους Τούρκους να λάβει μέρος στην εκστρατεία και ο ίδιος ο λαός… Τούρκοι, Ρωμιοί, προεστοί και δεσποτάδες κι όλος ο ντουνιάς να βγούνε μαζί να κυνηγήσουνε τους κλέφτες…».

Υπό αυτά τα δεδομένα, γίνεται βεβαίως ευκόλως κατανοητό το γιατί οι ρασοφόροι εξαρχής στάθηκαν εχθρικοί απέναντι στην όποια προσπάθεια εθνικής απελευθέρωσης. Μη θέλοντας να διακινδυνεύσει αυτή η τρομακτική ασυδοσία τους, ιδίως υπό την απειλή των αντικληρικαλιστικών και γιακωβίνικων ιδεών που τότε κυριαρχούσαν στους επαναστατικούς κύκλους της Ευρώπης, οι πονηροί ρασοφόροι εκτός του ότι κατεδίωκαν συλλήβδην ως «άθεο» όποιον χρησιμοποιούσε απλώς την λέξη «Ελευθερία» (βλ. σχετική αναφορά στην «Ελληνική Νομαρχία»), συνιστούσαν στους αγράμματους πιστούς πάντα τυφλή πίστη στον Χριστό και υποταγή στον Σουλτάνο, συχνά μάλιστα με απίθανα θρασείς παραινέσεις όπως η παρακάτω που διασώζεται στην «Ελληνική Νομαρχία» (172):

«Ο Θεός αδελφοί, μας έδωσεν την τυραννίαν εξ αμαρτιών μας, και πρέπει, αδελφοί, να την υποφέρωμεν με καλήν καρδίαν και χωρίς γογγυσμόν και να ευχαριστηθώμεν εις ό,τι κάμνει ο Θεός» (…)

Αφού υπενθυμίσουμε το απίστευτο ανθελληνικό αίσχος των ρασοφόρων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως που ακόμη και εν έτει 1828, όταν πια δηλαδή η Επανάσταση είχε τελειώσει και η Ελλάδα είχε κανονικό κυβερνήτη, έστειλαν στον Πόρο 4 μητροπολίτες και τον Μεγάλο Πρωτοσύγκελλο των Πατριαρχείων για να συστήσουν με διάφορες απειλές… υποταγή στον Σουλτάνο (!), θα σταματήσουμε εδώ, τηρώντας την υπόσχεσή μας να παρουσιάσουμε ελάχιστα στοιχεία ικανά όμως να γκρεμίσουν συθέμελα τις ιστορικές απατεωνιές των εθνο-προδοτών που έχουν και από πάνω το θράσος να μας ζητούν… ευγνωμοσύνη γιατί τάχα μας… έσωσαν. «Από τι;» θα τους ρωτήσουμε εμείς. Αυτήν την καταραμένη την ερώτηση που οι εξωνημένοι και χαμερπείς «αρμόδιοι» δεν τολμούν αποδεδειγμένα πια να τους την κάνουν για να μπουν κάποτε τα πράγματα στην πραγματική θέση τους.

Εθνικό είναι μόνον ό,τι είναι αληθινό. Τίποτε άλλο. Και για δαύτους η αλήθεια είναι γενικότερα καταδικαστική, αν όχι κάτι χειρότερο. Δεν θα πάμε σε μεγάλα βάθη χρόνου για να θυμίσουμε τα κρεουργεία της Σκυθοπόλεως, τις απανθρακωθείσες βιβλιοθήκες μας, τους κατεστραμμένους μας Ναούς, τα βεβηλωθέντα αγάλματά μας και τους σφαγμένους ή καμένους φιλοσόφους, ιερείς και αξιωματούχους μας. Θα μείνουμε εκουσίως και γαληνίως στην χρονική ζώνη που εδώ εξετάσαμε και θα αρκεσθούμε στην μαρτυρία του περιηγητή Gell που τονίζει ότι οι υπόδουλοι Έλληνες αναμεταξύ των έλεγαν ότι οι ρασοφόροι αποτελούσαν την πρώτη πληγή, οι κοτζαμπάσηδες την δεύτερη και οι Τούρκοι την τελευταία (!). Καλό θα ήταν λοιπόν, όσο γίνεται νωρίτερα μάλιστα, να βγουν επισήμως και να ζητήσουν ταπεινά, όπως άλλωστε διδάσκουν για τους… άλλους, συγχώρεση από το Ελληνικό Έθνος για τα μακροχρόνια και αμέτρητα εγκλήματά τους εναντίον του, αποδεικνύοντάς το φυσικά και εμπράκτως, παύοντας δηλαδή εφεξής κάθε επίθεση κατά του Εθνισμού μας. Γιατί οι καιροί είναι εξαιρετικά αμείλικτοι πλέον για τα κάθε είδους ψέματα και αύριο - μεθαύριο, καθώς τίποτε δεν τους εγγυάται ότι εσαεί σε τούτον τον τόπο θα μπορούν να έχουν στην διάθεσή τους εξωνημένους και τιποτένιους Ρωμιούς να τους γλύφουν, να τους υπηρετούν και πολλαπλώς να τους χαϊδεύουν, κάποιες επόμενες γενεές Νεοελλήνων που δεν θα μαστίζονται από άγνοια και ασυνειδησία, σίγουρα θα τους πάρουν με τις πέτρες.

Ιωάννης Κανναβός, υπουργός: Από την Άνω Χώρα στην Περιθιώτισσα


Όπως αναφέραμε ο Ιωάννης Κανναβός, βουλευτής και Υπουργός δεν άφησε απογόνους καθ' όσον η καλή του γυναίκα είχε πολλές αποβολές και στην εποχή εκείνη η ιατρική δεν μπορούσε να βοηθήσει.
Πούλησε και το τριόφορο αρχοντικό των Κανναβαίων και κάπου εδώ τελείωσε η ιστορία μας στην Άνω Χώρα Ναυπακτίας μετά από τόσες περιπέτειες και κυνηγητά από εχθρούς και ζηλότυπους <<φίλους>>.

Όμως ο Θανασάκης όπως αναφέραμε, φοβούμενος την σύλληψη από τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων και όχι μόνον, αλλά και από τα μπαξίσια που υπόσχονταν οι αρβανίτες για την παράδοσή του στο Τουρκαλβανό ταγματάρχη Αχμέτ Πρέβιστα και στον αντικαταστάστη του Αβδούλ καθώς και του Σωτηρόπουλου, κατέφυγε σε κρυψώνα, σε ηλικία περίπου είκοσι χρονών.
Τη μοναδική αυτή κρυψώνα στη θέση <<Περιθιώτισσα>> την γνώριζαν οι Κραβαρίτες ζωοκλέπτες που γύριζαν όλες τις τρύπες και προτίμησαν εκεί να κρύψουν τον προστατευόμενό τους Θ α ν α σ ά κ η, τον καταδιωκόμενο περί το φθινόπωρο του 1820.

Και δεν έπεσαν έξω οι καλοί εκείνοι Κραβαρίτες, φίλοι των Κανναβαίων γιατί δεν υπήρχε πιό ιδανική και ασφαλή κρυψώνα σε απρόσιτη θέση, μέσα σε παρθένα και πανύψηλα δάση δρυός και πουρναριών και αριών.
Μέ άγρια και κατάφυτη οργιώδη βλάστηση στην οποία δεν μπορούσε κανείς να υποψιασθεί για ύπαρξη ζωής.
Εκεί λοιπόν είχαν τις ταράτσες τους και τα μανδρυά τους έξη τσοπάνηδες και ζούσαν ήσυχα μακρυά από χωριό και κόσμο, ελεύθεροι και απηλλαγμένοι από κάθε ανεπιθύμητη επίσκεψη. Ζούσαν με ότι παρήγαγαν, τα λίγα γιδοπρόβατά τους, το γάλα τους, το τυράκι τους, το μαλί για τα ρουχαλάκια τους τα μάλλινα, του αργαλειού, με τις χονδρές κάπες τους που τις είχαν για παλτό και πάπλωμα. Είχαν και τα κηπάκια τους με τα γόνιμα χωραφάκια τους.
Τα ονόματα αυτών των βοσκών δεν τα θυμόμαστε καλά, που να τα σημειώσει κανείς τότε που τα μαθαίναμε από τους παππούδες, γράφει ο κ. Κώστας ο Δασονόμος, αλλά συγκράτησε τα ονόματα του Στάθη, του Γεωργούλα, του Καραγκούνη και του Χουλιάρα που αργότερα έγιναν επώνυμα ως Σταθόπουλοι, Γεωργόπουλοι, Τριανταφύλλου (του Καραγκούνη) και Γεωργίου.
Δεν γνωρίζουμε αν οι άλλοι Κανναβαίοι της Άνω Χώρας ήξεραν τίποτα για την κρυψώνα του Θανασάκη, δεν έχουμε καμμιά πληροφορία.
Το σίγουρο είναι ότι ήξεραν το μυστικό μόνο 2-3 Κραβαρίτες κτηνοτρόφοι και ο πατέρας της Μαρίας συζύγου του Θανάση Γερο-Στεργίου, από τη Κάτω Χώρα Ναυπακτίας.
Μαθεύτηκε το μυστικό μόνο μετά το 1830 που απελευθερώθηκε η Ρούμελη, όταν οι συγγενείς του Στεργίου πήγαιναν συχνά σε επίσκεψη στη Περιθιώτισσα.

Στο μεταξύ ο Θανασάκης προσαρμόσθηκε στη νέα του ζωή σε μιά μεγάλη ταράτσα που αποτελείτο από τρία διαμερίσματα, ένα για τα ζώα, ένα για την αποθήκη και ένα για υπνοδωμάτιο και τραπεζαρία. Μαζί με τη Μαρία, τη γυναίκα του δούλεψαν σκληρά και ξεχέρσωσαν εκτάσεις για κήπους, αμπέλια, στανοτόπια και δημιούργησαν πολλά περισσότερα από συγχωριανούς τους, που σιγά σιγά κατέφθαναν και από άλλα χωριά.
Η Περιθιώτισσα το 1951 είχε 397 κατοίκους, το 1907 είχε 248, αλλά από το 1961 που υπήρχαν 141 ψυχές, τώρα φθάσαμε στις 51.
Το πρώτο τους παιδί το ονόμασαν Δημήτριο προς τιμή και μνήμη του Αγίου Δημητρίου, τον οποίον όλοι οι Κανναβαίοι της Λομποτινάς (Άνω Χώρας) θεωρούσαν προστάτη τους και στον οποίο αφιέρωσαν το Μοναστήρι που κτίσθηκε από τον Αντώνη Κανναβό.
Αλλά και η κεντρική εκκλησία της Περιθιώτισσας είναι αφιερωμένη στον Αγιο Δημήτριο.
Συνολικά απέκτησαν επτά αγόρια και ένα κορίτσι, την Ελένη στη μνήμη της μητέρας του Θανάση που κατακομματιάσθηκε από τα γιαταγάνια των τουρκαλβανών, όπως αναφέραμε στο άνανδρο εκείνο ξεκλήρισμα.
Το άτυχο αρχοντόπουλο πέθανε ένα χρόνο μετά τη Μαρία του, το 1867.

Οι λοιποί απόγονοι Κανναβαίοι ευρίσκονται καταγεγραμμένοι στη χειρόγραφη κατάσταση του πονήματος του κ. Κώστα του Δασονόμου και κάποιος ελπίζω θα συνεχίσει το έργο του για τη μελλοντική μας γενεά.

Δράση των Καναβαίων κατά το 1821



ΔΡΑΣΗ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΚΑΝΝΑΒΑΙΩΝ

Α) ΓΕΩΡΓΙΟΥ-ΛΟΓΟΘΕΤΗ

Στο σύγγραμμα του ιστορικού Ι.Κοτίνη (1905 σελ. 107) αναφέρεται ο Γεώργιος ότι υπήρξε από τους διασημότερους άνδρες της Στερεάς Ελλάδος και ο πυρήνας της εκραγείσης το Μάϊο του 1821 επαναστάσεως την περιοχή Ναυπακτίας.
Ο Γεώργιος Κανναβός από την Λομποτινά, Φιλικός από το 1820, εξελέγη βουλευτής Κραβάρων και Βενέτικου, δηλαδή ολόκληρης της Επαρχίας Ναυπακτίας και ως πολιτικός έλαβε μέρος στις Εθνικές συνελεύσεις Άστρους και Επιδαύρου. Προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στο Έθνος και στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, στο οποίο μετέβηκε ως Κυβερνητικός αντιπρόσωπος μαζί με τους βουλευτές Θέμελη και Παπαρρηγόπουλο και ως Γενικός Φροντιστής στο οποίο παρέμεινε επί επτάμηνο.
Κατά την έξοδο του Μεσολογγίου είχε στρατολογήσει 2.000 άνδρες από την ορεινή Ναυπακτία και διέθεσε τη τεράστια περιουσία του στον αγώνα. Τους έθεσε υπό τις διαταγές του Γ. Καραϊσκάκη ο οποίος ήταν άρρωστος στο Πλάτανο Ναυπακτίας και τους παρέδωσε στον Κώστα Μπότσαρη και έσπευσαν σε ενίσχυση των Μεσολογγιτών. Βοήθησαν τους εξερχομένους Έλληνες από τους καταδιώκοντας Αλβανούς στον Άγιο Συμεών. Κατόπιν Κυβερνητικής εντολής οι άνδρες του Γεωργίου μετέβησαν στο Αίγιο για να ετοιμασθούν σε νέα εκστρατεία, αλλά εκεί αρρώστησε βαρειά και τον μετέφεραν στο Μέγα Σπήλαιο όπου και απεβίωσε το 1826.

Β) ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΚΑΝΝΑΒΟΣ

Μόλις κηρύχθηκε η επανάσταση οι οικογένειες του Γεωργίου και του Αναγνώστη Κανναβού μεταφέρθηκαν για ασφάλεια στην Αίγινα μέχρι την απελευθέρωση της Ναυπακτίας το 1829. (Έξι ανύπανδρες θυγατέρες και τον μικρό Νικόλαο)
Ηταν ο μικρός γιός του Κοτζαμπάση Αναγνώστη και πήρε το όνομα του πατέρα του, όπως συνηθίζετο. Ηταν δίκαιος, ανιδιοτελής, αυθόρμητος και αυταρχικός. Προ του 1818 είχε δημιουργήσει και αυτός μαζί με τον Κωνσταντίνο δική του ένοπλο ομάδα κλεφταρματωλών στα Δωρικά βουνά. Ήταν του ιδίου χαρακτήρα με τον πρώτο του ξάδελφο Κωνσταντίνο γιού του Κανναβογάννη που δολοφονήθηκε στο Σέλλο.

Νυμφεύθηκε την Ελένη Δεσποταίου-Λογοθέτη (Δεσποτάδες Λιδωρικίου) πολύ καλή και θρησκευόμενη γυναίκα, από την οποία απέκτησε τρεις κόρες και το Νίκο. Ο Αλή πασάς κυνήγησε πολύ την οικογένειά της, αλλά διασώθηκε διότι ο Δεσπότης Ναυπάκτου εξεπατρίσθη στη Κων/πολη, κοντά στον Πατριάρχη.
Φλογερός πατριώτης ο Αναγνώστης, μετέφερε την οικογένειά του όπως αναφέραμε στην Αίγινα και γεμάτος μένος κατά των Τούρκων για την άνανδρη δολοφονία του ξαδέλφου του και πρώτου καπετάνιου Κων/νου, ετέθη το Μάϊο του 1821 επί κεφαλής ομάδος περίπου 200 ενόπλων Κραβαριτών, που τους μισθοτροφοδοτούσε, γιατί το κράτος τότε ήταν ανύπαρκτο και οι πολεμιστές φτωχοί οικογενειάρχες.

Στή Φιλική Εταιρεία κατηχήθη από τον Κωνσταντίνο το 1819 και πολέμησε τόσο στά Κράβαρα (μάχες Παπαδιάς, Μυρμηγκιάρια), όσο και στίς δύο πολιορκίες του Μεσολογγίου όπου στίς 10-4-1826 έσωσε πολλά γυναικόπαιδα, στο σημερινό Καταφύγι, από όπου πήρε το όνομά του το χωριό που πριν ελέγετο Αμώρανη.
Τιμήθηκε με το βαθμό του Χιλιάρχου στο Μεσολλόγγι και αργότερα του Στρατηγού. (αποφ. 9547 19-7-1825).

Ο Αναγνώστης δούλεψε, κοπίασε, βασανίστηκε, κινδύνεψε από μερικούς άρπαγες που βρήκαν την ευκαιρία από την απουσία του στίς μάχες, να πάρουν τα τσιφλίκια του.
Κατάφερε και δεν άργησε να συνέλθει οικονομικά και οι Κανναβαίοι έγιναν ξανά οι ξακουστοί άρχοντες από τα παλιά. Όμως τελικά δεν απέκτησαν ούτε το 1/5 της προεπαναστατικής των περιουσίας.
Τιμήθηκαν από όλη την επαρχία της Ναυπακτίας, μέχρι το 1974 υπήρχε και οδός με το όνομά του Γ. στη Ναύπακτο. Ο Α. πέθανε περί το 1842-3.

Ο Γιώργος και ο Αναγνώστης συγχώρεσαν τον Παν. Σωτηρόπουλο (εν αντιθέσει με τον Αντώνη Κανναβό) που αντί να τον συντρίψουν για το ξεκλήρισμα των Κανναβογιανναίων, συμπολέμησαν μαζί του και τον συνέστησαν στη Στρατιωτική Διοίκηση ως εξαίρετο <<Λαγουμιτζή>> σπάνια ειδικότητα τότε, ο οποίος βοήθησε πολύ στο Μεσολόγγι, στην Ακρόπολη των Αθηνών και στην Αττική γενικά και όλα αυτά πρός όφελος της πατρίδας και για μας αυτό ήταν το καλύτερο μνημόσυνο των αδικοχαμένων προγόνων.


Γ) ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΝΝΑΒΟΣ

Το 1919 ο Αντώνης έγινε κοτζαμπάσης Κραβάρων και Αρχιπρόκριτος μέχρι το Μάϊο του 1821, οπότε οι 40 αρβανίτες του που είχε προσλάβει ως σωματοφύλακες, τον εγκατέλειψαν, αφού προσπάθησαν και να τον ξεκάνουν.
Τότε παρέλαβε περίπου 90 ενόπλους Κραβαρίτες και ξανάπιασε τα γνώριμα βουνά του και πολέμησε σε πολλές μάχες με μεγάλο ηρωϊσμό και ανδρεία, αναδειχθείς αντάξιος διάδοχος του Κωνσταντίνου και του Αναγνώστη, με τη διαφορά ότι δεν βγήκε από την Αποδοτία του και τα πέριξ, όπως και πολλοί από τους μικροκαπεταναίους οπλαργηγούς τότε.
Γιατί είχε προσλάβει αρβανίτες, δεν γνωρίζουμε. Άλλοι λένε ότι του το υπέβαλε ο Διοικητής του αρβανίτικου τάγματος που ήδρευε στη Λομποτινά και άλλοι ότι φοβόταν τους φιλελεύθερους Κραβαρίτες μη του πάρουν με το ζόρι τα χωράφια του. Πάντως για τον Αντώνη οι επιζήσαντες γέροντες αρχάς 20ου αιώνα, δεν εξεφράζοντο με ενθουσιασμό.
Ήτανε λέγανε έξυπνος, αλλά σφικτός, τσιγκούνης, φιλύποπτος και εκδικητικός μέχρι εξοντώσεως. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν μιλούσε στ' αδέλφια του που δεν σκότωσαν τον Παν. Σωτηρόπουλο, για να εκδικηθούν το ξεκλήρισμα της οικογένεις του Κανναβογιάννη, αλλά συμπολέμησαν μαζί του.
Ως συγγενής εθυσιάζετο και τους αγαπούσε, παρόλα αυτά επί των ημερών του έλαβαν χώρα τα πιο συνταρακτικά γεγονότα της ιστορίας μας εις βάρος των Κανναβαίων.

Λέγεται ότι χάριν της επιμονής του ο στρατηγός Τζαβέλλας δέχθηκε και με καυτό σίδερο στιγμάτισε στο μέτωπο τους συλληφθέντες αρβανίτες μαζί με τον στρατηγό αρχηγό τους Αχμέτ Πράβιστα για εκδίκηση των βασανιστηρίων που έκαναν στους Έλληνες αυτοί.
Κατά την μεγάλη μάχη της Λομποτινάς τον Οκτώβριο του 1828 που οι Έλληνες πήραν φαλάγγι 1.200 τουρκαλβανούς, από του οποίους διεσώθησαν μόνο 200 στη Ναύπακτο υπό τον Καφτά Αγά, τραυματίσθηκε στη Ρέρεσι, στο Μόρνο και μετά από μήνα απεβίωσε.
Με το θάνατο του Αντώνη και την απελευθέρωση της Ελλάδος, ήρθε στη Λομποτινά η θυγατέρα του Τασούλα, παρέλαβε το σπίτι της και τα τσιφλίκια της γιατί ο άνδρας της σκοτώθηκε στην επανάσταση. Ήτανε πολύ αγαπητή και έδωσε μεγάλο μέρος της περιουσίας της στους φτωχούς Λιμνιστιάνους. Όταν γέρασε οι συγχωριανοί είχανε καμάρι και τιμή τους να της πάνε τα μικρά δώρα τους.


Δ) ΝΙΚΟΣ ΚΑΝΝΑΒΟΣ


Ο μόνος λοιπόν άνδρας γόνος των Κανναβαίων της Λομποτινάς που επέζησε και ξανάρθε, ήταν ο γιός του Αναγνώστη Κανναβού, ο Νίκος που μάλλον είναι το μωρό που εκτοξεύθηκε και σώθηκε στα χιόνια κατά την ανατίναξη του σπιτιού των Κανναβαίων το 1815-16. Ο Αναγνώστης πάντρεψε τα εξι ανύπαντρα κορίτσια, περιμάζεψε την Κανναβαίϊκη περιουσία και έτσι ο Νίκος δεν είχε προβλήματα οικονομικά.

Ο Νίκος ήταν εξυπνότατος, ως ο πατέρας του ακέραιος χαρακτήρας, άκαμπτος, ειλικρινής και πεισματάρης.
Μπήκε γρήγορα στην πολιτική, κέρδιζε πάντα τις δημοτικές εκλογές, (Δήμαρχος Αποδοτίας), αλλά στη βουλή μπήκε λίγες φορές (3-4) γιατί επολιτεύετο με το αντιβασιλικό κόμμα και αυτό του κόστισε σε όλη τη σταδιοδρομία του. Οι Ναυπάκτιοι τον προέτρεπαν να βάλει με το Βασιλικό κόμμα, για να έχουν κανένα ρουσφέτι, αλλά αυτός ήταν συνεπής στις ιδέες του και μάλιστα όταν πέρασε ο Όθωνας από τη Ναύπακτο, πήρε τους ομοϊδεάτες του και δεν τον υποδέχθηκαν, θύμωσε ο Όθωνας και καταλαβαίνουμε τις συνέπειες. Έτσι στις βουλευτικές έβγαινε ο Βασιλικός υποψήφιος Α. Κοκκοτάκης.

Πολιτεύθηκε από το 1835 μέχρι το 1895 οπότε ανέλαβε βουλευτής ο γιός του Ιωάννης και πέθανε στη Ναύπακτο το 1902 σε βαθειά γεράματα αφού απεκατέστησε άριστα τις τρείς θυγατέρες του και ευχαριστημένος με τον αντάξιο γιό του που αντιθέτως εκείνος εξελέγετο συνεχώς βουλευτής. Μόνο του παράπονο που δεν απέκτησε εγγονό από τον γιό του.

Αντίποινα για ξεκλήρισμα των Καναβαίων;


ΑΥΤΟΣΥΓΚΡΑΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΤΙΠΟΙΝΑ ΑΠΟ ΗΓΟΥΜ. ΔΑΜΙΑΝΟ.

Η κουμπουριά που άστραψε εναντίον του Κωνσταντίνου ο Δερβέναγας μέσα στη νύκτα, ακούσθηκε σε μεγάλη απόσταση και σύμφωνα με το ύπουλο σχέδιο, αμέσως κυκλώθηκαν και συνελήφθηκαν όλοι οι τσοπάνηδες των Κανναβαίων. Κατασχέθηκε όλη η περιουσία τους στο Σέλλο στο Κελί και όπου αλλού είχαν και δόθηκε εντολή να πάνε τα 3.000 περίπου γιδοπρόβατα με τα 80 περίπου βόδια και αλογομούλαρα, και 2.000 γιδοπρόβατα των κολίγων-τσοπάνηδων, μαζί με το δεμένο Θοδωράκη, στα Γιάννενα, στον Αλή πασά.

Εδώ να αναφέρουμε το παράπονο του Γεωργίου Κανναβού για την αδράνεια του καπετάν Σαφάκα που βρισκόταν στις ράχες της Λομποτινάς με το ασκέρι του και δεν επιτέθηκαν στους αρβανιτάδες για να γλυτώσουν και το Θεοδωράκη και τα γιδοπρόβατα που συνόδευαν, όπως γράφει σε επιστολή του.

Ο Διοικητής του τάγματος των Τουρκαλβανών στα Κράβαρα, ο άτιμος Αχμέτ Πρέβιστας, στο γραφείο του που καταστρώθηκε το αισχρό σχέδιο, κάλεσε για δήθεν σύσκεψη τους άλλους Κανναβαίους Αντώνη, Γιώργο και Αναγνώστη. Τους κλείδωσε και εκείνοι επειδή δεν γνώριζαν την πραγματική αιτία, νόμισαν ότι προδόθηκαν επειδή ήταν μέλη στη Φιλική Εταιρεία. Αλλά το σχέδιο ήταν άλλο. Να συλληφθούν και να απομονωθούν προς αποφυγή ταραχών και αντιδράσεων όταν θα μάθαιναν όλοι τη άδικη και άνανδρη δολοφονία του Κωνσταντίνου και τα λοιπά συμβάντα.

Το πρωϊ ακούσθηκαν οι πένθιμες καμπάνες και γρήγορα όλοι ενημερώθηκαν για τα γεγονότα. Ο Αναγνώστης ήταν ασυγκράτητος, έβριζε και απειλούσε μέχρι και τον Αχμέτ, ο οποίος τον διαβεβαίωνε ότι ήταν εντολή του Αλή πασά και ο ίδιος δεν ήξερε τίποτα, ενώ ο Γιώργος και ο Αντώνης προσπάθησαν να τον καθυσηχάσουν φοβούμενοι μήπως είχαν τη τύχη του Κωνσταντίνου. Στο μεταξύ όλοι οι φίλοι και αδελφοποιτοί των Κανναβαίων κινητοποιήθηκαν για να αντιδράσουν.

Τότε κατέφθασε ο αρχιφιλικός ηγούμενος Δαμιανός και τους συνέστησε αυτοσυγκράτηση γιατί δεν συνέφερε τώρα να αντιδράσουν, ενώ τους διαβεβαίωσε ότι σε 2-3 μήνες θα άρχιζε η γενική επανάσταση.
Η κηδεία έγινε στην Ανω Χώρα με πολλά μοιρολόγια που διασώθηκαν στην ιστορία και τα δημοσιεύουμε. Παρευρέθηκαν μάλιστα πολύς κόσμος από όλα τα χωριά της ορεινής Ναυπακτίας, εκτός από τον Θανασάκη που βέβαια κατεζητείτο από τον Αλή πασά, και το αντηλήφθηκε ώστε να εξαφανισθεί.
Αποχώρησαν όλοι με πίκρα και αναμένοντας το ξέσπασμα της επανάστασης.
Το δρομολόγιο που ακολούθησαν οι αρβανίτες με τα γιδοπρόβατα και τον Θοδωράκη ήταν: "Σέλλο - Παπαδιά - Ελευθέριανη - Χώμορη - Πλάτανος - Κεφαλόβρυσο - Άρτα - Γιάννενα"

Ένας αδελφοποιτός, ο Θανάσης Σκούφος-Καραγιάννης, παραφύλαγε στη διαδρομή και προσπάθησε να σκοτώσει τον Θοδωράκη από αγάπη για να αποφύγει το οδυνηρό κρέμασμα, αλλά απέτυχε και οι αρβανίτες τόν σκότωσαν. Τότε έπεσε πάνω στο νεκρό Θανάση ο Θοδωράκης που τον υπεραγαπούσε και έκλαψε σαν μωρό παιδί, αποκαλώντας τον αδελφούλη μου Θανάση. Όμως αυτή η παλλικαριά του Σκούφου γλύτωσε από πολλούς μπελάδες τους Κανναβαίους, γιατί με το μεγάλο μοιρολόϊ, παραπλανήθηκαν και πείσθηκαν οι αρβανίτες ότι σκότωσαν τον αδελφό του που κατα σύμπτωση ήταν Θανάσης, όχι όμως ο κατά σάρκα, αλλά ο αδελφοποιτός ήρωας και έτσι σταμάτησαν να τον καταζητούν.


ΚΡΕΜΑΣΜΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ - ΔΙΑΣΩΣΗ ΘΑΝΑΣΑΚΗ

Έφθασαν όλοι στα Γιάννενα και παρέδωσαν την περιουσία των Κανναβαίων στον πασά. Εκείνος έδωσε τη πλούσια αμοιβή του και διέταξε να κρεμάσουν τον Θοδωράκη. Δυστυχώς τόν κρέμασαν με πολλή οδυνηρό τρόπο, οι μόνιμοι δήμιοι του πασά, οι γύφτοι.

Δεν γινόταν το κρέμασμα τότε με θηλειά στο λαιμό που επέρχεται σύντομος θάνατος, αλλά τον κρέμασαν στο πλάτανο με τσιγκέλια κάτω από την μασχάλη και έτσι αργοπέθανε με φοβερούς πόνους μέχρι τη δεύτερη μέρα. Σημειωτέον ότι ο Θοδωράκης ήταν ψηλό γεροδεμένο παλικάρι και αποκαλείτο "θεριό", επειδή κάποτε διέσωσε ένα τσοπάνη από τα κέρατα ενός μαινόμενου ταύρου και του έστριψε το κεφάλι.
Έτσι πέθαναν ηρωϊκά όλοι οι απόγονοι της οικογένειας Κανναβογιάννη, προσφορά στη προπαρασκευή της επανάστασης του 1821. Έπεσαν χωρίς να συμβιβασθούν με τον δυνάστη κατακτητή.
Το φοβερό μαντάτο του Θοδωράκη, έφεραν στην Άνω Χώρα καμμιά δεκαπενταριά τσοπάνηδες που μετέφεραν τα γιδοπρόβατα στα Γιάννενα και ήρθαν καταφοβισμένοι και σωστά ράκη.

Ο Θανασάκης λοιπόν, καταζητείτο από τους αρβανίτες του Αλή πασά σε κάθε τόπο ακόμα και σε βουνά και λαγγάδια. Όλοι έλεγαν δεν τον είδαμε, δεν ξέρουμε και μετά το συμβάν που αναφέραμε με τον αδελφοποιτό Θανάση Σκούφο-Καραγιάννη, χαλάρωσαν οι έρευνες.

Που ήταν ο Θανασάκης τη νύχτα του φονικού, που κρυβόταν; Αυτή η ερώτηση είναι αναπάντητη μέχρι σήμερα. Πάντως ούτε στη κηδεία των γονέων του πήγε, για το φόβο μήπως συλληφθεί. Ούτε και μετά το θάνατο του Αλή πασά δεν μίλησε σε κανένα. Οι λίγοι που ήξεραν πήραν το μυστικό του μέχρι το μνήμα. Μάλλον κάπου θα τον έστειλε ο πατέρας του ή σε κτηνοτρόφους ή σε τίποτε κλεφταρματωλούς. Τίποτα δεν είναι σίγουρο. Σημασία έχει πως χάρη στη διάσωσή του υπάρχει συνέχεια στο Κανναβαίϊκο σήμερα, από την πλευρά της οικογένειας Κανναβογιάννη.

Η κόρη του Κανναβογιάννη και αδελφή του Κων/νου, η Λάμπρω, που ήταν όμορφη και την ήθελε ο πασάς, αλλά δεν μπόρεσε να την αρπάξει, διασώθηκε, επειδή λόγω της βροχής παρέμεινε στην Ανω Χώρα στα σπίτια των εκεί Κανναβαίων. Παντρεύθηκε μάλιστα τόν προεστό του χωριού "Σίμου" Κώστα Ξύδη όπως μας το αναφέρει ο Καρκαβίτσας σε βιβλίο του. (Άπαντα εκδ.1973 Χρ. Γιοβάνη σελ.346).
Με το Θανασάκη και τους απογόνους του, θα ασχοληθούμε πιό κάτω, τώρα θα δούμε τη δράση των άλλων Κανναβαίων.

To ξεκλήρισμα των Καναβαίων στη Ναυπακτία [1820]


ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ "ΚΑΛΟΓΕΡΩΝ" - ΘΑΝΑΤΟΣ ΙΩΑΝΝΗ


Αυτοί οι καλόγεροι ήταν τελικά κατάσκοποι, για να ενημερώσουν τον πασά με ποιούς είχαν δοσοληψίες οι Κανναβαίοι, αφού κάποιος που τον χαστούκισε ο Κολοκοτρώνης, "κάρφωσε" στον καχύποπτο πασά όσους νόμιζε ότι θα ήταν στην οργάνωση, μεταξύ των οποίων και τους Κανναβαίους, αλλά δυστυχώς επίσης και κάποιοι κακοί συμπατριώτες τους απο αντιζηλία στούς άρχοντες Κοτζαμπάσηδες, και έβαζαν λόγια στον Αλή πασά.

Το χειμώνα του 1819 ο άρχοντας Κανναβογιάννης πέθανε.
Ο γιός του Κωνσταντίνος διέταξε τους ψευτοκαλόγερους να φύγουν πριν την Άνοιξη. Οι "καλόγεροι" διέδιδαν στους κατοίκους ότι δεν ήθελαν οι Κανναβαίοι να κτίσουν Μοναστήρι και τους δυσφημούσαν, αλλά και συγχρόνως έδιναν αναφορές στόν πασά, μέσω του Αρβανίτη στρατιωτικού Διοικητή, για τις κινήσεις τους και τις συναναστροφές τους με τους κλεφταρματωλούς και ό,τι άλλο υποψιάζονταν.
Μάλιστα ο ψευτοηγούμενος πήγε και προσωπικά στα Γιάννενα να δεί τον πασά και να τον ενημερώσει.
Τότε λοιπόν ο Αλή πασάς πείσθηκε για την ενοχή των και έδωσε εντολή να συλλάβουν τους Κανναβαίους και να τους φέρουν ζωντανούς εκεί, μαζί με όλα τα γιδοπρόβατά τους, που βέβαια τα ήθελε γιατί τα χρειαζόταν, λόγω της μεγάλης ανάγκης τροφίμων, ειδικά τώρα που κινδύνευε από τον Σουλτάνο.

ΚΑΤΑΣΤΡΩΣΗ ΣΧΕΔΙΟΥ ΕΞΟΝΤΩΣΗΣ


Σε λίγες μέρες έστειλε τον Δερβέναγα με 15 Αρβανίτες στην Ανω Χώρα όπου καταστρώθηκε σχέδιο εξόντωσης στο γραφείο του Αχμέτ Πρέβιστα, που το μαρτύρησε αργότερα ο ίδιος στον Αντώνη Κανναβό, όταν τον ανέκρινε αιχμάλωτο στην μάχη της Βαρνάκοβας το 1828.
Το απάνθρωπο σχέδιο τιθεται σε εφαρμογή.

Ήταν κάποιο απόγευμα του καλοκαιριού εκείνου το 1820 γύρω στον μήνα Ιούνιο και η οικογένεια του Κωνσταντίνου με την γυναίκα του Ελένη, τον γιό του Θανάση και τον αδελφό του Θοδωράκη, καθόντουσαν στο καινούργιο τους σπίτι, στό Σέλλο, μαζί με δύο τσοπάνηδες που τους υπηρετούσαν. Η αδελφή του έλειπε στο Κανναβαίϊκο σπίτι της Άνω Χώρας. Ο Θανάσης ήταν τότε περίπου 20 χρονών και ο Θοδωράκης γύρω στά 30 με 35.
Τότε λοιπόν, άρχισε να βρέχει πάρα πολύ και ήταν σωστή νεροποντή, που κράτησε πολύ ώρα.

 

ΤΟ ΑΝΑΝΔΡΟ ΚΑΙ ΥΠΟΥΛΟ ΞΕΚΛΗΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓ. ΚΩΝ/ΝΟΥ

Ξαφνικά ακούσθηκαν γαυγίσματα των σκυλιών τους, φωνές και βογγητά. Πενήντα μέτρα μακρυά από το σπίτι τους στο Σέλλο, στο δρόμο Κεντρικής Αναβρυτής, είδαν ξαπλωμένο κάτω, έναν άγνωστο Δερβέναγα να φωνάζει και από πάνω του 15 άγνωστοι πάλι αρβανίτες στρατιώτες να του προσφέρουν βοήθεια.
Ο Κωνσταντίνος με τον Θεοδωράκη και με τους δύο τσοπάνηδες έτρεξαν να βοηθήσουν, τον δήθεν τραυματισμένο στο πόδι Δερβέναγα. Οδηγός αυτού του τάγματος ήταν ο Τσαούς Ομέρ φίλος των Κανναβαίων, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι τυχαία περνούσε το απόσπασμα από εκεί (ξεγελασμένος από τον στρατιωτικό Διοικητή, Πρέβιστα γι' αυτό και αργότερα τρελλάθηκε) για να κατευθυνθεί μέσω Αναβρυτής-Καταφυγίου στη Ναύπακτο.

Φιλότιμοι οι Κανναβαίοι και επειδή στο Σέλλο δεν υπήρχε κοντά άλλο σπίτι, προσφέρθηκαν να τους φιλοξενήσουν μέχρι να ξημερώσει. Οι στρατιώτες μετέφεραν σηκωτό τόν Δερβέναγα στο σπίτι και ο Θοδωράκης έτρεξε να σφάξει αρνιά και κατσικάκια, να τα ψήσει για να φάνε οι ξένοι. Ο Κωνσταντίνος πήγε και έφτιαξε μιά αλοιφή και την έβαλε στο πόδι του δήθεν τραυματία. Μετά τον πήγε στο σαλόνι να ξαπλώσει και εκεί ο Δερβέναγας άπλωσε τα πολεμικά του σύνεργα με απόλυτο εμπιστοσύνη. Οι τσοπάνηδες, εκτός των δύο υπηρετών, λόγω της νεροποντής κάθησαν στις ταράτσες τους και δεν ήταν στο σπίτι των αφεντάδων τους, πράγμα που θα προβλημάτιζε τους αρβανίτες. Η κυρά Ελένη, σύζυγος του Κωνσταντίνου, ετοίμασε τα πιάτα με τα κρέατα και τα τυριά και άρχισαν όλοι να τρώνε.

Μόλις τελείωσαν το φαγητό, ο Δερβέναγας είπε πως αισθανόταν καλύτερα και θα πρόσφερε ένα εξαίρετο Αγρινιώτικο καπνό.
Βάζει λοιπόν το χέρι του στην καπνοσακκούλα για να προσφέρει τον καπνό και αστραπιαία βγάζει την δίκανη κουμπούρα του την οποία αδειάζει στο κεφάλι του ανύποπτου Κωνσταντίνου. Οι άλλοι αρβανίτες έπεσαν αμέσως πάνω στο Θοδωράκη και στους δύο υπηρέτες και τους ακινητοποίησαν. Η κυρά Ελένη αντέδρασε αμέσως σκοτώνοντας έναν αρβανίτη και γι' αυτό την κομμάτιασαν.

Με αυτό τον ύπουλο και άνανδρο τρόπο, ξεκλήρισαν την οικογένεια του καλοκάγαθου και πατριώτη Κανναβογιάννη, αλλά ατύχησαν να σκοτώσουν και τον νεαρό Θανάση που έλειπε για άγνωστο λόγο απο το σπίτι και επειδή τον καταζητούσε παντού ο Αλή πασάς, δεν πήγε ούτε στην κηδεία των γονέων του, όταν έμαθε τα σχετικά.

Κωνσταντίνος Κανναβός: Μύηση στην Φιλική Εταιρεία



ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΝΤΥΜΕΝΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ


Πρώτος από όλη τη Ναυπακτία και τα χωριά στα Κράβαρα, μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία ο Κωνσταντίνος Κανναβός μαζί με τους: Γ. Παπαβιέρο, Π. Δεσποταίο, Γιάννη και Κίτσο Ποντήρη. Τους μύησε το 1818 ο ευνοούμενος του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου Ε΄, ηγούμενος της Μονής Αγίου Δημητρίου, Δαμιανός.

Κατόπιν ο Κωνσταντίνος μύησε και τον πατέρα του Κανναβογιάννη στη Φιλική Εταιρεία, ο οποίος ως φανατικός πατριώτης και παρά την ηλικία του, έτρεχε και κατηχούσε πολλούς εμπίστους φίλους του στα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας.
Στη συνέχεια μυήθηκαν και οι υπόλοιποι Κανναβαίοι και αγωνίσθηκαν και πέθαναν για την απελευθέρωση της πατρίδας τους, όπως παρακάτω αναλυτικά για τον καθένα θα γράψουμε. Αυτές οι περιοδίες του Κανναβογιάννη έβαλαν σε υποψίες τους Τουρκαλβανούς, που ήθελαν να τον σκοτώσουν γιά πολλούς λόγους και χωρίς την άδεια του Αλή Πασά.
Όμως ήταν πολύ δύσκολο πράγμα, γιατί είχε φροντίσει να ενημερώνεται και να προστατεύεται από τους αδελφοποιτούς, ώστε να διατηρεί πλήρη έλεγχο του χώρου του και μάλιστα ήταν η μοναδική περιοχή τότε, που δεν τολμούσε κανείς να κάνει κλεψιά ζώων, ενώ την εποχή αυτή στην Ελλάδα η ζωοκλοπή ήταν συνηθισμένο φαινόμενο.

Επί πλέον με αυτές τις μετακινήσεις που σκόπευαν να μυήσουν τους συμπατριώτες του και να προετοιμάσουν την εξέργεση κατά των Τούρκων, συνετέλεσαν στη εξάντληση του γέρικου σώματός του.
Τον χειμώνα του 1818 λίγους μήνες μετά την μύηση του Κωνσταντίνου ως "Φιλικού", εμφανίσθηκαν και εγκαταστάθηκαν στις καλύβες των Κανναβαίων στη θέση "Κελί" τρείς-τέσσερις καλόγεροι με τον "Ηγούμενό" τους.
Το θρησκευτικό αίσθημα των ραγιάδων την εποχή εκείνη ήταν πολύ βαθύ και σεβόντουσαν απεριόριστα το ράσο. Έτσι κανείς δεν διερωτήθηκε ποιοί ήταν αυτοί οι καλόγεροι.
Ο Κανναβογιάννης ενημερώθηκε από τους τσοπάνηδες την Ανοιξη που πήγαν στα ποιμνιοστάσια και τα βρήκαν κατειλημμένα, με τη πρόφαση να κτίσουν Μοναστήρι. Τους είπε ότι δεν είναι κατάλληλος ο χώρος, αλλά στην επιμονή τους να μείνουν, επέτρεψε να μαζευτούν σε ένα κελί και να αφήσουν τις άλλες "ταράτσες" όπως τις έλεγαν στους βοσκούς.

Κανναβογιάννης: Η επίσκεψη του Αλή Πασά στην Άνω Χώρα



Έτσι κάποια στιγμή ο Αλή πασάς έστειλε επιστολή στον Κανναβογιάννη να πάει στα Γιάννενα να τα πουν. Εκείνος, φυσικά, αρνήθηκε να πάει, προφασιζόμενος ότι είχε ποδάγρα, γνωρίζοντας τον χαρακτήρα του πασά και το πάθημα του αδελφού του Αναγνώστη.
Το 1817 περίπου, ο Αλή πασάς περιόδευσε την Στερεά Ελλάδα, οπότε επισκέφθηκε και την ορεινή Ναυπακτία, με το αναπαυτικό του φορείο που το κρατούσαν τέσσερις άνδρες της φρουράς του. Όταν πήγε και στην Άνω χώρα, κοίταξε καλά το χωριό και σταμάτησε να θαυμάσει το επιβλητικό τριόροφο μέγαρο των Κανναβαίων.

Τότε τα περισσότερα σπίτια ήταν χωμάτινα γιατί ο κόσμος κινδύνευε από τους κατακτητές και λεγόντουσαν ταράτσες. Μόνο λίγο σπίτια ήταν λιθόκτιστα, κάποιων αρχόντων. Ρώτησε λοιπόν ο πασάς σε ποιόν ανήκει αυτό το όμορφο σπίτι. Δικό μου, απάντησε ο Κανναβογάννης. Και εκείνο εκεί πέρα; Δικό σου, απάντησε ένας άλλος συντοπίτης του Κανναβού, πράγμα που ενθουσίασε τον πασά και διάλεξε να διαμείνει σ΄ εκείνον.
Τρόμαξαν οι Κανναβαίοι που είδαν να κάθεται δίπλα τους ο πασάς και σε έκτακτη σύσκεψη αποφάσισαν να ετοιμασθούν γιά πόλεμο, φέρνοντας τον στρατό του γιού του, Κωνσταντίνου, κοντά και με τη πρόφαση να φυλάξουν τον πασά. Συγχρόνως έδιωξαν τις γυναίκες τους μακρύτερα και έλαβαν πολλά άλλα μέτρα.

Ο Αλή πασάς πρίν φύγει όμως, πήρε αγκαζέ τον Κανναβό και ζήτησε να δει το σπίτι του, αλλά θύμωσε όταν είδε τό τριόροφο άδειο. Οι δικαιολογίες ότι οι γυναίκες τους είχαν κουβεντολόϊ και δεν τον περίμεναν, επαλήθευσαν τις υποψίες του πασά. Ειδοποιήθηκαν και επέστρεψαν ο Γιώργος και ο Αντώνης που δεν φαντάσθηκαν την μεγάλη τιμή, να έρθει ο πασάς στο σπίτι τους, αλλά και οι γυναίκες που, χολωμένος τάχα ο Κανναβογάννης τίς μάλωσε.

Έφυγε ο πασάς με μίσος για τα μέτρα που έλαβε ο Κανναβογιάννης.
Η επίσκεψη αυτή συνετέλεσε στην αύξηση του γοήτρου του Κανναβογιάννη στη Ναυπακτία, αλλά είχε και μιά αρνητική επίπτωση στην οικογένεια. Για πρώτη φορά διαιρέθηκε η οικογένεια, που κάποια μέλη της, διαφώνησαν με την πολιτική του ριψοκίνδυνου Κανναβογιάννη, όπως ο Γιώργος και ο Αντώνης ο οποίος έφυγε και έκτισε δικό του σπίτι πίσω και δεξιά. Ήταν συντηρητικοί και πολιτικότεροι, γι' αυτό δεν ήθελαν να διακυνδυνεύσουν τις οικογένειές τους. Επίσης μοιράσθηκε και η περιουσία τους, που μέχρι τότε ήταν κοινή.

Συμπληρωματική βιβλιογραφία [1800]



Ορισμένα συμπληρωματικά στοιχεία για την κατανόηση κάποιων γεγονότων κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας:

1. ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ

2. ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΔΕΣ: 

Ήταν οι Διοικητές στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας που τυπικά εκλέγοντο από επιτροπή κλήρου και λαού, αλλά πάντα πρέπει να ήταν οι πιό προσφιλείς στον Τούρκο κατακτητή. Φρόντιζαν να εισπράττουν φόρο από τους υπόδουλους και να τους δίνουν στον κατακτητή. Πολλοί από δαύτους έβγαζαν χρήματα και διοικούσαν αλλαζονικά, γι' αυτό και ήταν μισητοί στους Έλληνες.
Όσοι όμως φρόντιζαν τους Έλληνες - οπότε ''έριχναν'' τον Κατακτητή - έπεφταν από την Αυλή σε δυσμένεια και γι' αυτό έχουμε τις γνωστές διώξεις τους, όπως των Κανναβαίων της Ιστορίας μας, που τους ξεκλήρισαν.

3. ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ το 1817 ήταν :


α) οικογ. Αναγνώστη Κανναβού με τη σύζυγό του και τα δύο του παιδιά 1) τον Γιώργο-Λογοθέτη {τίτλος απο τον Πατριάρχη} με τη σύζυγό του και τέσσερις κόρες από τις οποίες η μία σκοτώθηκε στην ανατίναξη και 2) τον Αναγνώστη, με τρείς κόρες και ένα γιό το Νίκο.
β) Η οικογ. Αντώνη Κανναβού μαζί με την κόρη του Τασούλα και
γ) Η οικογ. του Ιωάννη Κανναβού, ή Κανναβογιάννη, με τα παιδιά του 1) τόν Κωνσταντίνο, (της Φιλικής Εταιρίας), με τη γυναίκα του και τον γιό του Θανάση, ο άλλος γιός του Γιαννάκης σκοτώθηκε στην ανατίναξη του σπιτιού 2) τον Θεοδωράκη και 3) την κόρη του Λάμπρω.
Ο Αναγνώστης πατέρας και ο Ιωάννης ήταν αδέλφια.

4. ΑΠΑΝΤΑ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ (σύντομα ενημέρωση)


5. ΧΑΡΤΗΣ ΑΠΟ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ (Συνταχθείς απο Κων. Ιω.Καναβό το 1970).





6. Ηγούμενος ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Ο Παπαφλέσσας της Ρούμελης. 

Μοναχός από τη Βόνιστα Ξηρομέρου της Αιτωλοακαρνανίας (Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα τ.19).

Έκτισε μαζί με τον Αντώνη Κανναβό το Μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου κοντά στην Άνω Χώρα Ναυπακτίας. Το εγκατέλειψε και με πρόφαση ότι έκανε έρανο γι' αυτό, περιόδευσε όλη τη Ρούμελη να προετοιμάση το λαό για το μεγάλο ξεσηκωμό. Έφθασε μέχρι την Κων/πολη (1818) όπου ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε' τόν μύησε στα μυστικά και τους σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας, ονομάζοντάς τον Απόστολο. Επιφορτισμένος με τη μεγάλη εντολή του Πατριάρχη, επανήλθε και με μεθοδικότητα μύησε στα μυστικά της Εταιρείας ονόματα επιφανών Ρουμελιωτών. Να μερικά ονόματα. Στη Μουδενίτσα που πρωτοβγήκε μύησε τον Δεσπότη Ταλαρή, και τον καπετάν Δυοβουνιώτη. Στο Δαδί τον Πρωτόπαπα, στα Σάλωνα (Άμφισα) τον κυρ Νάκο Πανουριά, στο Λιδωρίκι τον κυρ. Αναγνωστάκη (Κοτζαμπάση) και τον καπετάν Σκαλτσά. Στο Μαλανδρίνο τον κυρ Παπαγεώργη από τη Σεργούλα. Στα Κράβαρα τον Πιλάλα, τους Κανναβαίους από τη Λομποτινά (Άνω Χώρα), τον Συσμάνη από την Αράχωβα, τους Ξυδαίους από τη Σίμη και τον Γ.Πλατανιώτη από τον Πλάτανο. Στον Έπαχτο τον κυρ Βλάχο (Βλαχάκη) και τον κυρ Αναγνωστάρα (Αναγνωστόπουλο) και τον κυρ Χαραλ. Καλογερόγιαννη της οικογένειας Χαραλαμπίδη.

Στο Καρπενήσι τον καπετάν Γιαννάκη Γιολδάση. Στο Απόκουρο τον καπετάν Σιαδήμα και τους προεστούς. Στο Γαλατά τον Θανάση Κόντο και τον ηγούμενο στο Μοναστήρι του Προδρόμου.
Στο Μεσολόγγι τους Ντοτιαίους και τρεις προεστούς. Στο Αιτωλικό τον κυρ Σπυράκη. Στά Σταμνά τον κυρ Αναγνωστάκη. Στο Βραχώρι (Αγρίνιο) τον κυρ Μεγαπάνο που τον όρισε προεστό και καπετάνιο μέχρι την Άρτα. Ικανοποιημένος επέστρεψε στο Μοναστήρι του, όχι για να ησυχάσει, αλλά για να αφοσιωθεί εξ' ολοκλήρου στην προετοιμασία της ιδιαιτέρας του πατρίδος, στα Κράβαρα το 1820 λίγο πριν την δολοφονία των Κανναβογιανναίων. Στη κηδεία των αγαπητών του και αδικοχαμένων Κων/νου και Ελένης κατόρθωσε να κατευνάσει τους εξαγριωμένους Κραβαρίτες κατά του αλβανικού τάγματος, λέγοντάς τους ότι πλησιάζει η ημέρα της γενικής εξέργεσης.

¨Οταν πράγματι έφθασε εκείνη η ημέρα ο Δαμιανός βρέθηκε επι κεφαλής 300 Κραβαριτών ετοίμου ενόπλου σώματος, από τον δάσκαλο και καπετάνιο του, όπως τον έλεγε Κων/νο Ι. Κανναβό. Πήρε μέρος σε αμέτρητες μάχες, της Λειβαδιάς, των Θερμοπυλών, του Μακρυνόρους, του Καρπενησιού, του Ξηρομέρου και της πολιορκίας της Ναυπάκτου μετά του οπλαρχηγού Σκαλτσοδήμου (24/5/1821) υπό τον Γεώργιο Κανναβό. Τον Ιούνιο πληγώθηκε στη μάχη των Καρτελίων (Αντίρριο) στο κεφάλι. Στη συνέχεια έλαβε μέρος στη πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου (1822), στη μάχη της Παπαδιάς (23/4/1825) που έλαβαν μέρος όλοι οι καπεταναίοι των Κραβάρων.
Οι συμπολεμιστές του καπετάν Σιαφάκας και Φαρμάκης τον εθαύμασαν. Τέλος έλαβε μέρος στη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου στη πρώτη γραμμή υπό τας διαταγάς του Κίτσου Τζαβέλλα μέχρι το βράδυ της ηρωϊκής εξόδου, όπου μαζί με τον επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ, τους ιερείς Βάλβη, Αγλύκαντο, Μποτινώτη, Ανανία, Τσικαντά, Δεστούνη και τον ιερομόναχο Πορφύριο, αποτεφρώνεται όταν ανατινάχθηκε η μπαρουταποθήκη από τον δαυλό του γερο Καψάλη 10/4/1926.
Αυτό ήταν το ηρωϊκό τέλος του Παπαφλέσσα της Ρούμελης (κατά κόσμο Παπακαπετάνιος Δημήτρης Τσουνόπουλος) που τίμησε το ράσο και τη πατρίδα του. (Πηγή Ντίνος Μακρυγιάννης). Επίσης για τον Δαμιανό και τη Μονή του.

7. ΜΥΗΣΗ ΣΤΗ ΦΙΛΙΚΗ του Κωνσταντίνου Κανναβού.


 Στο σύγγραμμα του Ιωάννη Κοτίνη "Η ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΡΧΙΑ ΤΗΣ" (εκδ.1905) Βιβλιοθήκη της Βουλής (α/α Γ/18). Επίσης αναφέρεται και στην "ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ" του Κων. Δ. Ράϊκου (εκδ.1957) 8. ΑΔΕΛΦΟΠΟΙΤΟΙ (ΒΛΑΜΗΔΕΣ) Ήταν θεσμός αδελφοσύνης επί Τουρκοκρατίας. Επεκράτει συνήθεια ή μάλλον ανάγκη στενωτέρας συνδέσεως των Ελλήνων μεταξύ τους, ώστε σε κάθε περίσταση να αλληλουποστηρίζονται και να αντεπεξέρχονται ενωμένοι από κάθε κίνδυνο και απειλή. Αδελφοποιτός σημαίνει αδελφό, ποιώ, ως ετυμολογία της λέξεως.

Πως εγίνετο αυτό; Υπήρχε μιά ιεροτελεστία και συγκεκριμένα:
Μαζευόντουσαν λοιπόν 40-60 άνδρες, φίλοι κυκλικά με κάποιο μικρό κορίτσι στη μέση, την αδελφοποιτή, μέσα σε κάποια εκκλησία. Πήγαινε ο Παπάς και τους τύλιγε όλους με μιά μεγάλη τριχιά, σχοινί, αφού έψελνε και διάβαζε κάποιες ευχές και μετά τους όρκιζε στο Ευαγγέλιο, τον όρκο του αδελφού, ότι δηλαδή θα αγαπώντο μεταξύ των σαν αδέλφια χωρίς επιμιξία, θα αλληλοβοηθούντο με κίνδυνο της ζωής τους, δεν θα πρόδιδε ποτέ κανένας τον άλλο ως αδελφό του, και ό,τι κακό άκουγε κανείς θα τον ενημέρωνε και θα τον προφύλαγε.
Ακολούθως αναλάμβαναν να προικίσουν την αδελφοποιτή και να την προσέχουν σαν αδελφή τους. Ο καθένας μπορούσε να έχει και 100 αδελφοποιτούς. Αυτός ο θεσμός βοήθησε πολύ στα χρόνια εκείνα.